Ο Γιώργος άφησε το ποτήρι του στο τραπεζάκι. Το μπλε υγρό χόρεψε με το τελευταίο κομμάτι πάγου στα τοιχώματα του ποτηριού πριν σταματήσει τα κύματά του. Ή όψη του ήταν η προσωποποίηση της κούρασης. Τα μάτια του είχαν τεράστιους μαύρους κύκλους από κάτω, σαν μπλε ημισέληνους. Το χρώμα τόνιζε το σκούρο μπλε των ιρίδων του με έναν ασθενικό τρόπο. Οι ώμοι του γερτοί, το πρόσωπό του προσωπείο απάθειας. Αν και ήταν 30, άνετα τον πέρναγες για 45.
Οι τελευταίες λέξεις της Λίας αντηχούσαν ακόμα στο μυαλό του, λίγο πριν τον αφήσει «Δε μπορώ να συνυπάρξω πια μαζί σου, ρε Γιώργο. Κουράστηκα…» Η ανάμνησή της να τινάζει τα μακριά ξανθά μαλλιά της, το αργό τιναχτό της περπάτημα, η εικόνα της να απομακρύνεται στο δρόμο τον στοίχειωνε ακόμα.
Και πήρε μαζί της και όλα τα όνειρα που κάνανε οι δυο τους, αφήνοντας στη θέση του καθενός μια τρύπα που πονούσε. Το πρώτο τους παιδί θα το έβγαζαν Κλειώ αν ήταν κορίτσι και Άρη αν ήταν αγόρι… Θα έπαιρναν μια γάτα για να παίζουν μαζί της τα βράδια… Θα πήγαιναν Χριστούγεννα στη Νέα Υόρκη. Θα έβλεπαν τις πυραμίδες στην Αίγυπτο. Θα γερνούσαν παρέα… Όσο κι αν προσπαθούσε να μην τα σκέφτεται, όσο κι αν καθόταν ως αργά στη δουλειά για να ξεχνιέται, τα βράδια γύριζε στο σπίτι του (το σπίτι τους) και το καθένα τους επέστρεφε στο μυαλό του πεισματικά για να τον πονέσει λίγο ακόμα. Και η Λία δεν απαντούσε πια το τηλέφωνο και είχε αλλάξει σπίτι. Κι ο Γιώργος τρεις μήνες τώρα ακόμα ξυπνούσε τα βράδια και φανταζόταν ότι την κρατάει αγκαλιά…
Άκουγε ότι το βαθύ μπλε ήταν το χρώμα της θλίψης, αλλά το θεωρούσε βλακεία. Γι’ αυτόν το χρώμα της θλίψης ήταν το μαύρο. Πάντα όλοι μαύρα φορούν όταν πενθούν, όχι μπλε. Γι’ αυτό κι εκείνος, στην ύστατη προσπάθειά του να μην αφήσει τον εαυτό του να πέσει στα τάρταρα της παραίτησης, υπάκουγε στη φωνίτσα στο βάθος του μυαλού του που του απαγόρευε να φορέσει μαύρα. Το μπλε ήταν το τελευταίο του οχυρό.
Όσο η έλλειψη της Λίας τον πονούσε σαν μια τρύπα στη μέση του στήθους του που δεν έκλεινε με τίποτα, τόσο στρεφόταν στο μπλε. Στη δουλειά είχε βάλει ένα χλωμό μπλε φόντο στα email του. Οι φίλοι του σπάνια τον έβλεπαν με άλλο χρώμα μπλούζα πια. Το μπλε τζιν ήταν κανόνας από πριν, έτσι σ’ αυτό το σημείο δεν παρατήρησε κανείς διαφορά. Μόνο που τώρα το κεφάλι του ήταν κρυμμένο στο γαλάζιο καπνό του τσιγάρου του που κρεμόταν σχεδόν μονίμως από τα χείλια του. Και τα μάτια του, αυτά τα μάτια που πάντα χαμογελούσαν σκανταλιάρικα, αυτά τα μπλε μάτια που πριν έξι χρόνια είχαν κερδίσει τη Λία με την πρώτη ματιά, τώρα ήταν θαμπά και απόντα.
Κοίταξε το ποτήρι του στο τραπεζάκι. Η Smirnoff North ήταν πολύ γλυκιά για τα γούστα του, αλλά το χρώμα τον γαλήνευε. Γαλάζιο οινόπνευμα. Δρα γρήγορα. Το δωμάτιο ήταν βαμμένο γαλάζιο. Ήταν το μόνο δωμάτιο του σπιτιού που είχε αυτό το χρώμα, όλα τα άλλα ήταν άσπρα. Το είχαν βάψει με τη Λία μαζί το καλοκαίρι που είχαν αποφασίσει να μείνουν μαζί, όταν εκείνη του είχε ανακοινώσει ότι οι επιστήμονες έλεγαν ότι ένα γαλάζιο υπνοδωμάτιο σε κάνει να κοιμάσαι πιο ήρεμα. Είχαν αγοράσει μπλε σεντόνια για να ταιριάζουν με το υπόλοιπο δωμάτιο.
Σ΄αυτό το δωμάτιο η παρουσία της ήταν πιο έντονη. Ο Γιώργος δεν μπορούσε να αποφασίσει αν του έκανε καλό να περνάει χρόνο εκεί μέσα ή έστω να το αφήνει ακόμα βαμμένο σ’ αυτό το χρώμα. Η τρύπα στο στήθος του τον πονούσε αφάνταστα, αλλά εκεί μέσα η αύρα της ήταν ακόμα παρούσα. Σχεδόν μπορούσε να τη φανταστεί να απλώνει τα μακριά της πόδια στο κρεβάτι και να του χαμογελάει με νόημα. Τι σημασία είχε πια όμως; Δεν ήταν πια εκεί. Και σε κείνη τη φάση της ζωής του ο Γιώργος δεν είχε δύναμη να αλλάξει χρώμα. Το μπλε ήταν η σανίδα σωτηρίας του. Τον έτρεφε και τον κατέστρεφε ταυτόχρονα.
Έκλεισε τα μάτια και τα πίεσε με τα δάχτυλά του. Μπλε ακανόνιστα σχήματα άρχισαν να χορεύουν μπροστά του. Πήρε μια βαθιά ανάσα και την κράτησε. Άραγε θα έλειπε σε κανέναν αν εξαφανιζόταν; Αν κατά λάθος βούλιαζε στη μπανιέρα και πνιγόταν στο νερό; Ή αν μπερδευόταν, επίσης κατά λάθος, η γραβάτα του στη μπάρα της ντουλάπας και κρεμιόταν; Το πρόσωπό του θα γινόταν τότε εξίσου μπλε με την αύρα του. «Σταμάτα!», διέταξε η φωνίτσα λογικής στο κεφάλι του. «Μην τολμήσεις!», η φωνίτσα αγρίεψε. Η μπλε σκέψη πισοπάτησε. «Ούτε να το σκέφτεσαι!», η φωνίτσα δε σήκωνε αντιρρήσεις.
Έβγαλε τον αέρα από μέσα του και σαν κάτι ν’ άλλαξε. Σαν να έβγαλε και δέκα κιλά βάρος από πάνω του. Κάτι μέσα του κούμπωσε. Συμφιλιώθηκε με το μπλε του. Η φωνίτσα ακούστηκε ξανά στο κεφάλι του, πιο μαλακά αυτή τη φορά. «Δε θα κρατήσει για πάντα, να δεις. Θα αντέξεις.» Αυτή τη φορά δεν απειλούσε, παρηγορούσε. Ο Γιώργος σηκώθηκε όρθιος. Δάκρυα ευγνωμοσύνης κύλαγαν στα μάγουλά του. Δεν μπορούσε να το εξηγήσει, η φωνίτσα στο μυαλό του δεν ήταν άλλος από κείνον τον ίδιο, όμως εκείνη τη στιγμή ο Γιώργος ήταν ευγνώμων που δεν τον άφησε μόνο. Παραπατώντας και βλέποντας θολά μέσα από τα δάκρυά του, προχώρησε μέχρι το παράθυρο της κρεβατοκάμαρας, το παράθυρο που είχε να ανοίξει μήνες. Άνοιξε το τζάμι, ψηλάφισε να βρει το μάνταλο και το κράτησε διστακτικά στο χέρι του. Ένιωθε το μπλε του να διαχωρίζεται από αυτόν, όχι να διαλύεται, αλλά να μένει πιο δίπλα από αυτόν, συμπαγές αλλά νικήσιμο. Δεν τον τρόμαζε, για πρώτη φορά ήταν έτοιμος να βγει από το μπλε του.
Έσπρωξε το μάνταλο προς τα πάνω και με τα δυο χέρια άνοιξε το παντζούρι διάπλατα. Το φως της μέρας ερχόταν χλωμό από έναν μολυβοσκέπαστο ουρανό. Έβρεχε. Για Νοέμβρη έκανε αρκετό κρύο. Ο Γιώργος έμεινε σα χαμένος στο ανοιχτό παράθυρο. Δεν ήταν απλά ένα παράθυρο, γι’ αυτόν ήταν η έξοδός του στον κόσμο, ήταν η δίοδος επικοινωνίας του με την πραγματικότητα μετά από μήνες στο βαθύ μπλε της θλίψης του. Σκούπισε τα μάτια του βιαστικά με την ανάστροφη της παλάμης του. «Οι άντρες δεν κλαίνε», άκουσε τη φωνή του πατέρα του επιτακτική στο μυαλό του. Κοίταξε τον ουρανό. Λευκό φως έπεφτε πάνω του, ο αέρας χτυπούσε το πρόσωπό του και ανέμιζε την κουρτίνα δίπλα του. Πήρε μια βαθιά ανάσα από τον κρύο αέρα και το αίσθημα ευγνωμοσύνης τον πλημμύρισε ξανά. Η έξοδος από το μπλε ήταν η αναγέννησή του. Όρθιος μπροστά στο ανοιχτό παράθυρο, ο Γιώργος βρήκε το λευκό του. Δυο ψιχάλες έπεσαν στο πρόσωπό του και, χωρίς να κλείσει τα μάτια, χωρίς να σταματήσει να κοιτάει το λευκό ουρανό, ο Γιώργος αναλύθηκε σε δάκρυα.
(αυθεντική ιδέα εδώ)