τα ρήματα ένα έθνος χρησιμοποιεί με σθένος όταν το θέλω του δηλώνεται καθαρά με πράξεις
έτσι και εσύ γυρεύεις να πνίξεις τα ρήματα για να μπορέσεις ίσως να σβήσεις σχεδόν αφανίσεις τις πράξεις των άλλων πράξεις που πεζοπορούν την αθλιότητα
[…] Κι αν και δεν έγινε καμιά εισαγωγή, Ο Σάκκο είπε, “Κύριοι, καλησπέρα.” Και πριν δεθεί το τελικό λουρί για να τον σφίξει Ο Σάκκο ψέλλισε: “Εις το επανιδείν, μητέρα.” Κατόπιν έφτασ’ ο Βαντσέττι. Ήθελε στο απέραντο κοινό του κόσμου όλου Να το πει αυτό που κουβαλούσ’ εντός του. Ήταν η ώρα να το πει. Έπρεπε ή τώρα να μιλήσει ή να χαθεί για πάντα στη σιωπή. Το κράνος προσδενόταν γύρω απ’ το κεφάλι. Σφίγγονταν τα λουριά που του ‘κλειναν το στόμα. Κραύγασε, “Θα ’θελα κάποιους να τους συγχωρούσα Γι’ αυτό που κάνουν τώρα.” Και λοιπόν τώρα Είν’ όντως πεθαμένοι οι νεκροί;
[Ο ποιητής Καρλ Σάντμπουργκ (1878 – 1967), που γεννήθηκε στο Ιλινόι και προερχόταν από οικογένεια φτωχών σουηδών μεταναστών, υπήρξε μέγιστη μορφή της αμερικανικής ποίησης. Στον Σάντμπουργκ, που είχε εγκαταλείψει το σχολείο από νωρίς για να κάνει όλες τις δυνατές δουλειές και το ξανάρχισε λίγο αργότερα για να συγγράψει, απονεμήθηκαν τρία βραβεία Πούλιτζερ.]
Είναι τώρα τ’ αστέρια που πασχίζουν να λάμψουνε στα μάτια σου δυο φώτα βραδινά που ξεστρατάν απ’ το γρι-γρι του γαλαξία. Χορεύει η νύχτα με τ’ αγέρι χορεύει μια πλεξίδα φεγγαριού στο στήθος της θάλασσας. Σε λίγο θα χαράξει ένα χαμόγελο στο στόμα της γαλήνης – έτσι που το σκαλίζαμε στις κρυφές συνεδριάσεις έτσι που το γράφαμε στους τοίχους τίτλο του καινούριου τραγουδιού μας. Βάλε τώρα ένα τραπέζι στα ρηχά να δειπνήσεις μαζί με τη νύχτα. (Πέρα στην πολιτεία στο λίγο φως της λάμπας που καπνίζει είναι πολλοί που απεργούν κι άλλοι που θ’ απεργήσουν ζητώντας λίγη αρμύρα θάλασσας φρέσκο ψωμί και μια εκδρομή στην ξαστεριά.) Άφησε να γλιστρήσουν στους αλατισμένους ώμους σου οι ώρες του μεσημεριού να γίνεις άξιος της νύχτας σαν τον μικρό ψαρά που κλαίει καταμεσής στην άδεια βάρκα του μόλις που πιάσανε τα δίχτυα ένα κοπάδι θαλασσινές πυγολαμπίδες. Ποιος έφερε δω πέρα τούτη τη βραδιά ετούτη τη χλωμή βραδιά σαν εικοσάχρονη άνοιξη με μια κόκκινη μαντίλα στα μαλλιά της; (Τι τάχα να ’γιναν οι εκλογές πέρα στην πολιτεία;)
Καιρός να γράψεις μιαν ακρογιαλιά γραμμή στον πέρα ορίζοντα κι ένα μικρό μικρό πανί καλοσυνάτης σκούνας να πέφτει ο ίσκιος στα νερά σα να ’σμιξε τα φρύδια ο Αποσπερίτης. (Οι σύντροφοι τις κέρδισαν – το νιώθεις πέρα στην πολιτεία.) Αρχίζουν να περνάν οι βραδινές παρέες αλαμπρατσέτα με τ’ αστέρια ένα κλωνάρι φως στ’ αυτί τους τσαλαβουτάν ξυπόλυτοι σαν ανοιξιάτικα παιδιά και η θάλασσα ονειρεύεται πως ήρθαν δυο τρυγόνια να κοιμηθούν μαζί της. (Στην πολιτεία φορέσανε την πιο σκληρή καρδιά τους κι είναι τα σινεμά το περσινό ζουρνάλ με γεγονότα του χειμώνα και πού να πας και πώς να βγεις ν’ ακούσεις τον απόηχο του δάσους –χρώμα ζεστό, χρώμα χρυσό– χορτάρι κι ανεμώνες;) Ποιος θα το φέρει∙ η θάλασσα ποιος θα το πάρει∙ η θάλασσα χρυσό σκουφί που το φοράς για λίγο καλοκαίρι σκουφί σαν ήλιος κόκκινος που βάφει την καρδιά σου και τη ματώνει φλάμπουρο να το καρφώσεις μόνος στο πιο ψηλό της πολιτείας κοντάρι στο πιο ψηλό της θάλασσας μπαλκόνι να το φιλάει η θάλασσα να το δροσίζει η νύχτα να ’ναι φρουρός στον ύπνο μας ν’ αχνογελά η αυγούλα στα μάτια της καλοκαιριάς στο στόμα της γαλήνης.
*Από το “Ακόμα τούτη η άνοιξη” (1946), στη συγκεντρωτική έκδοση “Ποιήματα 1941-1974, Εκδόσεις Καστανιώτη 1978.
Θέλω να κοιμηθώ σα μήλο της μηλιάς, να ξεμακρύνω από την τύρβη των κοιμητηριών, θέλω να κοιμηθώ τον ύπνο εκείνου του παιδιού που ήθελε να κόψει την καρδιά του στις πλατιές θάλασσες. . Δε θέλω να μου ξαναπούν πως οι νεκροί δεν χάνουν αίμα, πως το σάπιο στόμα ζητάει ολοένα νερό. Δε θέλω να μάθω για τα μαρτύρια της χλόης, μήτε για το φεγγάρι που έχει στόμα σερπετού και δουλεύει πριν έρθει η αυγή. . Θέλω να κοιμηθώ λιγάκι, λιγάκι, ένα λεπτό, έναν αιώνα, αλλά να μάθουν όλοι πως δεν πέθανα πως κούπα χρυσαφιού στα χείλη μου έχω πως είμαι ο μικρός φίλος του Δυτικού ανέμου πως είμαι των δακρύων μου η απέραντη σκιά. . Σκέπασέ με μ’ ένα τούλι την αυγή γιατί θα μου πετάξει χούφτες μυρμήγκια ο θάνατος και τα ποδήματά μου θα μουσκέψει με σκληρό νερό για να γλιστράνε οι δαγκάνες του σκορπιού του. . Γιατί θέλω να κοιμηθώ των μήλων τον ύπνο, για να μάθω κάποιον θρήνο που θα με καθάρει από το χώμα γιατί θέλω να ζήσω μ’ εκείνο το παιδί το σκοτεινό που ήθελε στ’ ανοιχτά νερά να κόψει την καρδιά του.
Να κόβω τα μαλλιά μου να κάνω δεμάτια που θα σκορπίζω στους αγρούς να ‘χούντα που στέλνεις να βοσκήσουν τα σύννεφα Να κουβαλώ μπαούλο αφοδράριστο να χώνεσαι κάθε που κρύβεσαι απ’ το φως με μαύρα τα φτερά και ζουληγμένα να σε φυγαδεύω Να ‘μαι κουκέτα σε αρχιπέλαγος χωρίς διεύθυνση να απαντάς μόνον αν θες· ποτέ να μην το φέρνει η ώρα να θελήσεις να μου απευθύνεσαι -να μην υπάρχω- Ανίερο ν’ αντέχω προσκύνημα απόλαυση ανάλεκτη κι ανέκκλητη μεταξωτού υπογάστριου μιας αναχώρησης λαθραίας Να πλέω
*
ΣΟΥΡΟΥΠΟ – ΒΡΑΔΥ-ΝΥΧΤΑ ΦΘΟΓΓΟΣ ΗΛΙΟΥ
Επιμένω κοιτάζοντας κατάματα το ηλιοβασίλεμα αποτραβώ το βλέμμα ήλιοι λικνίζονται παντού μελανοί στην ώχρα του σκαμμένου αγρού ρόδινοι στο φόντο χλωρού καλαμιώνα χρυσοί με το που σμίγω τα βλέφαρα αναπηδούν αναγεννώνται αντιστέκονται στην έλξη μιας φλεγματικής κορυφογραμμής απέναντι στην Πάρο καθένας τους και μια μόνο στιγμή μια ανάμνηση μια αποτζιατούρα πριν από την επόμενη κίνηση της νύχτας που φτάνει «Μιμείται κανείς, όταν αποτυγχάνει!»
*Από τη συλλογή “Πλάνης στην πλάνη της”, Εκδόσεις Θίνες, 2024.
ο μαθητής της πρώτης δημοτικού έκρυβε συνεχώς το πρόσωπο του την ώρα που οι συμμαθητές του κοιτούσαν το νέο σχολείο εκείνος βρήκε μια απόμερη γωνιά και κρύφτηκε το ρολόι κόλλησε ξαφνικά κι εγώ χωρίς να ξέρω πως θυμήθηκα όλους τους απροσάρμοστους τους ξεχασμένους της ζωής να δακρύζουν μόνοι στα ξηρά αλλά αγιασμένα τους καταφύγια
*Σεπτέμβρης 2021, αγιασμός στο Δημοτικό Σχολείο Κεραμείου Λέσβου.
(με αλληλεγγύη και για την εργατική τάξη στη διασπορά)
Η φωνή μου φωνές μας Πανταχού παρούσα η απουσία μου κάθε στιγμή που φίνα φοντάν ξετυλίγετε ή και αλλιώς παιχνίδια για τα παιδιά σας ξεφτέρι έχω γίνει στο περιτύλιγμα ––«your fingers, magic» ο γλοιώδης εργοδότης … αλλά ακόμη και στην οικονομία του σούσι θα με βρείτε ναι του σούσι όταν λιώνει στο στόμα σας γεύεστε τη πειθαρχία μου 完璧 kanpeki / περφέξιον / teleiotita ––συνθήκες απαίτησαν και ακριβώς γι αυτό λουσμένη με αίματα η κολλητή μου portion cutting το λένε σε περίπτωση που δεν γνωρίζετε στα παϊδάκια που ξεκοκαλίζετε ξεδιάντροπα σε selfie να στάζουν λίγδα στο fb πανταχού παρόν το εξαντλημένο της κορμί Η φωνή μας στα check out των σούπερ μάρκετ «178.56 is your total» στου mall την ανακοίνωση lost & found ανακουφιστικός επιβεβλημένα ο τόνος ––πέπλο στον πόνο που με σφάζει από χθες Χείμαρρος στη φωνή της σερβιτόρας «enjoy» «can I get you anything else»? συνταγή φράσεων eggυημένη ––σε αναζήτηση καθημερινής ποίησης και ακόμα Στο χαμόγελο όταν σας προσφέρω τη μορταδέλα «is this how thin you like it sir?» όπως ακριβώς την ζητήσατε Η προφορά του toy «thin or thick»? ––I amuse myself Απούσα είμαι αόρατη μπροστά σας δεν με βλέπετε φάντασμα πού μένω pως τα βγάζω πέρα τι σκέφτομαι ––η χθεσινή έκρηξη πώς με γερνάει ο φόνος φωνών μιλήσανε ποιος ακούει ποιος ακούει tι ψηφίζω τι καταριέμαι από που ψωνίζω το εβδομαδιαίο μπάτζετ αγώνας δρόμου αγωνία ––Ι «cut γωνίες»* όπου με παίρνει πώς κατέληξα εδώ κάθε βράδι σε τι νότες τσιρίζει η εξουθένωση στης λεκάνης το ζεστό νερό ––βουλιάζει το παράπονό μου Η «υποκειμενικότητά» της έπιασε κάπου το μάτι μου ίσως σε κάποιο μελέτημα από τα δικά σας δεν θυμάμαι που και που τα ξεφυλλίζω στο κινητό στο μετρό στο τραμ ταμάμ λέω αν μου αρέσει η φωνή σας αγαπημένη του παππού η λέξη η Ελλάδα μ’ έχει τραγουδήσει είμαι η Μαίρη Παναγιωταρά όμως εσείς εδώ μας ξεχνάτε ξεχνάτε ξεχνάτε your money ate us ate us ate την ύπαρξη μας τα ποπ τα όπα στον «έρωτα που άλλο δεν αντέχω» ας είναι καλά ο Γρηγόριος ο Ερευνητής Υπάρχω τώρα κάπου 15% πιο πάνω από τον πάτο των 8% σε near poverty Υπάρχουμε στις στατιστικές του αναλύσεις %%%%%%% εκεί ελλοχεύουν ίσως κάποιες λύσεις ––αχ με πιάνει το μεράκι φέρε Θοδωρή την πολύτιμη ρακί και ανθρωπολόγο τρυφερά να μας ρωτήσει πόσο κόστισε εκείνη η επώδυνη ραφή Η φωνή να ακουστεί πόσες οκάδες κούρασης χώρεσαν στο λαμπερό παλτουδάκι για το χρυσό μου Ελενάκι την Ελενίτσα μου for her name day, you know, αμέ! να χαρεί κι αυτό μια μέρα να πλέει στο σωματάκι του το διάλεξα άσμα πλεονάσματος τα μέτρα της οικονομίας να καταργήσει για χάρη της ημέρας ––να φορεθεί και του χρόνου ομολογώ το σκέφτηκα πριγκίπισσα όμως με τίποτα δεν την ντύνω με μαγικό ραβδάκι το Μίδα να φλερτάρει αγωνίστρια τη θέλω τις φιλανθρωπίες να απεχθάνεται στα zip code του Μαν Αχ ταn τις γκαλά με τα καλά τους τα παπιγιόν τα ρεβεγιόν τα σκατογιών τις τουαλέτες τις χρυσές σερβιέτες δομικές αλλαγές απαιτώ μια ρεμπέτισσα παλιάς κοπής ζητώ το αχ σκοτεινής φωνής λεπίδα να κόβει του χρόνου τις ρωγμές δύσκολου ξημερώματος την οργή μας οργιές σε νέα βάθη να βυθίζει από μέσα της να τραγουδώ ενώ διαδηλώνω της τάξης μου τα δίκαια να διεκδικώ.
*Σημείωση cut corners: τρόποι να εξοικονομηθεί χρόνος ή χρήμα.
4 Αυτοί οι μονότονοι ήχοι είναι της πολιτείας το τραγούδισμα με τ’ ουρανού τον αντίλαλο.
Στ’ αυτιά μου ένα συνεχές μούρμουρο της ασέλγειας των μηχανών
και συντροφεύει την ύπαρξή μου
5 Μεσάνυχτα στο δωμάτιό μου έξω ακούγεται ο αργός βηματισμός της αντάρτισσας άνοιξης. Θρυμματίζομαι στην πίεση μιας σκέψης φωνή από κάπου μακριά συντροφευμένη με αγρύπνια.
Δεν έχω είμαι ούτε όνομα δεν έχω κορμί ούτε πνεύμα κλαίω σιωπηλά τη γη μου. Καλώ μια ζωή με μόχθο και θλίψη πίσω απ’ το σκοτάδι.
6 Ένα τραγούδι απόψε υψώνεται από τα βάθη μιας ερημικής καρδιάς.
Ύφος χαμόγελο και λευτεριά αυτό το πηγαίο.
Μόνος χωρίς αγάπη ή θάνατο γυμνός, σκοταδιού τέλμα.
*Από τη συλλογή “Αντί της σιωπής”, σε ζωγραφική Τάσου Μαντζαβίνου, Εκδόσεις Καστανιώτη, 1993.