| CARVIEW |
Η διάλεκτοι ως προφορικές και μόνο γλωσσικές ποικιλίες εξ ορισμού δεν μπορούν να συμπεριληφθούν σε κανένα βιβλίο, ιδίως δε στην σχολική γραμματική που στόχο έχει την εκμάθηση της ΚΝΕ!
Αν και προέρχομαι από παραδοσιακά διαλεκτόφωνη περιοχή (Ηράκλειο) κανένας από την οικογένεια μου δεν μιλάει την διάλεκτο, η Κοινή είναι η γλώσσα μου (και άρα η ταυτότητα μου) επομένως όχι μόνο δεν θεωρώ θετική μια τέτοια εξέλιξη (αποδοχή των χωριάτικων στα σχολικά εγχειρίδια), αλλά εναντιώνομαι σε αυτή!!
Η ονομασία φυσικά προέρχεται από την ίδια τουρκική λέξη çapraz η οποία χρησιμοποιείται για την ονομασία του κοσμήματος ή για το σουγιά με οδοντωτή λεπίδα (όπου τα δόντια είναι σε χιαστή).
Σημειωτέον, χωρίς τσαπράζι η λεπίδα στομώνει και χάνει την ικανότητά της και δυσκολεύει πολύ στο κόψιμο. Αυτό ήταν και ένα είδος βασανιστηρίου… κάτι στο οποίο γίνεται η σχετική αναφορά στο κείμενο. ]]>
Με συγκίνησες πολύ. Η γιαγιά μου, αν και χρόνια φευγάτη απ’ τ’ Απεράθου, όλο είχε μες στο στόμα της κι έμπλεκε κάποιο κοτσάκι.. η προγιαγιά μου, επίσης, μεγάλωσε στην Κωνσταντινούπολη, όπου η μητέρα της δούλευε μοδίστρα, και μάλλον έφερε μαζί της και μια σειρά από υπέροχα παραμύθια που είχα την τύχη να ακούσω ως παιδί από τη γιαγιά μου. Σ’ευχαριστώ.
]]>Διεξοδικότατη! Ευχαριστώ πολύ.
]]>Έχετε δίκιο σε ό,τι αφορά την αποβολή του /a/, το οποίο είναι ιεραρχικά πιο ισχυρό φωνήεν σε σχέση με το /i/. Αυτό το φαινόμενο πάει κόντρα στον γενικό κανόνα της αποβολής φωνηέντων της ΚΝΕ. Χωρίς να το έχω μελετήσει σε βάθος, νομίζω πως εδώ έχουμε να κάνουμε με μια ενδιαφέρουσα περίπτωση όπου δίνεται έμφαση στη μαρκαρισμένη συλλαβή (αύξηση), ενώ συνήθως γίνεται το αντίθετο.
Αν ρωτούσα πάντως ποια από τις δύο δομές: «και πο’ ν’ είχες» – «και πο’ νά ‘χες» είναι περισσότερο αποδεκτή στ’ Απεράθου, νομίζω πως όλοι θα έκλιναν προς την πρώτη (αντίστοιχα: και πο’ ν’ ήκαμες, και πο’ ν’ επάαινες, και πο’ ν’ ετραούδιες, και πο’ ν’ εθώριες, και πο’ ν’ ήτονε κ.ο.κ.). Και νομίζω πως εδώ παίζει ρόλο αυτό το «πο». Γιατί η δομή «και να ‘χες» είναι αποδεκτή (αντίστοιχα: και νά ‘καμες, και να ‘πάαινες, και να ‘τραούδιες, και να ‘θώριες, και να ‘τονε κ.ο.κ., και όχι *και ν’ ήκαμες/έκαμες, *και ν’ επάαινες, *και ν’ ετραούδιες, *και ν’ εθώριες, *και ν’ ήτονε). Άρα, κάτι γίνεται με τη συγκεκριμένη δομή, την προσθήκη του επιρρήματος «πο», το /ο/ του οποίου ίσως ν’ αποτελεί προϊόν κράσης η οποία έχει προηγηθεί ως φωνολογικό φαινόμενο σε σχέση με την αποβολή των φωνηέντων, έχοντας ίσως παγιωθεί (αναλογικά) ως τύπος μέσα στη συγκεκριμένη στερεότυπη φράση.
Δυστυχώς, δεν είμαι φωνολόγος και οι γνώσεις μου είναι περιορισμένες. Συνεπώς, και τα παραπάνω που γράφω είναι προκαταρκτικές σκέψεις για την ερμηνεία αυτού του φαινομένου. Μου δώσατε όμως αφορμή για να το ψάξω το θέμα! Θα επανέλθω, γιατί θα ήθελα πολύ να επιβεβαιώσω τα παραπάνω με πληροφορητές.
Σε ό,τι αφορά την τροπή του /u/ σε /o/ δεν μου έρχονται στον νου πολλά παραδείγματα αυτή τη στιγμή (ήμουν και γω λίγο υπερβολική μ’ αυτό το «πολύ συχνό» που έγραψα!). Είχα στο μυαλό μου κυρίως τις λέξεις Χριστόεννα (< Χριστούγεννα), Πρωτόεννα (< Πρωτούγεννα). Ως φαινόμενο πάντως φαίνεται πως απαντά και στο παλιό ιδίωμα της Νάξου (το αναφέρει δηλ. και ο Προμπονάς στη σχετική μελέτη του) και προφανώς συνδέεται με τη διαδικασία της σύνθεσης στο ιδίωμα.
]]>Αν έχετε χρόνο και διάθεση, θα ήθελα να το ψειρίσουμε λίγο ακόμα:
Το «που να» το είχα σκεφτεί ως πιθανότητα, αφού στα κοινά ελληνικά έτσι λέμε σε ευχές και κατάρες (που να μη σώσεις), αλλά δεν μπορούσα να ερμηνεύσω ούτε το ο > ου ούτε την έκθλιψη στο «να», που δε συμβαίνει πουθενά αλλού («να είχες» > «να ‘χες», όχι *«ν’ είχες»).
Λέτε «(το /u/ τρέπεται σε /o/, είναι ένα από τα πιο συχνά φωνητικά φαινόμενα του απεραθίτικου ιδιώματος)». Υπό ποιες προϋποθέσεις γίνεται αυτό, Σε ποιο περιβάλλον; Έχω συναντήσει πολλές περιπτώσεις όπου ένα /o/ δείχνει να προέρχεται από κράση /u/ + /e/, π.χ. μου έλεγες > μό ‘λεγες. Την τροπή του σκέτου /u/ δεν την έχω πετύχει. Οπότε, έψαχνα να βρω την άκρη σ’ αυτή την κατεύθυνση, «που» + κάποια λέξη από ε-, αλλά δεν μπορούσα να σκεφτώ καμιά λέξη που να ταιριάζει.
]]>Χαιρετώ σας!
Το «πον» όντως αποτελεί μια στερεότυπη φράση που απαντά σε ευχετικά και καταραστικά εκφωνήματα, με πολύ χαμηλό βαθμό πιθανότητας πραγματοποίησης και με πολλά ενδιάμεσα υφολογικά επίπεδα (οικειότητα, αστεϊσμός, λεπτή αποδοκιμασία, θαυμασμός, επιδοκιμασία, ειρωνεία κ.λπ.). Αναλύεται ως εξής: πον’ < πο' ν' < που να (το /u/ τρέπεται σε /o/, είναι ένα από τα πιο συχνά φωνητικά φαινόμενα του απεραθίτικου ιδιώματος). Πολλές φορές προηγείται και ο σύνδεσμος "και". Συντάσσεται δε πάντα με ρήμα σε παρατατικό. Π.χ. Και πο' ν' είχες μια φόλα (= και που να είχες μια φόλα, μακάρι να είχες μια φόλα).
Σε ναξιώτικα και δη απεραθίτικα κείμενα (βασικά σε τραγούδια, γιατί δεν έχω ακούσει πολύ προφορικό λόγο από τα μέρη σας) συναντάμε αρκετά συχνά τον σύνδεσμο (;) «πον», που σημαίνει κάτι σαν «μακάρι να», π.χ. το γνωστό κοτσάκι «Ω καρδιά μου πον εμπόρειες / να μη βάνεις σταναχώριες». Δεν ξέρω όμως πώς είναι σωστό να γράφεται αυτή η λέξη, επειδή δεν μπορώ να φανταστώ την ετυμολογία της: πον; πόν’; πὄν’; ‘πον’; αλλιώς; και γιατί;
Αν ξέρετε την ετυμολογία και επομένως μπορείτε να μου υποδείξετε τη σωστή ορθογραφία, θα σας ήμουν υπόχρεος.
Ευχαριστώ πολύ.
]]>