| CARVIEW |
Phrases have moved to https://www.jazzbuzz.gr.
]]>
Matt Holman’s Diversion Ensemble: “When Flooded” (BJU Records)
Ο νεαρός τρομπετίστας Matt Holman έχει συμμετάσχει ως σολίστας σε αρκετές μεγάλες ορχήστρες (ανάμεσά στις οποίες και η περίφημη Secret Society του Darcy James Argue) και η πρώτη του προσωπική δουλειά μοιάζει με μια προσπάθεια να συμπυκνώσει σε ένα μικρό σχήμα την έντεχνη γραφή και τις δυναμικές που χρησιμοποιούνται στα μεγάλα σύνολα. Το Diversion Ensemble, ένα κουιντέτο που με τρομπέτα, κλαρινέτο (Mike McGinnis), κιθάρα (Nate Radley), κρουστά (Ziv Ravitz) και τσέλο αντί μπάσου (Christopher Hoffman), έχει μια δομή που ρέπει προς αυτό που συνήθως λέμε chamber jazz. Τζαζ δηλαδή στην οποία συναντάμε αρκετά στοιχεία της κλασικής μουσικής και όπου συχνά το σουινγκάρισμα και οι αυτοσχεδιασμοί υποχωρούν προκειμένου να αναδειχθούν οι χρωματισμοί και τα
ενορχηστρωμένα μέρη. Αυτό συμβαίνει στα περισσότερα κομμάτια του “When Flooded”, όλα συνθέσεις του Holman, που ξεκινούν με λιτές μελωδικές γραμμές, οι οποίες εξελίσσονται αργά από την τρομπέτα, το κλαρινέτο και το τσέλο, φτάνοντας συχνά σε κορυφώσεις, με τη στήριξη των ατμοσφαιρικών ακόρντων του Radley και της σύνθετης ρυθμικής δουλειάς του Ravitz. Σε αρκετές περιπτώσεις βέβαια η πειθαρχία χαλαρώνει, όπως στα εννιά λεπτά του “Kindred Spirits” όπου η τρομπέτα και στη συνέχεια το κλαρινέτο βρίσκουν αρκετό έδαφος να κινηθούν ελεύθερα, ή στο “When Flooded” όπου ανάμεσα στις δύο ταυτόχρονες εξάρσεις των δύο πνευστών, ο Radley κάνει ένα μακρόσυρτο σόλο, καθώς ο Hoffman παίζοντας πιτσικάτο στρώνει με το τσέλο βαριές μπασογραμμές. Στο πιο δυναμικό κομμάτι του σετ “Chain of Command”, ο ηλεκτρισμένος φανκ ρυθμός ωθεί όλο του γκρουπ σε ομαδικούς αυτοσχεδιασμούς. Ένα έντεχνο και σύνθετο άλμπουμ με ομορφιές που αποκαλύπτονται μετά από κάθε άκουσμα.
Επαφή: https://www.mattholman.com
Living by Lanterns: “New Myth/Old Science” (Cuneiform Records)
Πριν από δύο περίπου χρόνια ο οργανισμός Experimental Sound Studio ανέθεσε στον ντράμερ Mike Reed να φτιάξει μια δουλειά που να βασίζεται στο αχανές ακυκλοφόρητο υλικό του Sun Ra που είχε στο αρχείο του. Υλικό που εκτείνεται από το 1948 ως το 1985 και περιλαμβάνει ούτε λίγο ούτε πολύ 700 ώρες ηχογραφήσεων. Ο Reed μαζί με τον βιμπραφωνίστα Jason Adasiewicz εστίασαν το ενδιαφέρον τους σε μια ηχογραφημένη πρόβα διάρκειας μιας περίπου ώρας, που είχε τον τίτλο NY 1961, στην οποία συμμετείχαν ο ίδιος ο Sun Ra στο ηλεκτρικό πιάνο και δύο από τους πιο αφοσιωμένους του συνεργάτες: ο σαξοφωνίστας John Gilmore και ο μπασίστας Ronnie Boykins.
Ο Adasiewicz δεν θέλησε να μείνει πιστός σε αυτά που άκουσε, αλλά αντλώντας ιδέες και θέματα, έγραψε και ενορχήστρωσε πρωτότυπες συνθέσεις, ο δε Reed προσθέτοντας στο γκρουπ του μερικούς ακόμη μουσικούς, έστησε μια μικρή big band με το όνομα Living by Lanterns. Στα έξι κομμάτια του “New Myth/Old Science” είναι φυσικά αισθητή η επιρροή του Sun Ra, αλλά το γκρουπ εκμεταλλευόμενο όργανα όχι συνηθισμένα στην Arkestra, έχει έναν δικό του χαρακτήρα. Ο λόγος κυρίως για την κιθάρα της Mary Halvorson και το τσέλο της Tomeka Reid. Η πρώτη στο “Think Tank” μετά τη στομφώδη εισαγωγή, κομμένη και ραμμένη στο στιλ του Sun Ra, σκορπίζει παραμορφωμένα ριφ και θορυβώδη ακόρντα και η δεύτερη με εκφραστικές δοξαριές δίνει έναν ιμπρεσιονιστικό τόνο στο «Shadow Boxer’s Delight”. Στο «Grow Lights” η Reid παίζει λεπτές πιτσικάτο γραμμές και κρατά μαζί με την κιθάρα τη βάση, αλλάζοντας ρόλους με το σκοτεινό κοντραμπάσο του Joshua Abrams που μένει στην περισσότερη διάρκεια του κομματιού στην κορυφή με ένα παρατεταμένο σόλο. Η κορνέτα του Taylor Ho Bynoum και τα σαξόφωνα του Greg Ward και της Ingrid Laubrock έχοντας ατμοσφαιρικό υπόβαθρο τις μεταλλικές αντηχήσεις του βιμπράφωνου, ξεκινούν συνήθως με πολύπλοκες μποπ φράσεις και αφήνονται σιγά σιγά στο ελεύθερο φύσημα. Ο τρόπος με τον οποίο δίνουν ζωή σε ιδέες που παρέμεναν επί δεκαετίες σε κάποια ράφια, δείχνει ότι οι Living by Lanterns έχουν κάθε λόγο να ξαναξεσκονίσουν τα αρχεία του Experimental Sound Studio.
Επαφή: https://jasonadasiewicz.com/living-by-lanterns
Jazz&Tzaz, Ιούνιος 2013
]]>
Barry Altschul: “The 3Dom Factor” (TUM Records)Δύο από τις πρόσφατες δισκογραφικές εμφανίσεις του βετεράνου ντράμερ Barry Altschul ήταν με το FAB Trio (οι δυο άλλοι συντελεστές του ήταν ο αείμνηστος Billy Bang και ο μπασίστας Joe Fonda) και με το τρίο του σαξοφωνίστα Jon Irabagon. Με τρίο και πάλι, παίρνοντας τον Fonda από το πρώτο σχήμα και τον Irabagon από το δεύτερο, μπήκε στο στούντιο αυτή τη φορά ως leader, κάτι που είχε να κάνει από τα μέσα της δεκαετίας του ’80, γιορτάζοντας κατά κάποιο τρόπο με αυτή την ηχογράφηση τα εβδομηκοστά του γενέθλια.
Η λογική και η λειτουργία αυτού του σχήματος είναι κοινή με τα δύο προηγούμενα: χαλαρό αρμονικό πλαίσιο, άπλετος χώρος για
αυτοσχεδιασμούς, διαρκής ένταση και απελευθέρωση. Ηχητικά το “The 3Dom Factor” είναι πιο κοντά στο “Foxy” του Irabagon, αφού το γκρουπ έχει το ίδιο ακριβώς στήσιμο. Αν όμως τα 80 λεπτά του “Foxy” κυλούσαν χωρίς την παραμικρή διακοπή, ώστε τα 12 κομμάτια του να μοιάζουν με ένα αδυσώπητο ξέσπασμα του σαξοφωνίστα, εδώ υπάρχει σαφής θεματικός διαχωρισμός στις συνθέσεις και συνεχής εναλλαγή των τριών οργάνων στο σολάρισμα. Στιγμές με δυνατό σφυροκόπημα από τα τρία όργανα, μπαλάντες που συνδυάζουν την ένταση με το λυρικό παίξιμο, ένα μελωδικό φάνκ αφιερωμένο στους κλασικούς ντράμερ που επηρέασαν τον Altschul στην αρχή της καριέρας του και ένας μονόλογος από τα τύμπανα για φινάλε, φτιάχνουν ένα σύνολο από συνθέσεις νέες, αλλά και παλιότερες που φτάνουν μέχρι το υλικό της πρώτης προσωπικής ηχογράφησης του ντράμερ. Μοναδική εξαίρεση τα δυόμισι λεπτά του “Ictus” της Carla Bley, όπου ο Irabagon αυτοσχεδιάζει κάθετα με μεγάλη ταχύτητα πάνω σε μια σε στυλ bebop διαδοχή ακόρντων. Ο Irabagon που μας έχει συνηθίσει σε απίστευτα πράγματα είτε μόνος είτε με τους Mostly Other People Do The Killing, δείχνει ότι το οπλοστάσιό του είναι ανεξάντλητο, ο Fonda οδηγεί το γκρουπ με τεράστια δύναμη και σιγουριά, έχοντας προτίμηση στα πολύ γρήγορα σχήματα και τις χαμηλές νότες και ο Altschul είναι απλά ένας μάστερ. Τρεις γενιές σε ένα υπέροχο ταίριασμα.
Επαφή: www.tumrecords.com
Jazz & Tzaz, Μάιος 2013
]]>
The face of piano trio
Σε ηλικία δέκα ετών έπαιξε με το πιάνο του ένα κονσέρτο του Shostakovich στο Queen Elizabeth Hall του Λονδίνου. Στο σπίτι οι γονείς του άκουγαν τζαζ, αλλά εκείνος περνούσε περισσότερο χρόνο με τις κινηματογραφικές μουσικές του Roy Budd, του Lalo Schiffrin και του John Barry. Από τα δεκαεπτά, έχοντας παρατήσει τις κλασικές σπουδές, άρχισε να δουλεύει με γνωστά φανκ και σόουλ συγκροτήματα όπως οι Pasadenas, οι the Brand New Heavies και οι Zero 7. Συνέχισε παίζοντας electronica στο ντούο Fragile State και γράφοντας ορχηστρικά θέματα και μουσικές για την τηλεόραση, ενώ συμμετείχε με τον τρόπο του στην τεράστια επιτυχία της Adele, αφού έπαιζε πιάνο στα δύο πρώτα της άλμπουμ. Με τέτοια προϊστορία, το ακουστικό τρίο που σχημάτισε ο Neil Cowley είναι επόμενο να μην αποτελεί μια τυπική περίπτωση τζαζ πιάνο τρίο.
Το Neil Cowley Trio δημιουργήθηκε το 2005 έχοντας τον Richard Sadler στο κοτραμπάσο και τον Evan Jenkins στα τύμπανα. Με το πρώτο τους
κιόλας άλμπουμ “Displaced” (2006), άρχισαν να τους συγκρίνουν με τους Bad Plus και το E.S.T. Από τότε, όπως έχει πει ο βρετανός πιανίστας, έπαψε να ακούει αυτά τα γκρουπ, αλλά οι συγκρίσεις δεν σταμάτησαν. Υιοθετώντας έναν τρόπο λειτουργίας που βασίζεται στη σύνθεση και στον συλλογικό αυτοσχεδιασμό και όχι στο παραδοσιακό πρότυπο θέμα – διαδοχικοί αυτοσχεδιασμοί – θέμα, ο Cowley φέρνει σε αυτό το ακουστικό σχήμα την ενέργεια, την ένταση και την εκρηκτικότητα ενός ροκ γκρουπ και θέματα που μοιάζουν να προέρχονται από οικείες ποπ μελωδίες. Όπως δεν προσφέρεις χιόνι στους Εσκιμώους, συνηθίζει να λέει χαριτολογώντας, αισθανόταν ότι είναι κάπως ανόητο να αγνοεί όλα εκείνα τα στοιχεία στα οποία είναι δυνατή η Βρετανία και να προσπαθεί να παίξει τζαζ σαν τους αμερικανούς, που ούτως ή άλλως ξέρουν να το κάνουν με τον καλύτερο τρόπο.
Tο “The Face Of Mount Molehill”, το τέταρτο άλμπουμ του τρίο φέρνει σημαντικές αλλαγές. Τη θέση του Sadler στο κοντραμπάσο έχει αναλάβει ο
αυστραλός Rex Horan, που με την εμφάνισή του (το τσιγκελωτό μουστάκι, τη ξανθιά κοτσίδα και τα γεμάτα τατουάζ χέρια), με ένα μπακγκράουντ ανάλογο με του Cowley και πολύ περισσότερο με τον δυναμισμό και την τεχνική του, ταιριάζει απόλυτα στην εικόνα και την κατεύθυνση του γκρουπ, που κάνει ένα νέο ηχητικό άνοιγμα. Με τη βοήθεια του κιθαρίστα Leo Abrahams (έχει συνεργαστεί με τον Brian Eno) που δουλεύει περισσότερο με ατμοσφαιρικά εφέ και δέκα εγχόρδων σε διάφορους συνδυασμούς και με τις πρωτότυπες ενορχηστρώσεις που έγραψε ο ίδιος ο Cowley, έρχεται στο προσκήνιο η αγάπη του πιανίστα για την κινηματογραφική μουσική. Πολλά από τα κομμάτια ακούγονται σαν να επενδύουν νοητές σκηνές από ταινίες, και έτσι προτρέπουν οι τίτλοι τους να τα δει κανείς (“Rooster Was A Witness”, “Distance By Clockwork”, “Siren’s Last Look Back”, “Skies Are Rare”). Με αυτή τη δουλειά το Neil Cowley Trio δείχνει ότι όχι απλά δεν είναι ένας κλώνος των καθιερωμένων πιάνο τρίο, αλλά και ότι το πρόσωπο αυτού του μικρού σχήματος έχει απεριόριστα περιθώρια για εξέλιξη και μεταμορφώσεις.
Συνέντευξη με τον Neil Cowley
Αν και οι γονείς σου αγαπούσαν πολύ την τζαζ, εσύ προτιμούσες να ακούς συνθέτες κινηματογραφικής μουσικής. Τι σε προσέλκυσε σε αυτού του είδους τη μουσική;
Ο θείος μου ήταν μεγάλος λάτρης του John Barry. Σε μια από τις πιο παλιές μου εμπειρίες τον θυμάμαι να μου βάζει στα αυτά ένα ζευγάρι τεράστια ακουστικά και να ακούω το θέμα από το ‘Lion in Winter’, μια ταινία με τον Peter O’Toole και την Katherine Hepburn, που αναφερόταν στις συγκεντρώσεις της βασιλικής οικογένειας στη Χριστουγεννιάτικη έπαυλη του Ερρίκου του δεύτερου. Ειδικά η στιγμή που η Katherine Hepburn ανεβαίνει με μια βάρκα πάνω από τον ορίζοντα, υπό τους ήχους της χορωδιακής μουσικής του John Barry, μου άφησε ένα ανεξίτηλο σημάδι σχετικά με τη σημασία και την επίδραση της κινηματογραφικής μουσικής.
Στις συνθέσεις σου, όσο και στους τίτλους τους, υπάρχει μια κινηματογραφική προσέγγιση. Σου συμβαίνει συχνά να έχεις την αίσθηση ότι γράφεις το σάουντρακ μιας ιστορίας όταν συνθέτεις;
Θυμάμαι μια αμερικάνικη κωμική σειρά που μου άρεσε, η οποία λεγόταν ‘Soap’ και έπαιζαν η Katherine Helmond υποδυόμενη την Jessica Tate. Πάντοτε ξεκινούσε με τη φωνή του αφηγητή να λέει ότι η Jessica θα ‘θελε να αφιέρωνε τη ζωή της στη μουσική. Η μουσική που γράφω είναι κατά κάποιο τρόπο η μάταιη προσπάθεια να πετύχω τον ίδιο στόχο για τον εαυτό μου. Πολύ συχνά όταν κάθομαι και παίζω, εν είδει φυγής από την πραγματικότητα, μεταφέρω μια πιο ρομαντική και αινιγματική έκδοση της ζωής μου.
Μετά τη συμμετοχή σου σε διάφορα φανκ, σόουλ και ελεκρόνικα πώς επέλεξες ένα ακουστικό πιάνο τρίο ως το επόμενο σχήμα σου;
Με κούρασε το να υπεισέρχεται η τεχνολογία στις προσπάθειές μου να επικοινωνήσω με τους ανθρώπους. Μια παροιμία που λένε στα στούντιο ηχογραφήσεων, που πιστεύω ότι εκφράζει την πραγματικότητα, λέει ότι «κάθε συσκευή σε φέρνει και ένα βήμα πιο μακριά από μια καλή ιδέα». Στα νεανικά μου χρόνια πήρα την εκπαίδευση του πιανίστα και έτσι το να επιστρέψω σε αυτό που ξέρω να κάνω καλύτερα από όλα ήταν κάτι σημαντικό για μένα. Επιπρόσθετα χρειαζόμουν να απαλλαχθώ από τη δυνατότητα να τελειοποιώ τα πάντα μέσα στο στούντιο. Από τότε έγινε για μένα κανόνας το ότι κάνω μια εκτέλεση χωρίς καμιά διόρθωση των λαθών.
Συνήθως αποφεύγεις τον συμβατικό τρόπο λειτουργίας ενός τζαζ γκρουπ, που θέλει να ξεκινά με το θέμα, να συνεχίζεται με αυτοσχεδιασμούς από το ένα όργανο μετά το άλλο και να επανέρχεται στο θέμα. Αντ’ αυτού προτιμάς να δίνεις έμφαση στα γραμμένα μέρη και στους συλλογικούς αυτοσχεδιασμούς…
Πράγματι. Πιστεύω ότι αυτό προέρχεται από το ότι έχω βαρεθεί τόσο πολύ το ασταμάτητο σολάρισμα σε οτιδήποτε έχει σχέση με την τζαζ. Υπάρχουν φυσικά μερικοί σπουδαίοι δίσκοι που έχουν αυτό το στοιχείο, αλλά γενικά βρίσκω πιο ενδιαφέροντα τα μικρά και πιο κοντά στο θέμα σόλο. Πρόθεσή μου είναι να πω περισσότερα με τις συνθέσεις παρά με τους αυτοσχεδιασμούς μου. Επίσης όπως λέει και ο David Byrne στο πρόσφατο βιβλίο του ‘How Music Works’, αισθάνομαι ότι η ηχογραφημένη και η ζωντανή μουσική εμπειρία είναι δύο «εντελώς διαφορετικά ζώα». Είναι σημαντικό να θυμόμαστε ότι η ηχογραφημένη μουσική ακούγεται σε διαφορετικό περιβάλλον και σε διαφορετική εγκεφαλική κατάσταση σε σχέση με τη ζωντανή. Οπωσδήποτε ας παίζουμε ελεύθερα στη ζωντανή εμφάνιση, αλλά ίσως να πρέπει να αλλάξουμε τον τρόπο προσέγγισης στους δίσκους. Αλλιώς μπορεί να καταλήξει κανείς να ηχογραφεί τέτοιους δίσκους που ακούγοντάς τους ο ακροατής λέει «Πω πω, τι φοβεροί παίκτες..» και δεν τους ξανακούει ποτέ. Υπάρχουν πιστεύω πολλά περισσότερα να κάνει κάποιος με ένα ινστρουμένταλ γκρουπ από το «κοιτάξτε μας, δεν είμαστε φοβεροί παίκτες;”.
Όταν έγραφες τα τραγούδια του “The Face Of Mount Molehill” είχες από την αρχή κατά νου τη χρήση των εγχόρδων;
Σε μεγάλο βαθμό. Μερικούς μήνες πριν το τρίο είχε πειραματιστεί με έγχορδα στο Φεστιβάλ Τζαζ του Λονδίνου και είχε δημιουργηθεί η αίσθηση ότι υπήρχαν αρκετές συνθετικές δυνατότητες. Ήταν πια καιρός να κάνουμε κάτι διαφορετικό μετά τους τρεις δίσκους με το τρίο.
Πώς εξελίσσονται τα τραγούδια πάνω στη σκηνή; Προσπαθείτε να μείνετε κοντά στα γραμμένα μέρη;
Ναι, χρησιμοποιούμε τα γραμμένα μέρη. Προφανώς στα βασικά μελωδικά τμήματα, αλλά και σαν βάση ή σαν εναρκτήριο σημείο για κάθε συλλογικό αυτοσχεδιασμό. Σκοπός μας είναι όσο μπορούμε να δημιουργούμε μεγάλα στρώματα έντασης και απελευθέρωσης και το καταφέρνουμε καλύτερα όταν πηδάμε πάνω σε επαναλαμβανόμενα ακόρντα και ρυθμούς. Σχεδόν πάντα είναι αποσπάσματα από την αρχική σύνθεση που τα τονίζουμε και τα χρησιμοποιούμε ως εφαλτήρια για ομαδικούς αυτοσχεδιασμούς. Δεν μου αρέσει και τόσο η ιδέα των τριών μουσικών που περιμένει καθένας τη σειρά του, θάβοντας ο καθένας το κεφάλι του στο δικό του κόσμο. Ένα κομμάτι μας που λέγεται ‘She Eats Flies’ αρχικά είχε διάρκεια τρία λεπτά. Τώρα έχει γίνει ένα δεκαπεντάλεπτο «έπος». Σχεδόν κάθε τμήμα του με τα χρόνια έχει αναπτυχθεί και επεκταθεί πάνω στη σκηνή. Όχι τόσο πολλές ελεύθερες νότες, απλά χτίσιμο και ξαναχτίσιμο. Είναι μια καλή επιλογή για ανκόρ.
Είχες πει κάποτε ότι στη Βρετανία οι τζαζ μουσικοί αντιμετωπίζονται σαν πολίτες δεύτερης κατηγορίας…
Πάντα υπήρχε η αίσθηση ότι οι μουσικοί αντιμετωπίζονται με μεγαλύτερο σεβασμό στις χώρες της κεντρικής Ευρώπης από ότι στη Βρετανία. Στην Αγγλία είναι αυτό το υποβόσκον συναίσθημα για τους μουσικούς ότι θα πρέπει ψάξουν για μια κανονική δουλειά! Οι δε μουσικοί της τζαζ με τις κακοπληρωμένες εμφανίσεις, τη βρώμικη συμπεριφορά και τη δύσκολη μουσική τους, θεωρείται ότι βρίσκονται στον πάτο αυτού του σωρού! Πρόκειται για έναν φαύλο κύκλο. Αν και ταυτίζομαι με αυτό το χάλι, δεν θα θεωρούσα τον εαυτό μου έναν καθαρόαιμο τζαζ μουσικό. Χρειάζεται περισσότερη αφοσίωση! Υπάρχει όμως αυτό το στοιχείο του «είμαι απέξω και κοιτάζω μέσα» που βρίσκεται πιστεύω στην καλύτερη τέχνη.
Ποια είναι τα επόμενα βήματα για σένα και το τρίο;
Ένα καινούριο άλμπουμ. Απ΄ ότι φαίνεται μόνο με τους τρεις μας. Στόχος μας αυτή τη φορά είναι να εξερευνήσουμε πιο συλλογικά συνθετικά στοιχεία. Να προσπαθήσουμε να αξιοποιήσουμε περισσότερο την ενέργεια που μαζεύουμε όταν βρισκόμαστε μαζί. Στο μεταξύ έχω οριστεί “Musician in Residence” του Derry-Londonderry που είναι φέτος η πολιτιστική πόλη της Βρετανίας. Είναι ένας σημαντικός τίτλος και σημαίνει ότι βασικά πρέπει να περνώ πολύ χρόνο ταξιδεύοντας στο ιστορικό κέντρο του Derry-Londonderry, να συνθέτω και να συνεργάζομαι με τα μουσικά και μη μουσικά ταλέντα της πόλης. Το αποκορύφωμα θα είναι μια μεγάλη συναυλία αργότερα αυτή τη χρονιά. Πρόκειται για μια πόλη που είχε μέσα στα χρόνια τα προβλήματά της και αυτό την κάνει πιο συναρπαστική. Πέρα από αυτά είναι ένα από τα πιο φλογερά και ελπιδοφόρα μέρη που έχω επισκεφθεί εδώ και πολύ καιρό. Θα είναι υπέροχα και όποιος δεν πάει σε αυτή την πόλη ειδικά φέτος θα χάσει!
επαφή: https://www.neilcowleytrio.com
Jazz & Tzaz, Απρίλιος 2013
]]>
Μετά τις πετυχημένες τζαζ συναυλίες που έγιναν τα τελευταία χρόνια στην πρωτεύουσα των Κυκλάδων, ήλθε η ώρα για το Φεστιβάλ Τζαζ Σύρου. Ξεκινώντας με χαμηλό κόστος, αλλά πολύ υψηλό καλλιτεχνικό επίπεδο, έχει στόχο να καθιερωθεί φιλοξενώντας μεγάλα ονόματα από την εγχώρια και τη διεθνή τζαζ σκηνή. Στα πρώτα του βήματα λοιπόν θα γεμίσει το Θέατρο Απόλλων για δύο μέρες (στις 3 και 4 Ιουνίου) με τον ήχο του σύγχρονου jazz piano trio.
Συμμετέχουν: Ramon Valle Trio, Ανδρέας Συμβουλόπουλος Trio, Momo Trio και Music of the Heart Jazz Trio.
Το φεστιβάλ σε συνεργασία με τoν Γιάννη Ρούσσο και το Contemporary Music School θα προσφέρει και ένα σεμινάριο με θέμα τον τζαζ αυτοσχεδιασμό. Οι συμμετέχοντες ανεξαρτήτως του οργάνου που παίζουν, του επιπέδου στο οποίο βρίσκονται και της εμπειρίας τους, θα έχουν τη δυνατότητα να διευρύνουν τους μουσικούς και εκτελεστικούς τους ορίζοντες και να έρθουν σε επαφή με το στοιχείο του αυτοσχεδιασμού, εμβαθύνοντας στην έκφραση, τον ρυθμό, τον ήχο, την αρμονία, τη μελωδία και τη δημιουργικότητα. Η συμμετοχή στο σεμινάριο είναι δωρεάν και όσοι ενδιαφέρονται μπορούν να δηλώσουν συμμετοχή στο 6978 415911.
Διοργάνωση: Οργανισμός Πολιτισμού – Αθλητισμού Σύρου, με την υποστήριξη της Βασιλικής Ολλανδικής Πρεσβείας.
Σύρος, Θέατρο Απόλλων – 3 & 4 Ιουνίου 2013.
περισσότερες πληροφορίες στο: https://syrosjazzfestival.wordpress.com
Francisco Pais: “Raise your vibration” (Product of Imagination Records)
Ο πορτογάλος Francisco Pais είναι ένας κιθαρίστας που μετά τις σπουδές του στο Berklee παρέμεινε στην Αμερική για να συνεχίσει εκεί την καριέρα του. Παρόλο λοιπόν που και προικισμένος σολίστας είναι και έχει σημαντική τζαζ δράση για πάνω από δέκα χρόνια ως sideman και ως ηγέτης (μιλούν με τα καλύτερα λόγια γι αυτόν μουσικοί όπως η Esperanza Spaulding και ο Lionel Loueke), στο καινούριο του CD τού βγαίνει περισσότερο ο ρόλος του singer-songwriter. Οι πηγές που έδωσαν τροφή στη θεματολογία και το ύφος των
εννιά τραγουδιών του “Raise your vibration” είναι κυρίως οι έντονες συναισθηματικές καταστάσεις που έζησε τον τελευταίο καιρό (ο θάνατος της μητέρας του και η γέννηση της κόρης του) και η καθημερινή του ενασχόληση με τη γιόγκα. Η θλίψη για την ανεπανόρθωτη απώλεια, η χαρά και η ελπίδα από την έλευση της νέας ύπαρξης και η εξάσκηση στην αναζήτηση αρμονίας και ισορροπίας, εξωτερικεύονται σε όμορφες, λυρικές μπαλάντες με προσεγμένες ενορχηστρώσεις. Τις αφηγήσεις της απαλής, αισθαντικής φωνής του, που συχνά θυμίζει Sting και Peter Gabriel, συμπληρώνουν δυνατοί αυτοσχεδιασμοί κυρίως από το άλτο σαξόφωνο και το μπάσο κλαρινέτο του Myron Walden και τα πλήκτρα του Leo Genovese. Έτσι γίνεται στο “Lightness of being”, όπου μετά τους υπαρξιακούς ρεμβασμούς του ο Pais καλεί τον Genovese να κλείσει το τραγούδι με ένα σόλο που το ανεβάζει στα ύψη και με ανάλογο τρόπο εξελίσσεται το “Magnifying” που αφήνεται επίσης να ολοκληρωθεί από τα φέντερ ρόουντς του Genovese. Στο ρυθμικό “Broken Open”, Genovese, Pais και Walden μοιράζονται το σολάρισμα και οι δύο τελευταίοι κλείνουν με έναν εκτεταμένο διάλογο άλτο και κιθάρας που κόβει την ανάσα, ενώ σε όλη τη διάρκεια του “Space For Your Soul” ο Walden συνομιλεί με τη φωνή φτάνοντας συνεχώς στα ψηλά ρετζίστρα του άλτο του. Για το αρχικά χαμηλόφωνο “Humble Over The Fact” που στη συνέχεια γίνεται το πιο γκρούβι κομμάτι του CD και τη ροκ μπαλάντα “The Dream”, ο κιθαρίστας κρατά μόνος του το ρόλο του σολίστα ενεργοποιώντας τον πιο ηλεκτρικό και ροκ εαυτό του. Το μοναδικό τραγούδι στο οποίο τα όργανα μένουν στο περιθώριο είναι το υμνητικό “Chakra Song”, όπου η μουσική λειτουργεί σαν χαλί στους γιόγκα διαλογισμούς του Pais.
επαφή: https://www.franciscopais.com
Todd Marcus: “Inheritance” (Hipnotic records)
Είναι πολύ συνηθισμένο οι σαξοφωνίστες και οι κλαρινετίστες να παίζουν και μπάσο κλαρινέτο (με πρώτο και καλύτερο τον Eric Dolphy φυσικά, και άλλους εξαιρετικούς αυτοσχεδιαστές όπως ο David Murray, ο Gebhard Ullmann, ο Don Byron και ο James Carter, για να θυμηθούμε μερικούς), αλλά δε συναντάμε συχνά μουσικούς που να το έχουν ως αποκλειστικό ή ως το βασικό τους μέσο έκφρασης. Ο Todd Marcus από τη Βαλτιμόρη, που επέλεξε αυτό το όργανο ακούγοντας -ποιον άλλον- τον Eric Dolphy, λέει ότι θέλει να το οδηγήσει σε νέο έδαφος, μιας και ο συνήθης του ρόλος είναι να προσθέτει χρώμα σε μια ορχήστρα ή να είναι ένα πνευστό για ελεύθερο αυτοσχεδιασμό στην αβάν γκαρντ.
Tο “Inheritance”, που είναι το δεύτερο άλμπουμ του (το πρώτο είχε κυκλοφορήσει πριν από 6 χρόνια), όπως λέει κι ο τίτλος που επέλεξε, είναι αφιερωμένο στην κληρονομιά του: την παράδοση της τζαζ που αγάπησε στη χώρα που γεννήθηκε και μεγάλωσε, και την αιγυπτιακή καταγωγή του. Ισοκατανέμει λοιπόν το υλικό του σε δύο κατευθύνσεις, δείχνοντας τα πληθωρικά συνθετικά και εκτελεστικά του προσόντα. Με τρία δικά του κομμάτια και τις διασκευές στο “Bye Bye Blackbird” και στο “Epistrophy” ακολουθεί ξεκάθαρα τις σταθερές του post bop, ενώ παράλληλα με πέντε ακόμη δικές του συνθέσεις επιχειρεί να συναντήσει και τις ανατολίτικες ρίζες του και συμβολικά φωτογραφίζεται στο εξώφυλλο του CD μπροστά από αιγυπτιακές παραστάσεις στο μουσείο Penn της Philadelphia. Τα δύο rhythm section που χρησιμοποιεί, με πιανίστα τον Xavier Davis και ντράμερ τον Eric Kennedy το πρώτο και αντίστοιχα τον George Colligan και τον Warren Wolf το δεύτερο, έχουν κοινό παρονομαστή τον μπασίστα Eric Wheeler, ενώ σε τρία κομμάτια συμμετέχει και ο Don Byron. Στο “Inheritance”, που είναι μια παραλλαγή του “Mr. Day” του Coltrane, στο “Epistrophy” και στο γρήγορο μπλουζ “The Adventures Of Kang And Kodos” ο Marcus σουινγκάρει με φοβερή ενέργεια με μακριές ακολουθίες από όγδοα. Στο μεγαλύτερο μέρος της λυρικής σουίτας “Harod”, το ενδιαφέρον εστιάζεται στις ερωταπαντήσεις ανάμεσα στον Marcus και τον Byron. Τέλος στο “Blues For Tahrir” το μπάσο κλαρινέτο και το πιάνο του Colligan με όμορφο σολάρισμα μάς ξεναγούν στη φημισμένη πλατεία του Καΐρου πάνω σε ένα υπνωτιστικό τέμπο και αντίθετα σε πολύ μεγάλες ταχύτητες στο “Wahsouli” ο Marcus συνδυάζει το δυνατό σουίνγκ με το ανατολίτικο φίλινγκ.
επαφή: www.toddmarcusjazz.com
]]>
Σύρος, άνοιξη του 1983. Σε μια ανάπαυλα από τη φοιτητική ζωή της Αθήνας τριγυρνώντας στην κεντρική πλατεία του νησιού, είδα τον αδελφό μου να κατευθύνεται βιαστικά προς το λιμάνι με το “Quadrophenia” ανά χείρας. Είχε εντοπίσει τον Pete Townshend έξω από ένα τουριστικό σκάφος και πήγαινε να του το υπογράψει. Τον ακολούθησα χωρίς δεύτερη σκέψη. Στο πρόσωπο που αντίκρισα στην προκυμαία αναγνώρισα αμέσως τον ηγέτη των Who. Η όλη του εμφάνιση όμως είχε ελάχιστη σχέση με την επιβλητική φιγούρα που είχε αποτυπωθεί στο μυαλό μου, με τα τεράστια άλματα που έκανε με τη Gibson του έχοντας ορθάνοιχτα τα πόδια και με τη θεαματική κίνηση του χεριού του που χτυπούσε με δύναμη τις χορδές της, έχοντας διαγράψει στον αέρα 360 μοίρες. Και παρόλο που, όπως συνειδητοποιώ τώρα, δεν είχε κλείσει ακόμη τα τριάντα οκτώ, στα μάτια μου φαινόταν σαν ένας κουρασμένος μεσήλικας. Μέσα στα λίγα λεπτά που μείναμε κοντά του, βγήκαμε μαζί δυο φωτογραφίες, έβαλε μια φαρδιά υπογραφή και ένα best wishes πίσω από την πλάτη του νεαρού με τη βέσπα στο εξώφυλλο του δίσκου και καθώς έκανε χειραψία με δυο-τρεις ακόμη φίλους που βρέθηκαν εκεί, μου φάνηκε πως τον άκουσα να μουρμουρίζει “the new anarchists”.
Πριν από λίγες μέρες αγόρασα την αυτοβιογραφία του “Who I am”. Ενστικτωδώς ξεφύλλισα αμέσως τις σελίδες μετά τη μέση του βιβλίου, ψάχνοντας τις αναμνήσεις του από το 1983, αν και ήμουν βέβαιος ότι δεν υπήρχε περίπτωση να υπάρχει κάποια αναφορά στη σύντομη παραμονή του στο νησί. Η παράγραφος στο τέλος του κεφαλαίου “The last drink”, που αναφερόταν σε μια περίοδο κατά την οποία προσπαθούσε να απαλλαγεί από τις εξαρτήσεις του, με διέψευσε: «Είχα βρει ένα σκάφος στη Μαγιόρκα, ένα παλιό Herd Mackenzie φτιαγμένο στη Σκωτία, με μήκος 65 πόδια που λεγόταν Ferrara, που ήταν ικανό να διανύσει μερικές χιλιάδες μίλια. Η πρώτη μας περιπέτεια ήταν στα ελληνικά νησιά. Πετάξαμε στην Αθήνα για να το βρούμε, και ταξιδέψαμε ανατολικά σε δυο-τρία νησιά, ώσπου έπιασε δυνατός αέρας και αποκλειστήκαμε στο νησί της Σύρου. Η Minta (σημ.: η δωδεκάχρονη τότε κόρη του) έκανε επίδειξη της ικανότητάς της στις γλώσσες, μιλώντας με τον πωλητή σε ένα τοπικό μαγαζί καπνού, σε βασικά ελληνικά που είχε μάθει μέσα σε λίγες ώρες. Αισθανόμουν ότι ξεκινούσα μια νέα ζωή στην οποία οι απολαύσεις μου, αν δεν ήταν αυστηρά συμβατικές, τουλάχιστον δεν θα δημιουργούνταν με τεχνητό τρόπο».
Jazz & Tzaz, Μάρτιος 2013
]]>
Flute experimental
Η πατρική συλλογή δίσκων τού εξασφάλισε την πρόσβαση σε έναν απίστευτο πλούτο ηχογραφήσεων που ξεκινούσαν από τα τέλη του 19ου αιώνα, ενώ τα χρόνια που πέρασε μεγαλώνοντας στην Ταϊλάνδη και στη συνέχεια στην Ουγκάντα τον έφεραν σε επαφή με τη μουσική της Ασίας και της Αφρικής. Η επαφή έγινε βαθύτερη με τα μαθήματα εθνολογίας και μουσικολογίας στο πανεπιστήμιο του Βερολίνου. Με τις σπουδές του στη Γερμανία, την Αμερική και την Ολλανδία (η τελευταία έχει γίνει η δεύτερη πατρίδα του εδώ και είκοσι χρόνια), επιδόθηκε συστηματικά στη δυτική μουσική παράδοση και την τζαζ. Αυτός ο πλουραλισμός είναι ένα από τα κυριότερα χαρακτηριστικά της δουλειάς του γερμανού φλαουτίστα Mark Alban Lotz, που απλώνεται από τη free jazz ως τη λαϊκή μουσική της Κούβας και της Δυτικής Αφρικής.
«Είχα την τύχη να μεγαλώσω με έναν πατέρα που είναι μανιώδης συλλέκτης δίσκων σελάκ και βυνιλίου», λέει ο φλαουτίστας στο Jazz & Tzaz από το Ντακάρ της Σενεγάλης όπου βρίσκεται για να ηχογραφήσει τον καινούριο του δίσκο. Η συλλογή του δόκτορα Rainer E. Lotz (https://www.lotz-verlag.de) έμαθε στον Mark από τα παιδικά του χρόνια τους μεγάλους της τζαζ σε όλο το βάθος της ιστορίας της. «Περιλάμβανε τα άπαντα του Duke Ellington και του Louis Armstrong, αλλά έφτανε και σε μουσικούς όπως ο Cecil Taylor. Ο πατέρας μού γνώρισε την τζαζ όχι μόνο από τις ηχογραφήσεις αλλά και πηγαίνοντάς με σε συναυλίες». Εξίσου μεγάλη επιρροή είχαν πάνω του οι μάστερ της world music όπως τους αποκαλεί, σαν τον Doudou N’diaye Rose, τον Hariprasad Chaurasia, τον Lázaro Ros, καθώς και κλασικοί συνθέτες όπως ο Bach και ο Jacques Ibert. «Όλα αυτά μπορεί να τα ακούσει κανείς στη μουσική μου. Όμως αυτός που με επηρέασε περισσότερο ήταν ο δάσκαλός μου ο φλαουτίστας Michael Heupel. Άλλοι φλαουτίστες που θαυμάζω είναι ο James Moody, ο Hubert Laws και ο Sam Most, που είχα την ευκαιρία να τον γνωρίσω από κοντά». Από τις αρχές της δεκαετίας του ’90 ως leader του Lotz of Music, ενός πρότζεκτ που αλλάζει διαρκώς μέγεθος και μέλη, βρίσκει ισορροπία ανάμεσα στον τζαζ αυτοσχεδιασμό και τη σύγχρονη κλασική μουσική, ενώ το Standard Quartet είναι το πιο κοντινό στην παραδοσιακή τζαζ σχήμα του. Με τους Shango’s Dance για μια δεκαετία προσέγγισε με ιδιαίτερο τρόπο την αφροκουβανέζικη θρησκευτική μουσική και από το 2006 οι A Fula’s Call, μια παρέα από ευρωπαίους, αφρικανούς και ασιάτες μουσικούς είναι το world fusion συγκρότημά του. Το δεύτερο CD των A Fula’s Call είναι η ηχογράφηση που κάνει στο Ντακάρ τη στιγμή που γράφονται αυτές οι γραμμές.
Εσχάτως όμως βρίσκεται όλο και συχνότερα σε improv καταστάσεις, είτε με τη σειρά συναυλιών υπό τον τίτλο u–ex(perimental), είτε με τις συχνές επισκέψεις του στην Τουρκία. Το ομώνυμο άλμπουμ (Evil Rabbit records) αντιπροσωπεύει τη μακροχρόνια στενή συνεργασία του Lotz με το συμπατριώτη του κοντραμπασίστα Meinrad Kneer. Οι δυο τους από το 2007 άρχισαν να εμφανίζονται μια φορά το μήνα στο Centraal Museum της Ουτρέχτης παίζοντας ελεύθερους αυτοσχεδιασμούς και έχοντας μαζί τους κάθε φορά διάφορους μουσικούς της ολλανδικής σκηνής. Ύστερα από εμφανίσεις πέντε χρόνων, το 2011 αποφάσισαν να μπουν και στο στούντιο. Ένα τόσο μικροσκοπικό στούντιο του Άμστερνταμ που δεν επέτρεψε τη συμμετοχή πιανίστα και ντράμερ. Τα 26 κομμάτια του CD που προέκυψε είναι στην πλειοψηφία τους μινιατούρες, με μέση διάρκεια κάτω από δύο λεπτά και καθένα τους μοιάζει με μικρό πείραμα που δίνει υλικό προς διερεύνηση και επεξεργασία. «Όλα τα κομμάτια είναι εντελώς αυτοσχέδια. Ο ρόλος μου ως ηγέτη περιοριζόταν στο να καθορίζω αν το σχήμα με το οποίο θα παίζαμε θα ήταν ντούο, τρίο κτλ.». Ο Lotz χρησιμοποιώντας συχνά το κοντραμπάσο φλάουτο κινείται σε συχνότητες χαμηλότερες και από του Kneer δημιουργώντας ένα σκοτεινό, μυστηριώδες υπόβαθρο, που έρχεται να το βαθύνει ακόμη περισσότερο το βαρύτονο σαξόφωνο του Yedo Gibson. Στα τρία κομμάτια που συμμετέχει ο βοκαλίστας Han Buhrs με αλλοπρόσαλλους ήχους και λαρυγγισμούς επιδίδεται σε ένα στοιχειωμένο, τρελό σκατ. Το ίδιο απόκοσμη, σε πολύ υψηλότερες νότες εκείνη, ακούγεται η φωνή της Jodi Gilbert βοηθούμενη από τις ηλεκτρικές παραμορφώσεις της κιθάρας του Alfredo Genovesi, ενώ ένα ακόμη ενδιαφέρον και πέρα από κάθε συμβατικότητα δίδυμο φτιάχνουν η λαπ στιλ κιθάρα του Joost Buis με την τρομπέτα και τη φωνή της Felicity Provan.
Τα δύο “Istanbul Improv Sessions” ηχογραφήθηκαν στη διάρκεια δύο διαδοχικών ημερών το Μάιο του 2010. «Είχα προσκληθεί στην Ιστανμπούλ για να παίξω και πάλι με το crossover τζαζ κουαρτέτο του μπασίστα Kamil Erdem. Αυτή τη φορά ήταν μαζί και ο φανταστικός αρμονικίστας Meriç Dönük. Συνεργάστηκα ακόμη με τη βοκαλίστα Sible Köse και τον κιθαρίστα και τραγουδιστή Bora Celiker και έκανα workshop στο πανεπιστήμιο Yildiz. Τα δύο συγκεκριμένα πρότζεκτ τα σχημάτισα προκειμένου να παίξω με μερικούς εξέχοντες αυτοσχεδιαστές της πόλης. Το αποτέλεσμα ήταν τόσο ελπιδοφόρο, ώστε αποφασίσαμε αμέσως να το ηχογραφήσουμε». Στο πρώτο από αυτά που ηχογραφήθηκε στις 4 Μαΐου και κυκλοφορεί επίσης από την ολλανδική Evil Rabbit records, ο Lotz συνευρίσκεται με τους Islak Köpek. Χωρίς τύμπανα και εδώ, χωρίς προετοιμασμένο θέμα, ρυθμό και αρμονίες ο φλαουτίστας συνομιλεί σε διάφορους συνδυασμούς με τους αυτοσχεδιαστές του τουρκο-αμερικάνικου κουιντέτου (Sevket Akinci: κιθάρα, Kevin W. Davis: τσέλο, Korhan Erel: ηλεκτρονικά, Robert Reigle και Volkan Terzioglu: σαξόφωνα). Τα δύο σαξόφωνα οδηγούν συχνά στα άκρα με εκρήξεις που απαλύνονται κάπως από τον γήινο ήχο του φλάουτου. Τα μπάσα τα αναλαμβάνει είτε το τσέλο με γρήγορο πιτσικάτο παίξιμο, είτε το μπάσο φλάουτο του Lotz, ενώ η κιθάρα και τα ηλεκτρονικά απλώνουν πολύχρωμα
ηχητικά στρώματα. Στα Sessions της επόμενης μέρας, που κυκλοφορούν με την ετικέτα Lop Lop του φλαουτίστα, συμμετείχε μια άλλη πενταμελής ομάδα μουσικών (Alexandre Toisoul: κλαρινέτο, Can Omer Oygan: τρομπέτα, εφέ, Umut Caglar: κιθάρα, εφέ, Michael Hays: κοντραμπάσο, Florent Merlet: ντραμς). Αν και ανάμεσά τους περιλαμβάνονται όργανα που φτιάχνουν ένα συμβατικό rhythm section, το αποτέλεσμα δεν διαφέρει πολύ, καθώς μόνο σε δύο κομμάτια βρίσκονται εν δράσει και τα τρία μαζί. Τα τρία πνευστά κουβαλώντας στις πλάτες τους παραστάσεις που φτάνουν μέχρι τους αρχέγονους ήχους της Αφρικής κινούνται μέσα σε ένα φουτουριστικό, αλλοιωμένο από τα πετάλια και τους παραμορφωτές της κιθάρας και τα εφέ περιβάλλον.
«Έχω πάντα ένα κόνσεπτ στο μυαλό μου αλλά ανάλογα με το σχήμα όταν χρειάζεται φροντίζω και το αφήνω χαλαρό» λέει ο Lotz. «Όταν παίζω free improv, όπως στα δύο αυτά πρόσφατα άλμπουμ, δεν μου αρέσει να χρησιμοποιώ ντραμς, αλλά προτιμώ τα λεγόμενα chambermusic σχήματα. Όταν πρόκειται για world music παίζω με πραγματικά μεγάλους μάστερ. Καθώς συχνά δεν ξέρουν να διαβάζουν παρτιτούρα, υιοθετώ την ελαστικότητά τους και χρησιμοποιώ τη μουσική τους σαν σημείο εκκίνησης. Για να πω την αλήθεια όμως είμαι ένας κακός παραγωγός, που δεν πολυσκοτίζεται με το θέμα της συνολικής εικόνας και μερικές φορές αυτό δεν είναι καλό. Μαθαίνω ακόμη…».
επαφή: https://www.lotzofmusic.com
Jazz & Tzaz, Φεβρουάριος 2013
]]>