Το 2004 γεύτηκα για πρώτη φορά αυτό που οι ειδικοί ονομάζουν κρίσεις πανικού. Ταχυκαρδία, άπνοια, σκοτοδίνες, τρέμουλα και λοιποί συγγενείς. Ένα πακέτο ψυχοσωματικών που με επισκέφθηκε από το πουθενά. Από το πουθενά. Έτσι νόμιζα. Η αιτία, είπαν οι ειδικοί, ήταν μια βαρύτατη υπερκόπωση που απλά δεν είχα πάρει χαμπάρι. Κι όταν εννοούμε πως δεν την είχα καταλάβει, εννοούμε πως δούλευα σε «ρυθμούς κοκαίνης» (βλέπε Αλ Πατσίνο στην τελευταία σκηνή του Σημαδεμένου) κι εγώ νόμιζα ότι είμαι χαλαρός. Αγχολυτικά, αντικαταθλιπτικά και διακοπές. Αυτά έγραφαν οι συνταγές τους.
Τήρησα τα δύο πρώτα και πήρα μόνιμες διακοπές από την εργασία μου. Κοινώς τα τίναξα όλα στον αέρα. Καριέρα, στημένο επάγγελμα που με έτρεφε πλουσιοπάροχα, όλα πήγαν στο διάολο. Γιατί αντιλήφθηκα ότι ήμουν σε μια παγίδα που δεν υπήρχε περίπτωση να χαλαρώσει το δόκανο της στο πόδι μου, αν δεν έκοβα μόνος μου το πόδι μου (βλέπε SAW 1 την αντίστοιχη σκηνή με τον ένα πρωταγωνιστή που προσπαθεί να λυθεί από την αλυσίδα).
Ακολούθησαν 4 ήσυχα χρόνια. Σαν του τάφου τη σιωπή. Οι ρυθμοί μου εκμηδενίστηκαν, οι κρίσεις αραίωσαν-χωρίς όμως να φύγουν ποτέ οριστικά. Μαζι με τους ρυθμούς, εκμηδενίστηκαν και τα οικονομικά μου. Έφτασα στο όριο της φτώχειας και το ξεπέρασα κι αυτό. Μόνο που αυτό ήταν ένα καινούργιο πλαίσιο που μπορεί να σε φτάσει στο ίδιο σημείο που ήσουν. Οι κρίσεις πανικού επέστρεψαν αλλά από άλλο δρόμο, αυτόν της φτώχειας. Ενεργοποιήθηκα και δραστηριοποιήθηκα σε άλλον τομέα.
Μετά από ενάμιση χρόνο δραστηριότητας διαπιστώνω πως η κούραση σε συνδυασμό με το κοινωνικό περιβάλλον που ζούμε είναι μια εγγύηση για να κάνουν ξανά την επίσκεψη τους τα συμπτώματα. Για να εξηγούμαι, δεν είναι μόνο η σωματική και η ψυχική κούραση που μπορούν να γράψουν game over στο σύστημα σου. Είναι και το περιβάλλον. Το ανθρώπινο περιβάλλον. Το γενικευμένο δύστοκο περιβάλλον των ανθρώπινων σχέσεων που σε φέρνει μαζί πάντα με την κούραση στο σημείο να θες να κλείσεις την πόρτα σου και να γίνεις ένας urban ερημίτης, μήπως και καταφέρεις να επιβιώσεις με ελαχίστως σώας τας φρένας.
Μιλάμε. Καθημερινά. Ακατάπαυστα. Ανακυκλώνουμε συζητήσεις και προβλήματα. Σαν να χτυπάμε το κεφάλι μας συνέχεια στον ίδιο τοίχο. Δίχως λύση κι αποτέλεσμα. Κι αυτό ίσως είναι το πλέον κουραστικό πράγμα που κάνουμε. Ή έτσι νομίζω ότι ισχύει για μένα. Άλλωστε η αλήθεια του ενός δεν συνεπάγεται και την αλήθεια του άλλου. Γι΄αυτό πλέον πιστεύω στον μινιμαλισμό της πληροφορίας. Λίγα λόγια και περιεκτικά. Κι ίσως επέλθει μια ηρεμία.
Και κοίτα, κι η σιωπή δεν είναι τόσο τρομακτική όσο νομίζουμε!

Σχολια