| CARVIEW |
Comrade Mirni, άλλο ένα για τη λίστα σου.
]]>It goes like this.
]]>Ήταν δεν ήταν μια βδομάδα μετά που σηκώθηκα, ωσάν τον Λάζαρο, από 15νθήμερη αναρρωτική (γιατί είμαι άμπαλη και τσακίστηκα) για να πάω στον μουνοδόχτωρ. Κι άλλα πλοκάμια, και στη μέση το motherlode Σπλόργκ 9 εκατοστών να καταπίνει ο,τι έβρισκε στο διάβα του, μαύρο κατάμαυρο -σαν το μελάνι της σουπιάς, καλή ώρα.
Στράφηκα ξανά στο χιουμοράκι της δεκάρας. Δεν είναι μουνί αυτό ρε γιατρέ, η ψαροταβέρνα “τα τρια αδέρφια” είναι. Και πάλι θα φορέσω αυτές τις σέξι (νοτ) αντιθρομβωτικές καλτσούλες μες στο κατακαλόκαιρο; Ποιος τη χάρη μου.
Το χειρουργείο κανονίστηκε στο άψε σβήσε. Μου έβαλαν τον προεγχειρητικό έλεγχο μεσημέρι, εγώ επέμενα για πρωί, εκείνοι επέμεναν πως δεν γίνεται, εξήγησα κι εγώ οτι αν δεν έχω ξεμπερδέψει πριν τις 12, έχοντας πάρει το καθαρτικό στις 9, θα τους χέσω σαν πετρελαιοπηγή ολούθε, και μαγικά βρέθηκε ώρα να με βολέψουν. Καρδιοχτύπι με την ανεμβολίαστη μάνα που ήθελε να ρθει μαζί, καρδιοχτύπι γενικότερο γιατί δεν ήταν κι όλας πως όλα πήγαιναν ρολόι και, να, μωρέ, ήρθε αυτό το μικρό στραβοπάτημα να μας αποσυντονίσει -ήμουν ήδη σε πυρηνικό fallout και ένα βήμα πριν πω στον δόχτωρα, μιας και μπαίνει, να τα βγάλει όλα να τελειώνουμε. Και το έλεγα και γελούσα και μετρούσα τις τζούρες απ’ τα τσιγάρα που δεν έπρεπε να καπνίζω, ακούγοντας Pentatonix και Κόρε Ύδρο.
Και φτάνουμε στην επίμαχη μέρα, όπου πέντε λεπτά πριν με πιάσει η νάρκωση, ο δόχτωρ μου ανακοίνωσε ατάραχος οτι “α, θα αφαιρέσουμε και το εξάρτημα”. Κάποια μαλακία πρέπει να είπα μες στην φοβισμένη μου προμαστούρα, ζάντες ή μπουζί, έχει κλείσει και η αντιπροσωπεία και που να τρέχεις τώρα, “την ωοθήκη εννοώ”, διευκρίνησε εκείνος. Ατάραχος. Στην καραπουτσακλάρα του που αυτό όχι δεν το είχε συζητήσει, ούτε καν το είχε αναφέρει πριν βρεθώ ημιναρκωμένη, με τα πόδια πάνω και το μουνί ορθάνοιχτο. Κι εκεί μου τέλειωσε το χιουμοράκι και το βούλωσα για να μην αρχίσω να ουρλιάζω, και την κατάπια τόσο καλά την κραυγή μου, που μετά δεν έβγαινε ούτε ψίθυρος.
Η ανάρρωση ήταν εκατό φορές καλύτερη από την προηγούμενη φορά. Science, byotches, it works. Είχαν πολύ δίκιο όσοι μου λέγαν οτι η λαπαροσκόπηση σήμερα δεν έχει σχέση με αυτή προ δεκαετίας. Κρατήσαμε και την ωοθήκη τελικά. Το Σπλόργκ δεν είχε προλάβει να την ισοπεδώσει. Οι βιοψίες βγήκαν σε δυο βδομάδες και ήταν όλα καθαρά. Αυτή τη φορά δεν ρώτησα ποσοστά. Ούτε πανκ άκουγα. Ούτε την αγάπη. Μόνο τις σκέψεις μου κι αυτό το εκκωφαντικό βουητό που κάνει η πραγματικότητα όταν κατουράει στη μάπα σου μπας και συνέλθεις.
Τις προάλλες πήγα για τον μετεγχειρητικό έλεγχο. Όλα καλύτερα από καλά, οι ωοθήκες πήραν μπρος κι ωορρυγνύουν like it’s 1999. Του χρόνου πάλι.
Δεν χάρηκα. Βασικά, δεν ένιωσα τίποτα. Αστείο δεν είναι; Ούτε καν ανακούφιση. Κενό και λευκός θόρυβος. Τουλάχιστον μέχρι να συνειδητοποιήσω -ξανά και ξανά και ξανά- την ανακούφιση και τη χαρά των ανθρώπων μου, της αγέλης μου, όσων αγαπάω τόσο γαμημένα πολύ και, κοίτα να δεις, μ’ αγαπούν και κείνα άλλο τόσο.
Tότε μόνο κάπως κόπασε αυτός ο λευκός θόρυβος (λευκός σαν σάβανο, σαν αυτό που τυλίξε παράτυπα ο κηδειατζής την καημένη τη γιαγιά, που ενδιάμεσα κόλλησε κοβιντ και πέθανε, και οι οδηγίες λέγαν πως έπρεπε να τη θάψουμε σε σακούλα). Κι όταν ξαναδυνάμωσε, όπως κάνει πάντα ο καργιόλης, η αγέλη των αμέτρητων λίγων μαζεύτηκε γύρω μου και τα ουρλιαχτά μας τον σκέπασαν μέχρι επιτέλους να σβήσει.

Πότε πέρασαν τέσσερα χρόνια ρε παιδιά;
1. Rational Youth – Saturdays In Silesia
2. VNV Nation – Rubicon
3. Stiff Kittens – Eternal Blue
4. Ghost Of Lemora – Dread The Day
5. The Rope – Silence
6. Rot On The March – The Song Of Defeat
7. South of No North – Fell Frozen
Τα καλύτερα I TOLD YOU SO τα λέμε εμείς στους εαυτούς μας.
Τι έλεγα 11 χρόνια πριν; Κάντε προληπτικές εξετάσεις, σώζουν κώλους και ζωές, όχι φασίστες και πλαστικά σε θάλασσες και ακτές. Το έκανα κι εγώ και βρήκα το ποντίκι στο βυζί μου -πλέον φύτρωσα κι άλλα δυο να του κρατάν συντροφιά. Μέχρι που είπα “δε γαμιέται” και είχα ξεχάσει από πότε είχα να κάνω ΠΑΠ ή να πάω στον μουνοδόχτωρ, ο οποίος σημειωτέον έπρεπε να με υπερηχογραφεί κάθε χρόνο γιατί όπως κάθε horror B-movie που σέβεται τον εαυτό της, έτσι και το Splorg μπορούσε ανά πάσα στιγμή να κάνει comeback.
Κι έλεγα “δε γαμιέται” ακόμα κι όταν η περίοδός μου έφτασε να θυμίζει όντως εποχές Σπλόργκ και να έρχεται σχεδόν δυο φορές το μήνα. Μου ‘χε πει την τελευταία φορά ο μουνοδόχτωρ οτι αλλαζουν οι κύκλοι, μεγαλώνουμε, καθαρή είσαι, όλα κομπλέ. Κι έτσι πέρασαν τρία χρόνια μέχρι να διπλωθώ απ’ τους πόνους σε δυο συνεχόμενους κύκλους σε ένα μήνα και να ξαναπάω σερνομενη στον δόχτωρ Μυθριδάτη. Μου έχωσε το ματσούκι και λο και μπηχόλντ, η μήτρα μου είχε παρέα. Όχι Σπλόργκ, αλλά κάτι άλλα που έχουν όντως πλοκάμια. Και κρίνοντας απ’ το μέγεθός τους, σίγουρα δεν μου φύτρωσαν χτες. Ο δόχτωρ με κανόνισε με συνοπτικές διαδικασίες μέσα σε μια βδομάδα. Υστεροσκόπηση αυτή τη φορά, ήτοι μέθη-μαστούρα, sci-fi σκηνικά με κάμερες, καλώδια, υγρά απ’ το Erlenmeyer flask και εισαγωγή-εξιτήριο την ίδια μέρα, οπότε μιλάμε για σαφώς μικρότερη ταλαιπωρία απ’ το έπος του Σπλόργκ. Ίσως κάποια στιγμή τα εξιστορήσω όλα αυτά με λεπτομέρειες, μιας και ξέρετε καλά πως ελκύω τα ο,τι να ‘ναι σκηνικά όπως η λάμπα κάμπινγκ τα κουνούπια-γκοτζίλες (Ανοίγει παρένθεση: υπόσχομαι να μοιραστώ και το πρώτο health scare που με βρήκε το 2020, περισσότερο κωμικό παρά τραγικό, στο οποίο πρωταγωνιστούν ένα αδημοσίευτο paper, ένα μάλλον-ανεύρυσμα, κάτι ελατήρια στο κεφάλι μου και ο δόκτωρ Μπισκοτάκιας-Πατουσάκιας. Κλείνει η παρένθεση).
Δεν είναι όμως αυτή η στιγμή.
Η πιθανότητα για κακοήθεια στα χταπόδια ήταν περίπου 10%. Μην ακούσω κανέναν να λεει οτι “α, οκ, μικρό είναι, σιγά μη σου κάτσει”, καθώς κι αυτοί που πέσαν στο 10% τα ίδια λέγανε. Ζάρια είναι ρε, τα ρίχνεις κι όπως πέσουν. Κι έτσι πέρασα 8 υπέροχες μέρες ακούγοντας μόνο πανκ, όπου καταριόμουν το ξερό μου το κεφάλι, θρηνούσα τις ευκαιρίες που άφησα να περάσουν και σκεφτόμουν πόσο όμορφος είναι ο ήλιος, ο ουρανός και τ’ αστέρια και πόσο ΔΕN ΘΕΛΩ ΝΑ ΠΕΘΑΝΩ ΡΕ ΜΑΛΑΚΕΣ.
Κι έπειτα η βιοψία βγήκε. Δεν είχα καρκίνο. So there you go. Ήμουν στο 90%. Το χάρηκα, το γλέντησα κι έπειτα η συνειδητοποίηση πως τυχαία η ζωή μου δεν χωρίστηκε σε ένα αμείλικτο πριν και μετά, με επανέφερε στην πραγματικότητα.
Η οποία είναι, καλά μου bastard fairies, οτι αν δεν μας φροντίσουμε εμείς, ΔΕΝ ΘΑ ΤΟ ΚΑΝΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΑΛΛΟΣ ΓΙΑ ΜΑΣ. Ποτέ δεν ξέρεις τι σου ξημερώνει κι όπως είπαν και οι Maiden, you never miss it ’till it’s gone away.
Φροντίστε τις εαυτές σας. Στείλτε στο δγιάλο όσους σας τρώνε την ψυχή. Μην αμελείτε τις εξετάσεις σας. Να σας προσέχετε και να σας αγαπάτε. Και ζήστε γαμώ το μπρίκι μου, πιάστε το εδώ και τώρα απ’ τα μαλλιά και ζήστε.
]]>
Elementary
[παίκτης τηλεφωνεί σε vampire τρεις τα ξημερώματα]
Παίκτης: Συγνώμη για το αργό της ώρας.
Vampire: Ξέρω ‘γω, λες να κοιμόμουν;!
A Storyteller’s frustration
ST: To Auspex δεν είναι ραντάρ!!!
My way or…
Παίκτης 1: [τσαντισμένος] ΥΠΑΡΧΕΙ Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ ΔΡΟΜΟΣ ΚΑΙ Ο ΔΙΚΟΣ ΜΟΥ Ο ΔΡΟΜΟΣ!
Παίκτης 2: Ο Πασχάλης Τερζής είσαι;
Not that kind of blood
NPC: Τον καλούσε το αίμα.
Παίκτης: Πίεση στα γεράματα;
Listen fail
Παίκτης 1: …πλην εμού.
Παίκτης 2: Τι να σου πλύνω;!;
Diplomacy for the win
NPC: Έχετε κάποιο πρόβλημα με την clan Lasombra?
Παίκτης: Με παρεξηγήσατε, δεν έχω απολύτως κανένα πρόβλημα με την clan.
NPC: Ωραία.
Παίκτης: Μόνο με τα μέλη της.
Once more with feeling
Παίκτης: Τον πυροβολώ.
GM: Βλέπεις πως οι σφαίρες τον πετυχαίνουν αλλά δεν τον σταματούν.
Παίκτης: Πυροβολώ ξανά, αλλά αυτή τη φορά με πάθος.
Feminism for dummies
NPC: Γυναίκα χωρίς άντρα, ψάρι χωρίς ποδήλατο.
Παίκτης: Θαλάσσης;
Αβρότητες
Αν είναι κυνική; Αυτή μυρίζει λουλούδια και ψάχνει την κηδεία.
Tailor-made
Παίκτης 1: Ήταν καλοντυμένος, ραφινάτος.
Παίκτης 2: Αμφιβάλλω, στη Ραφήνα σαν λέτσοι ντύνονται.
Cheeky monkeys #3: Hunting for brain cells
* Κάτι έχει ακούσει το μάτι μου.
* Το ιδεώδες ιδεατό.
* Του κάνω intimidation χωρίς να τον τρομάξω.
* Η βλακεία είναι εθελοντική.
* Αν διατάξω ένα περιστέρι να πετάξει πάνω απ’ τα ερείπια και να μου πει τι βλέπει, πιάνεται για αεροφωτογραφία;
Γνώρισα τον Μ δυόμιση χρόνια πριν. Τα προσωρινά χαρτιά του έλεγαν ότι ήταν 24. “Καλέ, αυτό είναι αμούστακο” ήταν το διεπιστημονικό μας συμπέρασμα. Ρε Μ, πόσο είσαι παλικάρι μου; 24. Ρε Μ, σου μοιάζω για μπάτσος; Πες μας την αλήθεια γιατί όσο είσαι εσύ 24, άλλο τόσο είμαι εγώ η βασίλισσα της Αγγλίας. Τίποτα αυτός. Εν τέλει πήγε και καταγράφηκε και ντροπαλά μας έφερε τη νέα του κάρτα. Ρε Μ, τι γράφει εδώ; Γέλασε κοιτάζοντας το πάτωμα. 16 ο Μ. Σουήτ σιξτίν που λεν και στα ξένα. Τα δεκαεφτά τα πάτησε κάπου σε κάποια γείτονα χώρα, έχοντας κάνει κι ένα κωμικοτραγικό τουρ εντός συνόρων στο μεταξύ. Μαθαίναμε νέα του όταν έφτασε στη χώρα προορισμού -είχε βρει κάτι συγγενείς και μου στελνε φωτογραφίες στο βάημπερ όπου αυτός και τα ξαδέρφια ποζαραν α λα Snoop Dog με γυαλιά Oakley, κατευθείαν από 90s διαφήμιση για rave party. Και κάπου εκεί τον χάσαμε κ αναρωτιόμασταν συχνά πυκνά τι να κάνει, όπως αναρωτιόμαστε συχνά πυκνά που να ζει τώρα ο κύριος Ντ, αν ο κύριος Μπ βρήκε την οικογένειά του, αν ο Σ έμαθε τι απέγινε ο αδερφός του και αν η Π είναι ασφαλής κι ευτυχισμένη.
Σήμερα ο Μ με βρήκε στο γουατσάππ. Είναι καλά, δουλεύει -μου στειλε και βίντεο να τον καμαρώσουμε εν ώρα εργασίας- και σπουδάζει στο Πανεπιστήμιο. Δεν θα μας ξεχάσει, είπε.
Ούτε εμείς, καλό μου.
ΥΓ. Και μετά σκέφτηκα τον κύριο Α και την κηδεία του, το χαμόγελο της Σ, τα υπέρηχα που γίναν ανθρωπάκια και με φωνάζουν auntie, κάθε δημόσια υπηρεσία που μπορώ πλέον να διασχίσω με κλειστά μάτια κραδαίνοντας εγκυκλίους και ΦΕΚ σαν φωτόσπαθα jedi κι όλους εσάς που έχουμε μοιραστεί τόσα, έχουμε γελάσει, έχουμε κλάψει, έχουμε θυμώσει κι έχουμε θρηνήσει, έχουμε γιορτάσει κι έχουμε κρατήσει το φως που καίει ακόμα και κάτω από βροχή καταρρακτώδη κι ακόμα, ακόμα κι αν δεν συνυπάρχουμε πια 9 με 5 στο γραφείο η τις Πέμπτες σε κάποιο meeting, ακόμα κι αν μας χωρίζουν θάλασσες και χώρες ολόκληρες, με βοηθάτε να συνεχίζω να πιστεύω σε έναν καλύτερο κόσμο.
]]>
«Το δέντρο…» επανέλαβα, σχεδόν μηχανικά.
«Δεν με πιστεύεις, έτσι δεν είναι;»
Ήπια λίγο καφέ και διάλεξα προσεκτικά την απάντησή μου.
«Προσπαθώ να καταλάβω τι εννοείς»
«Το δέντρο με ρώτησε αν ήθελα να πεθάνω. Εγώ του είπα όχι, απλά δεν άντεχα να ζω άλλο έτσι. Εκείνο μου είπε εντάξει και το ξύλο έσπασε. Έπεσα κάτω. Ήμουν ζαλισμένος, πνιγόμουν, δεν ξέρω πόση ώρα πέρασε. Ήρθαν και με βρήκαν. Μου είπαν οτι με είδαν απ’ τον κάμπο και έτρεξαν. Ήταν σίγουροι πως δεν θα με προλάβαιναν ζωντανό.»
Δεν ήταν η πρώτη φορά που ο Τίτο μου μιλούσε για την απόπειρα που έκανε στο νησί. Προσπάθησε να κρεμαστεί σε μια ελιά. Τον έσωσε ο συνδυασμός της άτεχνης θηλιάς και του κλαδιού που δεν άντεξε το βάρος του. Ήταν όμως η πρώτη φορά που ισχυριζόταν πως το δέντρο του μίλησε.
«Νομίζεις πως είμαι τρελός» Έσφιξε προστατευτικά την τσάντα στην αγκαλιά του, την τσάντα που δεν αποχωριζόταν ποτέ και που περιείχε τα πολύτιμότερα πράγματα που είχε στην κατοχή του -τα χαρτιά του κι ένα κομμάτι από εκείνο το κλαδί.
«Δεν είπα ποτέ τέτοιο πράγμα, Τίτο.»
«Το δέντρο με έσωσε. Του είπα ευχαριστώ, αλλά…» Κόμπιασε, κοίταξε ολόγυρα στο δωμάτιο κι έπειτα έστρεψε το βλέμμα του σε μένα. «Αλλά είναι αρκετό; Μου έσωσε τη ζωή»
Ο κύριος Σαμίρ είχε φέρει μαζί τους χάρτες του.
«Το σκέφτηκα καλύτερα. Είμαι σίγουρος οτι είχαμε περάσει τα σύνορα. Την άλλη μέρα είδαμε το ποτάμι, άρα ήμασταν κάπου…» Χωρίς να με ρωτήσει, με τη σιγουριά του ανθρώπου που έχει κάνει το ίδιο ακριβώς πράγμα πολλές φορές, παραμέρισε τα λιγοστά χαρτιά και τη μολυβοθήκη στο γραφείο μου και άπλωσε τον μικρότερο απ’ τους χάρτες μπροστά μου. «…εδώ.» Μου έδειξε μια τοποθεσία κάπου στην άκρη, περιτριγυρισμένη από γραμμές και σημειώσεις. «Θα μου δώσουν βίζα; Αν τους εξηγήσω, θα μου τη δώσουν;»
«Λένε πως ορφανεύεις πραγματικά μόνο όταν χάσεις τη μητέρα σου», επαναλάμβανε ο κύριος Ετιέν ενώ έκλαιγε με λυγμούς. Είχε μόλις χτες μάθει πως έχασε τη δική του. Είχε να την δει απ’ όταν έφυγε -κοντά δυο χρόνια. Δεν μπορούσε να πιστέψει πως δεν θα την ξανάβλεπε. Πέρασε από την εκκλησία στην πλατεία να της ανάψει ένα κερί αλλά δεν είχε ούτε δέκα λεπτά να ρίξει στο παγκάρι. Είχε κόσμο, τον κοιτούσαν. Ντράπηκε κι έφυγε.
Έστριβε τσιγάρο με το ένα χέρι. Οι κινήσεις των δαχτύλων της ήταν μαγευτικές και ακατανόητες. Ένιωθα σαν να κρυφοκοιτούσα τον καλύτερο ταχυδακτυλουργό του κόσμου. Θα αρκούσε αυτό για να την ξεχωρίσω μέσα στο χάος του μαγαζιού, ακόμα κι αν δεν μου είχε ήδη τραβήξει την προσοχή το χαρακωμένο από ουλές κολόβωμα στον αριστερό της ώμο. Δεν το έκρυβε -το αντίθετο. Οι μακριές της τζίβες έπεφταν απ’ τη δεξιά μεριά του κεφαλιού της, αφήνοντας ο,τι είχε μείνει απ’ το χέρι της σε κοινή θέα. Παρατήρησα τους μύες σ΄εκείνο το σημείο να συσπώνται, ξανά και ξανά, όσο το δεξί της χέρι έκανε τα μαγικά του. Κι έτσι, τελείως ανεξήγητα, αναρωτήθηκα πως θα ήταν αν την άγγιζα -αν θα ένιωθα αυτόν τον παλμό που κάπως, με κάποιο τρόπο, ήμουν σίγουρη πως μπορούσα να διακρίνω, παρά το μισοσκόταδο γεμάτο καπνούς και μωβ φώτα. Με το τσιγάρο έτοιμο και τέλειο ανάμεσα στα κόκκινα χείλη της, γύρισε αργά προς το μέρος μου. Τράβηξε μια βαθιά τζούρα, χαμογέλασε και μου έκανε νόημα να πλησιάσω. Κανονικά θα έπρεπε να γυρίσω να κοιτάξω πίσω μου -σίγουρα δεν απευθυνόταν σε μένα- ή να γίνω τελείως ρεζίλι κάνοντας κάποιο νόημα τύπου «τι, εγώ;». Κι όμως, κατάπια την αμηχανία μου και πλησίασα.
Την έλεγαν Λορένα και ήταν απ’ την Ισπανία. Ήταν στην Ελλάδα περίπου τρια χρόνια, πρώτα στα νησιά και τώρα στην Αθήνα. Την άφησα να με κεράσει το τρίτο ποτό της βραδιάς -δεν έπρεπε να πιω άλλο, πραγματικά. Ήταν όμως η μέρα παράξενη, εκείνη πανέμορφη και ο θυμός μου ακόμα φλεγόμενος -για τον σκατένιο κόσμο που ζούμε, για κάθε χίπη σαν και του λόγου της που έρχεται εδώ να κάνει ανθρωπιστικό τουρισμό, για όλα όσα δεν μπορώ να βάλω σε λέξεις αλλά σέρνω σαν αόρατη ουρά όπου κι αν παω, ο,τι κι αν κάνω. Το ποτό ήρθε και ενάντια σε κάθε ένστικτο αυτοσυντήρησης το ήπια λαίμαργα, σχεδόν μονορούφι, λες κι έτσι θα έσβηνε η φωτιά μέσα μου.
Δέχτηκα κι άλλο κέρασμα όσο η Λορένα μου μιλούσε για μια κατάληψη που ετοιμαζόταν στα βόρεια. Κοίταξα τριγύρω για τον συνάδελφο που είχε αμάξι -πολύ σύντομα δεν θα ήμουν σε κατάσταση να περιμένω λεωφορείο. Ή θα μπορούσα να φύγω μαζί της. Το δεξί της χέρι, όταν δεν έστριβε αριστοτεχνικά τσιγάρα που αψηφούσαν τη λογική, έβρισκε, δήθεν τυχαία, το δικό μου. Ήταν μια πρόσκληση που ξεκάθαρα περίμενε απάντηση.
«Δεν θα με ρωτήσεις;» μου είπε ξαφνικά.
«Να σε ρωτήσω τι;»
«Πως έχασα το χέρι μου»
Κανονικά θα έπρεπε να της εξηγήσω οτι δεν είμαι ούτε τόσο αγενής, ούτε τόσο αδιάκριτη. Ήμουν όμως στο τέταρτο ποτό και ο κόσμος είχε πάρει μια ευχάριστη κλίση περίπου ογδόντα μοίρες.
«Θα ήθελες να σε ρωτήσω;»
Χωρίς να περιμένω απάντηση και χωρίς στ’ αλήθεια να το θέλω, κάρφωσα το βλέμμα μου ξανά εκεί, όσο αδιάκριτα με προκάλεσε να κάνω. Τότε συνειδητοποίησα πως αυτά που είχα περάσει για ουλές ήταν ένα τατουάζ -αμέτρητα κλαδιά και φύλλα που κάλυπταν ολόκληρο το κολόβωμα και συνέχιζαν να κατεβαίνουν στην πλάτη και τον θώρακά της. Δεν χρειάστηκε να διακρίνω τους μαύρους καρπούς μέσα απ’ τα φυλλώματα για να καταλάβω πως ήταν λιόδεντρο -τόσο ζωντανό, σχεδόν ανάγλυφο, τρισδιάστατο μπροστά μου. Και ήμουν πια σίγουρη, πέρα από κάθε αμφιβολία, πως αν την άγγιζα θα ένιωθα όχι μόνο εκείνον τον παλμό, αλλά και τον τραχύ κορμό με τα λεπτά φύλλα ενός πραγματικού δέντρου.
Δεν θυμάμαι αν της είπα κάτι. Θυμάμαι το χαμόγελό της κι έπειτα τον δρόμο κάτω απ’ τα πόδια μου, θυμάμαι να περιπλανιέμαι στα στενά της Κυψέλης μέχρι που έφτασα στην πλατεία.
«Ετοιμάσου για τα χειρότερα», μου είχε πει ο γιατρός ένα χρόνο πριν όσο την κατέβαζαν για τον υπέρηχο. Δεν μπορούσα να παω μαζί της γιατί έπρεπε να τακτοποιηθούν τα γραφειοκρατικά της εισαγωγής. «Μιας που θα κατέβεις, φτιάξε και το εξιτήριο της κυρα-Σταυρούλας να μην τρέχει ο γιος της», με είχε διατάξει η μάνα μου πριν απλωθεί στο φορείο. Η κυρία Σταυρούλα ήταν η καλοκάγαθη γιαγιά στο διπλανό κρεβάτι. Θα ερχόταν το μεσημέρι ο γιος της να την πάρει -δεν μπορούσε νωρίτερα, δεν του έδιναν άδεια από τη δουλειά του- αλλά το εξιτήριο έπρεπε να έχει ήδη βγει. Με τα βιβλιάρια ανά χείρας αναζήτησα το πρωτόκολλο. Ήταν σε άλλο κτήριο και έπρεπε να διασχίσω το προαύλιο. Έκανε ζέστη και ο ήλιος, ο ήλιος ήταν τόσο ανελέητα εκτυφλωτικός που τα πάντα έμοιαζαν ν’ ακτινοβολούν. Σκέφτηκα τότε –«κι άμα πεθάνει η μάνα μου, θα συνεχίσει άραγε ο ήλιος να ανατέλλει;»
Η μάνα μου δεν πέθανε και ο ήλιος είναι ακόμα στη θέση του.
Ίσως κάπου υπάρχουν κοπέλες που γίνονται δέντρα. Ίσως βοηθάει να πιστεύεις σε κάτι περισσότερο ανεξήγητο απ’ τον πόνο και την οδύνη. Σ’ έναν άλλο κόσμο που δεν βλέπουμε με ανοιχτά μάτια, αλλά είναι εκεί όταν τον χρειαζόμαστε.
Αυτά σκεφτόμουν, χωρίς να το θέλω, όσο άναβα και τοποθετούσα προσεκτικά ένα κερί στο καντηλέρι της εκκλησίας. Κι ας μην πιστεύω σε τίποτα -θεούς, ψυχές, μοίρες και γραμμένα- πέρα απ’ την ελπίδα για έναν καλύτερο κόσμο. Ένα κερί -για τη μάνα που πέθανε πριν ξαναδεί τον γιό της; Για τον πατέρα που δεν ξέρει καν σε ποια χώρα έθαψε το μωρό του; Για όσους ψάχνουν να δώσουν νόημα στο οτι ζουν ακόμα; Για όλους; Για κανέναν;
Για την επόμενη μέρα, μάλλον, και τον ήλιο που θα συνεχίσει ν’ ανατέλλει όσο εμείς παλεύουμε με το σκοτάδι.
]]>