| CARVIEW |
-
Kατηγορίες
- blogging-pc
- erasmus
- τέχνες
- χύμα
- ελληνικά
- media
- news
- par me
- terra
- travel
- Uncategorized
-
Αρχείο
Ιανουαρίου 2024
Σεπτεμβρίου 2022
Νοέμβριος 2020
Μαΐου 2020
Απρίλιος 2020
Μαρτίου 2020
Νοέμβριος 2019
Ιουνίου 2018
Ιανουαρίου 2014
Απρίλιος 2013
Φεβρουαρίου 2013
Ιανουαρίου 2013
Αύγουστος 2012
Ιουλίου 2012
Μαΐου 2012
Απρίλιος 2012
Μαρτίου 2012
Ιανουαρίου 2012
Νοέμβριος 2011
Οκτώβριος 2011
Σεπτεμβρίου 2011
Αύγουστος 2011
Ιουλίου 2011
Ιουνίου 2011
Μαΐου 2011
Μαρτίου 2011
Φεβρουαρίου 2011
Ιανουαρίου 2011
Οκτώβριος 2010
Σεπτεμβρίου 2010
Αύγουστος 2010
Ιουλίου 2010
Ιουνίου 2010
Μαΐου 2010
Απρίλιος 2010
Μαρτίου 2010
Φεβρουαρίου 2010
Ιανουαρίου 2010
Δεκέμβριος 2009
Νοέμβριος 2009
Οκτώβριος 2009
Σεπτεμβρίου 2009
Αύγουστος 2009
Ιουλίου 2009
Ιουνίου 2009
Μαΐου 2009
Απρίλιος 2009
Μαρτίου 2009
Φεβρουαρίου 2009
Ιανουαρίου 2009
Δεκέμβριος 2008
Νοέμβριος 2008
Οκτώβριος 2008
Σεπτεμβρίου 2008
Αύγουστος 2008
Ιουλίου 2008
Ιουνίου 2008
Μαΐου 2008
Απρίλιος 2008
Μαρτίου 2008
Φεβρουαρίου 2008
Ιανουαρίου 2008
Δεκέμβριος 2007
Νοέμβριος 2007
Οκτώβριος 2007
Σεπτεμβρίου 2007
Αύγουστος 2007
Ιουλίου 2007
Ιουνίου 2007
Μαΐου 2007
Απρίλιος 2007
Μαρτίου 2007
Φεβρουαρίου 2007
Ιανουαρίου 2007
Δεκέμβριος 2006
Νοέμβριος 2006
Οκτώβριος 2006
Σεπτεμβρίου 2006
Αύγουστος 2006
Ιουλίου 2006
Ιουνίου 2006
Μαΐου 2006
Απρίλιος 2006
Μαρτίου 2006
Φεβρουαρίου 2006
Ιανουαρίου 2006
Δεκέμβριος 2005
Νοέμβριος 2005
Οκτώβριος 2005
Σεπτεμβρίου 2005
Αύγουστος 2005
Ιουνίου 2005
Φεβρουαρίου 2005
-
Σύνδεσμοι
- about ttallou
- acrotaxi
- alarm call
- ANemos
- Anwnymous
- Argos
- artemis nal
- arxediamedia
- Babi & Christl on tour
- Beta Blank
- cineblog
- crazy monkey
- cyprus issue
- daily madness
- demetris
- derek
- digital-era
- drakouna
- dsp
- eliaggel
- Epicurius
- Erasmus@SKG
- gazi kapllani
- Generation Y
- gkessopoulos
- glezos
- Goutas
- greeks 4 beer
- homoerasmus
- Idiot Mouflon
- παπαρούνες
- Έτσι γίνεται
- Αγρύπνια
- Γιώργος Βιολάρης
- Γιώργος Ιορδάνου
- Γιώργος Στρατής
- Δείμος του πολίτη
- Ζωή
- Μάκιστος
- Μονόκερως
- Νίκος Κορωναίος
- Νεκατομένος
- Πασταφλόρα
- Πειρατές της παραλιακής
- Ρίτσα Μασούρα
- Σάπιοι
- Σιεροκούταλα Α.Ε.
- Σκύλος
- Χρώματα
- Χρήστος Μιχαηλίδης
- Χαράλαμπος Θεοπέμπτου
- άωρον
- αυτοβιογραφικά
- δε σκρατς μπλογκ
- les soucis graves
- Let’s unite Famagusta
- Lipis
- Magica
- mi principito
- Michaella
- mindstripper
- Nenyaki
- new ledras
- No Υποθαλάσσια
- Oneiros
- open mag
- Passport
- postdoc
- Queen Elisabeth
- Remember Hamburg
- RoAm
- Rocknsane
- SKG photo
- Soul
- Ste whatever
- Streetpanthers
- telos
- Telson
- Theodora
- thess.gr
- Tyxod
- urban ledras
- Urban Tulip
- vardaris
- wisssdom
- WordPress.com
- Zeta
- Zkeramid
- Zpiderman
Ο μ. Βασ. Καρράς ήταν για μένα το φανταρικό του Κ.
Ενάμιση χρόνο θητεία, γύρισε όλα τα στεριανά σύνορα και σε κάθε του άδεια μαθαίναμε θέλοντας και μη τα σουξέ του Καρρά, που ήταν τότε και στα ντουζένια του. Δεν ακούγονταν κιόλας τα τραγούδια, στα πλείστα έχω μέχρι σήμερα την ιδέα ότι μας έκανε πλάκα με τον ελαφρύ στίχο και την κάποτε κωμική μουσική, καθώς τον θυμάμαι στα βίντεο κλιπ να χαμογελά με μειδίαμα, αλλά ας πούμε πως, η σιγανή ανοχή μας στο βαρύ λαϊκό άκουσμα ήταν η οικογενειακή μας υποχώρηση για την προσφορά του Κ. στην πατρίδα.
Έτσι ο Καρράς ταυτίστηκε μέσα μου με τη μυρωδιά στρατοπέδου – αυτήν που χώνεται μες στα χακί άπλυτα και διαποτίζει όλο το σπίτι μόλις εισέλθει σε αυτό το φανταρικό σακ βουαγιάζ και που μόνο η έντονη κολόνια που αναβλύζει το αχνιστό μπάνιο μπορεί να την ξεπλύνει.
Τώρα που πέθανε και διάβασα για την ζωή του, συνειδητοποίησα ότι μας συνέδεαν περισσότερα απ’ όσα φανταζόμουν: η ποντιακή και μετέπειτα καβαλιώτικη καταγωγή που έχουν πολλοί εξ αγχιστείας συγγενείς και φίλοι, οι δυτικές συνοικίες με την παρακμή που συνόδευε τα χαμόσπιτα και τους χαλασμένους δρόμους τους, Ευοσμάρα και Σταυρούπολη μαζί, η εργασία στα χτίσματα. Ένας συνδυασμός προσφυγιάς, μετανάστευσης και καημού που φθίνει και χάνεται σιγά σιγά στη φάρα μας, προτού τον αναγνωρίσουμε στις καυτές, ασιατικές μυρωδιές που αναδύονται από τις κουζίνες των έξωθεν μεταναστών του σήμερα.
Filed under: Uncategorized

Όταν ήμουν παιδί, ο παππούς μου στο χωριό, ένας εξηντάρης, ψηλός, ξερακιανός αγρότης από ένα κεφαλοχώρι της Αιτωλοακαρνανίας κάτω από τη μεγίστη λίμνη Τριχωνίδα, είχε όλο κι όλο για όχημα έναν γάιδαρο. Τον Μήτσο. Τιμόνι δεν είχε πιάσει στα χέρια του – με τον Μήτσο κατέβαινε κάθε πρωί κι απόγευμα στον κάμπο να ποτίσει τα ζώα και τα χωράφια κι επέστρεφε πίσω στο σπίτι, στην πλαγιά του βουνού.
Η εμπειρία της βόλτας με γάιδαρο, για μένα, το παιδί της πόλης (σικ), που ήμουν μαθημένη σε αυτοκίνητα και λεωφορεία, φάνταζε εξωτική: Τα καλοκαίρια που πηγαίναμε στο χωριό, καθόμουν κάθε απόγευμα στην αυλή και περίμενα να φανεί στη γωνία ο παππούς καβάλα στον όνο του και μόλις ξεπρόβαλλε, έτρεχα μες στο δρόμο, κι εκείνος περιχαρής, με ένα χαμόγελο που ακόμα θυμάμαι να αγγίζει κυριολεκτικά ως και τα αυτιά του, καμπυλώνοντας θαρρείς ανάποδα το μακρύ, λευκό του μουστάκι, έπιανε τα γκέμια να σταματήσει το ζωντανό, και μ’ ανέβαζε στη σέλα ομπρός του. Διασχίζαμε τότε μαζί, καβάλα στο γάιδαρο, τα λιγοστά μέτρα που απέμεναν μέχρι το χωράφι πάνω απ’ το σπίτι, όπου έδενε τα βράδια ο Μήτσος, τριγυρισμένος από δεκάδες δεμάτια σανό.
Ο παππούς ήταν φτιαγμένος από ένα σπάνιο σήμερα υλικό, ένα αγόρι που ορφάνεψε μικρό, που ο πατριός του επιχείρησε να το σκοτώσει κι η μάνα μετά το εγκατέλειψε για έναν άλλο πατριό’ ο τυπικός άνθρωπος που «γνώρισε τους ανθρώπους και αγάπησε τα ζώα». Τα ζώα στα χέρια του δεν ήταν απλώς μια επένδυση που ταΐζεις για μήνες για να καλοσφάξεις και μοσχοπουλήσεις κάποτε, αλλά ψυχές με συναισθήματα, τα αγαπούσε με τη δύναμη που ο γεωργός πονά τη γη και τα δεντρά του, και πράγματι, τα ζώα στο χωριό όσο ζούσε ο παππούς καλοπερνούσαν κι αφθονούσαν. Άμα πέθανε -και λέγεται πως, το πρώτο εγκεφαλικό τον έπιασε μια μέρα που κατέβηκε με χαλάζι στον κάμπο να ταΐσει τα ζωντανά- στέρεψαν και τα ζώα στο χωριό, ερήμωσε η γειτονιά και πρωτίστως εκείνος ο περιστερώνας στην αποθήκη απέναντι απ’ το σπίτι, απ’ όπου κάθε τόσο ξεπρόβαλλαν λευκά περιστέρια για να περπατήσουν στην αυλή, προτού επιστρέψουν στη φωλιά τους.
Τον Μήτσο μόλις πέθανε ο παππούς τον πούλησαν. Και λίγο καιρό μετά, πέθανε κι αυτός. Απ’ το μαράζι του είπαν. Σαν σύμβολο αιώνιο μιας φιλίας ανθρώπου-ζώου που πια ξεφτίζει προς τη δύση της.
Μια ιστορία για ένα τραγούδι [ναι, κατά κει το πάω το πράμα] :
Τα μπισκοτάκια στο youtube μου έβγαλαν ένα κομμάτι που γράφτηκε το 1993 για τον γιουγκοσλαβικό εμφύλιο και δεν μπορώ παρά να πατήσω play και να το απολαύσω.
Διαβάζω και σχόλια πια, από περιέργεια να δω μην τυχόν ο κόσμος έχει την ίδια ανάμνηση με μένα: «Μια άλλη εποχή», λένε, «που δεν θα ξανάρθει (σ.σ.: 90s)». Συνέχεια →
Μια ιστορία για ένα τραγούδι ακόμα:
Ανεβάζει χθες η Θεά: ««Τι λείπει»; Τα live με τον ηλεκτρισμό τους, με αυτό το αξεπέραστο συναίσθημα που βιώνουμε μαζί. Καλοκαίρι χωρίς live γίνεται; Δε γίνεται!» . Και το βάζω να το ακούσω ξανά και ξανά. Όπως τότε:
Είμαι 18. Απρίλης του ’03. Εφταήμερη γ’ λυκείου στην Κύπρο. Μέναμε Λεμεσό, στην «τουριστική», μια περιοχή στις άκρες της πόλης γεμάτη ξενοδοχεία σε μήκος αρκετών χιλιομέτρων. Πάνω στο κύμα’ τριγύρω όλα τα μαγαζιά τουριστικά. Σε ένα από αυτά, είχα βρει σε αντιγραφή το cd με το soundtrack του Μπραζιλέρο από τον Πορτοκάλογλου.
[Χιντ 1: Για κάποιον άγνωστο λόγο, οι αντιγραφές στην Κύπρο πουλούσαν πολύ. Το μακρινό 1990 η αδερφή μου είχε επιστρέψει από διακοπές στο νησί με αντεγραμμένες κασέτες Kylie Minogue και Milly Vanilly (wtf!) στη βαλίτσα της.]
Παίρνω το Μπραζιλέρο για τη «θάλασσα την σκοτεινή», αλλά καταλήγω να κολλάω με το «Τι λείπει», track 4.
Εκείνες τις μέρες, είχε συμβει το φριχτό τροχαίο των Τεμπών με τους 21 νεκρούς μαθητές και παρότι ήμασταν μακριά, μας είχε ρίξει τη διάθεση πολύ. Ο στίχος «και η καρδιά μου κλαίει» κάτι έλεγε μέσα μου.
Έκτοτε, έχω συνδέσει το κομμάτι με τη στιγμή εκείνη, αν και, αμαρτία εξομολογημένη, με ανεβάζει πολύ όταν το ακούω. Σαν να μου θυμίζει πως είμαι ζωντανή μετά από τόσες εκδρομές και χιλιόμετρα και χαζομάρες στους δρόμους.
(Στην ίδια εκδρομή, το βράδυ του τροχαίου, σε καραόκε στο ξενοδοχείο, ένας κιθαρίστας συμμαθητής είχε παίξει το «knocking on heaven’s door». Άλλο στοιχειωμένο έκτοτε).
Χιντ 2 και καταληκτικό: Μεσοβδόμαδα της εκδρομής πάμε Λευκωσία. Στις παρυφές της νεκρής ζώνης ,το σκάω από το μπουλούκι και χώνομαι να βρω κανένα πέρασμα στα κατεχόμενα. Ήταν ακόμη κλειστά τα οδοφράγματα. Δεν βρήκα. Μια βδομάδα ακριβώς μετά, ο Ντεκτάς σε μια αιφνιδιαστική απόφαση, άνοιξε το οδόφραγμα σε εκείνο ακριβώς το σημείο και χιλιάδες κόσμου μετά από 30 χρόνια περνά από τη μια πλευρά στην άλλη. Σκύλιασα…

– Πού πάνε οι χαρταετοί όταν μας φύγουν;
– Στον ουρανό, αγάπη μου. Συνέχεια →
Γεννήθηκα σαν σήμερα, τ’ Άη Φιλίππου, το ’48. Μες στα κρύα και τ’ς ελιές. Και τον Εμφύλιο. Είχα μεγάλο κεφάλι κι η Μάνα ζορίστηκε να με γεννήσει. Η δεύτερη γέννα, ο πρώτος σερνικός. Ο Πατέρας πολεμούσε στο Γράμμο. Η Μάνα τον ειδοποίησε – «κάναμε το Παιδί». Ο λοχαγός τού ‘γραψε άδεια, τού ‘μπηξε τσιγάρα κι ένα κατοστάρικο στο αμπέχονο και τον έστειλε σπίτι, «πήγαινε να δεις τον Φαντάρο», του ‘πε, «πήγαινε να δεις τον Φαντάρο».

Ο μπαμπάς μου ήταν μια ζεστή παλάμη που μύριζε πάντα υγρασία και καπνό. Έχωνα τα δαχτυλάκια μου μέσα στα γιγάντια δικά του -που πριν να γεννηθώ κρατούσαν για χρόνια στιβαρά τα τιμόνια σε μεγάλα καράβια που κάναν τον γύρο της γης- για να ζεσταθώ και ένιωθα ασφάλεια. Και αγάπη.
Πάνε χρόνια πια να αγγίξουνε καπνό εκείνα τα χέρια και πλέον και τα δικά μου δάχτυλα μεγάλωσαν τόσο που, ίσως στο μέτρημα να ξεπερνούν κατά τι τα δικά του.
Αλλά σήμερα που όλοι τιμούν τους πατεράδες τους, πάω πίσω σε κείνη την ανάμνηση. Και την άλλη, τότε στο νοσοκομείο που άλλαζε τη βάρδια της μαμάς και με κατέβαζε στο κυλικείο, για να μπορεί να καπνίσει στην ουσία, αλλά κέρδιζα κι εγώ το κατιτίς μου: πότε ένα playmobil, πότε ένα Λούκι Λουκ.
Σήμερα δεν είναι πια τόσο μπαμπάς, όσο παππούς, που φλυαρεί στο τηλέφωνο και ρωτά κάθε πρωί τι ώρα ξύπνησαν και αν έφαγαν πρωινό οι εγγονοί του. Και που κάτι βράδια στις κουβέντες μας ή κάτι μέρες στον αποχαιρετισμό στο αεροδρόμιο, χαμηλώνει την -υπέροχη, βαριά- φωνή του για να συγκρατήσει μετά βίας τον λυγμό.
Καθόμασταν όλοι μαζί στο μεγάλο οικογενειακό τραπέζι και, επηρεασμένοι οι τρεις μας από τη Μικρά Αγγλία, ανακρίναμε τον καπετάνιο, έλα πες μας, μήπως έχεις κι εσύ καμιά δεύτερη οικογένεια στη Λατινική Αμερική με τα ονόματά μας;
Κι εκείνος χαμογελούσε σιωπηλός, μ’ ένα διάπλατο σαρδόνιο χαμόγελο, σαν εκείνα που μας χάριζε αφειδώλευτα η μακαρίτισσα η μάνα του. Μυστήριο καράβι η κυρά Μιμή, σφιχτή πάντα σε συναισθήματα και γλυκά λόγια, δεν θυμάμαι ποτέ μήτε να μας χάιδεψε μήτε να μας παίνεψε, παρά το καμάρι για τα βλαστάρια της.
«Στη Νότια Αμερική δεν νομίζω, δεν έκανε πολλά ταξίδια εκεί. Στη Βόρεια όμως μπορεί, εκεί να ψάξουμε για κανένα αδερφάκι, μην ξεχνάς τη Λόλα», είπα εγώ, κι ο Κ. αναρωτήθηκε ποια είναι η Λόλα. «Η Αμερικάνα που έφτιαξε το παζλ με το λιοντάρι που είχες πάντα στο δωμάτιο σου«, του αποκρίθηκα με βεβαιότητα. το όνομα της το άκουγα κάπου κάπου σε περιπαικτικές συζητήσεις μα νόμιζα ήταν υπερβολές του καπετάνιου, μέχρι που δέκα- δεκαπέντε χρόνια πριν ανακάλυψα κάτι τηλεγραφήματα της στο πατάρι κι η ιδέα ότι έχω αδερφάκι στην Αμερική ξαναζωντάνεψε. «Σου στέλνω αγάπη και φιλιά. Λόλα«, του ‘γραφε το 1976 από τη Νέα Ορλεάνη.
Κι εκείνος συνέχισε να χαμογελά πονηρά, αυτάρεσκα, σαδιστικά σχεδόν, με ένα βλέμμα που ήθελε να κρύψει πολλά, ώσπου κάποια στιγμή που οι άλλοι δεν πρόσεχαν, έσκυψε στο αυτί μου και ψιθύρισε: «Όταν γεννήθηκε αυτή», είπε, κι έδειξε διακριτικά την κόρη του την πρωτότοκη, «ο παππούς (που ως τότε έβλεπε τα παιδιά του να γεννοβολούν κι ο ίδιος να μην αποκτά συνονόματο απόγονο) μου είπε: ‘Το Χριστό σ’, τους γιους τ’ς έκανες με τις πουτάνες».
Ποτέ δεν νοσταλγώ εποχές. Μάλλον μου περισσεύει εγωισμός για να παραδεχτώ πως ο χρόνος δεν φέρνει πάντα τη βελτίωση και πως κάπου, κάποτε, κάτι έκανα λάθος και το πράμα ίσως στράβωσε.
Μα χθες, ακούγοντας αυτό το τραγούδι του 1988 Συνέχεια →
-
Εγγραφή
Εγγεγραμένος
Έχεις ήδη λογαριασμό στο WordPress.com; Συνδέσου τώρα.
