| CARVIEW |

(μικρές ιστορίες)
-
ο αγγελής έχει βαθιά καστανά μάτια-σαν να κοιτάζεις μέσα σε έναν κομμένο κορμό δέντρου· έχουν δακτυλίους που αν τους ακολουθήσεις βυθίζεσαι στροβιλιστά στην απαρχή του χρόνου. ο αγγελής δεν μιλά πολύ, μα ακούει. ακούει συνέχεια, παρατηρεί. και μετά αγγίζει. και το άγγιγμά του είναι σύννεφο-όχι φορτωμένο με βροχή, ούτε αστραπές, ούτε βροντές, τίποτα· είναι από Read more
-
σκηνή πρώτη βρισκόμαστε σε κάποιο γωνιακό ξύλινο καναπέ ενός ημιθερινού ποτάδικου με πλαστικά διάφανα προστατευτικά να εμποδίζουν το φθινοπωρινό κρύο να εισβάλει στο χώρο. Ακριβώς δεξιά της εισόδου ένα καρότσι μωρού με πλάτη στον κόσμο-το καρότσι είναι άδειο. δίπλα στο καρότσι βλέπουμε τη ΜΑΡΙΝΑ στην αγκαλιά της μαμάς της. ΜΑΡΙΝΑ: σομπ-σομπ, μιαμ-μιαμ, γλούτσου-γλούτσου (ήχοι θηλασμού Read more
-
στην αρχή δεν καταλάβαινα τι ακριβώς έβλεπα- κοίταξα φευγαλέα και ξαναπροσηλώθηκα στο βάδισμά μου στην άσφαλτο δίπλα στα σταθμευμένα αυτοκίνητα. Το πεζοδρόμιο ήταν της κακιάς ώρας, γεμάτο εμπόδια και- εμπόδια. περίμενα να προσπεράσω το επόμενο αμάξι για να ρίξω άλλη μια ματιά. προσπάθησα ξανά να συλλάβω τι βλέπω: στο πεζοδρόμιο δεξιά, μπροστά μου δεξιά, ένα Read more
-
Στη λεωφόρο Σπάτων, στο φανάρι στο Ξηροτύρι, κόκκινο, μεσημέρι καυτερό , αμάξια πυρωμένα, σταματημένα σε δυο ζυγούς περιμένουν- -περιμένουν το πράσινο. Κάποια παράθυρα ανοιχτά, άλλα κλειστά, πρόσωπα, χέρια και κινήσεις ρουτίνας, οταν- -βουτάνε σε ρυθμό, μπροστά στα αποχαυνωμένα βλέμματα, δύο πεταλούδες. Από αυτές τις κίτρινες με μαύρη ρίγα, τρελά πετούν, στριφογυρνούν παίζοντας, πότε να αγγίζονται, Read more
-
Καθόταν στο παγκάκι κάτω από το κυπαρίσσι-ήταν η μοναδική σκιά. Σταυροπόδι ξερό σαν το πρόσωπό του και μακρουλό σαν το προφίλ του. Το δεξί πόδι ταλαντευόταν νευρικά πάνω στο αριστερό-έκανε να βγάλει το πακέτο. «Τι ώρα είναι; Πούν’τοι;» ρωτάει ο άλλος που καθόταν μια ιδέα πιο πέρα, άσπρο πουκάμισο, γκρι πανταλόνι κι αυτός. Έκανε έτσι, Read more
-
Η μεγάλη μπεζ μαξιλάρα στο πάτωμα-το κρεββάτι της- άδειο. Εσύ στην αγκαλιά του μπαμπά σου στον έναν καναπέ, εμείς, οι θείοι σου, στον άλλον. Μας παρατηρείς. Φτάνει η κουβέντα στην Μάγκι. «…και πού είναι η Μάγκυ;», σε ρωτάει ο μπαμπάς σου, σφίγγοντάς σε απαλά πάνω του. Κι εσύ καθαρά και ξάστερα μας λες: «Η Μάγκυ Read more
-
«…Κάποιος φιλόσοφος της σχολής του Πυθαγόρα πιστεύει ότι η κίνηση των άστρων παράγει έναν εκκωφαντικό θόρυβο. Είμαστε ανίκανοι να τον αντιληφθούμε επειδή τον έχουμε συνηθίσει, τον ακούμε από την ημέρα που γεννηθήκαμε». (από το βιβλίο του Βασίλη Αλεξάκη «μ.Χ», εκδόσεις Εξάντας 2007 Read more
-
Και να δεις, δεν ξέρω πώς μού’ρθε, να, πάνω στην κουβέντα, πως η Λύπη είναι μία·μία και μοναδική, όχι πολλές. Δηλαδή εσύ κι εγώ, όταν λυπούμαστε, όταν γεμίζουμε ίσαμε κάτω τις πατούσες μ’αυτό το πράγμα (σαν δοχείο που πρώτα γεμίζει με νερό και μετά ίσως κάποτε τού βάλουνε και λουλούδια-αυτή κι η μόνη του ελπίδα) Read more
-
Οκτώ παρά δέκα το πρωί, λίγο πριν κατακλυστεί το πεζοδρόμιο από τα πιτσιρίκια του απέναντι δημοτικού και τους γονείς τους και ο φωταγωγός από το παραθυράκι του μπάνιου αντιλαλεί τη φωνή τής -πάντα στη τουαλέτα-καπνίστριας μάνας : 一 些中文的东西! Ο μικρός γιός από το βάθος απαντά «些中文的东西» και μετά έρχεται κι αυτός στο μπάνιο, με τη Read more
-
Ο καιρός εκείνο το πρωινό είχε χειροτερέψει. Βοριάς γεμάτος, παγωμένος που κουβαλούσε τον παγωμένο αφρό τής ανταριασμένης θάλασσας. Ήταν ξαφνικά σαν να είχε ξυπνήσει σε μια άλλη εποχή του χρόνου, σε κάποιο άλλο νησί, σαν οι προηγούμενες ημέρες να ήταν απλά ένα όνειρο και τώρα ξαφνικά ξυπνούσε στην πραγματικότητα. Ο Φλεβάρης αρνιόταν να φύγει. Τράβηξε Read more
-
Βημάτιζε αργά στην αποβάθρα, όχι μεγάλες αποστάσεις, ένα μικρό πέρα-δώθε πέντε μέτρων. Σκυφτός, σχεδόν καμπουριαστός, ντυμένος με ένα τζην, τζάκετ κι από μέσα ένα φούτερ με κουκούλα-την είχε ανεβασμένη. Με πλησίασε διστακτικά. Μέχρι να μου μου μιλήσει, παρατήρησα τα λευκά του μαλλιά, το ρυτιδιασμένο πρόσωπο, αξύριστο ή μήπως έτσι ήταν τα γένια του; Αραιά, άσπρα- Read more
-
Άφησα το παλτό μου στην καρέκλα, και πριν ακόμα καθήσω στο τραπέζι με τους υπόλοιπους της εταιρείας, σ’αυτό το κλασικό μεζεδοπωλείο του Μεταξουργείο, ζήτησα συγνώμη και κατευθύνθηκα προς ανεύρεση του αποχωρητηρίου. Ήταν μια παράλογη Τσικνοπέμπτη. Λίγη ώρα πριν είχαμε κόψει την πρωτοχρονιάτικη πίτα στα γραφεία-και τώρα είχαμε έρθει στα κοψίδια. Αλλά ας επιστρέψουμε στο συμβάν: Read more
-
Ο ήχος του μονοκινητήριου αεροπλάνου, με έκανε να πεταχτώ από το γραφειάκι μου και απλώνοντας το παιδικό μου χέρι, να ανοίξω το μανταλωμένο παραθυράκι του δωματίου μου. Οργωσα με τα μάτια μου όλος λαχτάρα κάθε σπιθαμή του ορθογώνιου ουράνιου κάδρου. Το άκουγα αλλά δεν το έβλεπα. Δύο τρία μικρά συννεφάκια διέσχιζαν το μονοπάτι απαλά- και Read more
-
Το κίτρινο σχολικό μόλις έκανε στάση δίπλα στο πεζοδρόμιο και η πόρτα άνοιξε να υποδεχτεί κανά δυο πιτσιρίκια-ήταν οι πρώτες μέρες του σχολείου. Μια μαυροφορεμένη ηλικιωμένη, στρίβει τη γωνία και διασταυρώνεται με το σχολικό. Προφανώς μόλις έχει βγει από το εκκλησάκι των Ταξιαρχών και επιστρέφει σπίτι. Είναι μια κλασική χαροκαμένη γιαγιά της εποχής μας, σχετικά Read more
-
Σήμερα το πρωί, μέσα στο βαγόνι του προαστιακού, στο δρομολόγιο των 08.25 (από τη Νερατζιώτισσα) και λίγο αφού ο συρμός είχε αφήσει πίσω του τη Δουκίσσης Πλακεντίας, ένας μεσήλικας επιβάτης, ελαφρά ντυμένος και με αραιά μαλλιά, τίναξε το αριστερό του χέρι προσπαθώντας να διώξει κάτι που τον ενοχλούσε πίσω από το αριστερό του αυτί. Η Read more
-
Kαθίσαμε στο παγκάκι του πάρκου να πάρουμε μιαν ανάσα από τα χιλιάδες βιβλία που αντικρύσαμε- να ξεθολώσει λίγο το βλέμμα. Σουρούπωνε, καταλάβαινα ότι ήθελες πολύ να μιλήσεις, ήσουν ταραγμένος όλη μέρα. Έστριψες το τσιγαράκι σου κι άρχισες να αφηγείσαι-από λέξη σε λέξη, από φράση σε φράση, από τόπο σε τόπο. Εγώ τέντωνα τ’αυτιά μου, πάντα Read more
-
«…ἡ μητέρα του Σιτζιζάεμον φοβόταν τόσο πολὺ τοὺς κεραυνοὺς ποὺ λιποθυμοῦσε ἀκόμα καὶ στὸν ἦχο ἐνός τυμπάνου. Κι ἔτσι κάθε φορὰ ποὺ ἀκουγόταν κεραυνός, ὁ Σιτζιζάεμον ἔτρεχε ὅσο πιὸ γρήγορα μποροῦσε στὸ σπίτι, ἀνεξάρτητα ἀπ’το ποῦ ἦταν καὶ τί ἔκανε. Τό καλοκαίρι δὲν πήγαινε οὔτε μέχρι τὸ γειτονικὸ χωριό. Καὶ αὐτὸ δὲν εἶναι ὅλο. Ἀκόμα Read more
-
Ὡς γνωστὸν ἀμέσως μετὰ τὴν δῦσιν τοῦ ἡλίου , ὡς καὶ τῆς ἀνατολῆς αὐτοῦ, τὰ κατώτερα ἀτμοσφαιρικὰ στρώματα καὶ ἡ ἐπιφάνεια τοῦ ἐδάφους φωτίζονται ἐπὶ τινα χρόνον, λόγῳ διαχύσεως τοῦ φωτὸς ὑπὸ τῶν ἀνωτέρω ἀτμοσφαιρικῶν στρωμάτων, ἐπί τῶν ὁποίων προσπίπτει ἀκόμη ἡ ἡλιακὴ ἀκτινοβολία. Ὁ φωτισμὸς οὗτος, τοῦ ἀστρονομικοῦ λυκόφωτος (ἢ λυκαυγοῦς), δὲν ὑφίσταται ὅταν Read more
-
Κάθε πρωί που χέζω, ακούγεται από τον φωταγωγό η γέφυρα του ποταμού Κβάι. Κάθε πρωί, ίδια ώρα, λίγο πριν φύγω για τη δουλειά, κάποιος ακούει ολόκληρο το μουσικό θέμα από την επική ταινία των παιδικών μας χρόνων, αυτή τη μουσική με το χαρακτηριστικό σφύριγμα- κι εγώ ξαφνικά αισθάνομαι σαν να περιμένει μια ολόκληρη διμοιρία αιχμαλώτων Read more
-
Αυτό το ηλιοβασίλεμα, με έναν ουρανό ζωγραφισμένο με σύννεφα γιρλάντες από τον Βαν Γκογκ -ώσπου μυρίζεις το καμένο ξύλο. Κάποτε το μελτέμι ήταν συνώνυμο της δροσιάς. Όταν κολυμπάς στα χαλκόχρωμα νερά δεν έχει πια τίποτα το χαλαρωτικό-μετά το Μάτι. Χθες ξεβράστηκε στη φθίνουσα παραλία, ένας αστερίας-των παιδικών μας χρόνων-ξερός πια και άκαμπτος. Read more
-
“Υπάρχει ωστόσο σε κάθε άνθρωπο ένα ένστικτο βαθύ που δεν είναι ένστικτο καταστροφής μήτε δημιουργίας, αλλά πολύ απλά το να μη μοιάζεις με τίποτα.” Αλμπέρ Καμύ Read more
-
Βραδινή καλοκαιρινή βόλτα, από αυτές με το ελαφρό αεράκι και τα αργόσυρτα βήματα, ανάμεσα από πολυκατοικίες του ’80 και μικρές συστάδες δέντρων. Απέναντι καμμιά πενηνταριά μέτρα μακριά, με μια γιαγιά κάτασπρων μαλλιών, διαβάτισσα στην κάθοδο, να πλησιάζει αργά και σταθερά πάνω στο Πι της. Απο ψηλά ακούγεται στα ξαφνικά (ή πάντως έτσι μου φάνηκε), μια Read more
-
μια ιστορία θέρους, σε δύο κάδρα Read more
-
ακούμπησε το κεφάλι του στο πλαστικό άθραυστο φινιστρίνι μόλις είχε καθήσει στη θέση του, με την κούραση του ανθρώπου που επιστρέφει στην πόλη κοίταξε αφηρημένος έξω, τις πολεμίστρες με τα κανόνια, τη θάλασσα, και τον ήλιο που ζεμάταγε- -τυφλώθηκε προσωρινά- το αριστερό του μπράτσο ακουμπούσε στο σαγρέ περβάζι του έκανε εντύπωση πόσο ανώμαλο ήταν- με Read more
-
Η κυρία Παναγιώτα που μένει στην απέναντι παλιά διπλοκατοικία. προσφάτως χήρα, άφησε για λίγο την τηλεόραση να παίζει ορφανή στο μπαλκόνι και στάθηκε στη γωνία της κουπαστής- -εκεί με τα χέρια της ηλικίας της καταπιάστηκε με τον ιστό τής επί πολλά έτη κυματίζουσας γλανόλευκης σημαίας, προσπαθώντας να λύσει έναν κόμπο και ακολούθως να τον ξαναδέσει.Μια Read more
-
Έπεσε το ποδήλατο στο πλάι πάνω στις γλάστρες-το είχα στηρίξει στην κουπαστή του μπαλκονιού-, και μοσκομύρισε ο τόπος δυόσμο. Με προσπέρασε στο δρόμο με το μηχανάκι του-ντάλα ήλιο-και άφησε πίσω του μπόχα από εξάτμιση και paco rabanne. Ξημέρωσε και από την κούραση δεν ήξερα τι μέρα είναι, μέχρι που λιγ(δ)ώθηκα από τη ψησταριά Read more
-
Εδώ και μέρες, αυτές τις μέρες του πρώιμου καύσωνα και της αφόρητης ζέστης, ένιωθε να τον «τραβάει» το τατουάζ που είχε στην αριστερή του ωμοπλάτη. Σαν να τον έκαιγε, όχι σε βαθμό δυσφορίας αλλά σίγουρα ενόχλησης. Δεν θυμόταν να είχε ξανασυμβεί αυτό. Ήταν το πρώτο του τατουάζ, ήδη δεκατρία χρόνια πάνω του, μια εικόνα που Read more
-
Σήμερα άκουσα το πρώτο τζιτζίκι-2 Ιούνη, στις 4 το απόγευμα, στο δρόμο από τη Χώρα-πάνω από τις γάτες που δροσίζονταν στον ίσκιο. Λούφαξε γρήγορα. Και στις 4 το ξημέρωμα ακουσα γκιώνη, κόκκορα και κουκουβάγια να πλέκουν τις φωνές τους με σεβασμό. Το πάλεψε ο κόκκορας αλλά η νύχτα επέμεινε για ώρα ακόμη. Ανακάλυψα πόσο ανακουφίζουν Read more
-
Θυμάμαι να κατηφορίζουμε την Καυτάτζόγλου εκείνη την Κυριακή-με το αμάξι το Vauxhall ή με τα πόδια; Η μνήμη θολώνει. Πήγαμε με τον μπαμπά μου σε μια λαϊκή κοντά στο σπίτι, στον Άγιο Ελευθέριο. Μάλλον δηλαδή, αυτή την αίσθηση έχω. Θυμάμαι τον ήλιο και την μεγάλη κατηφόρα. Στην μαμά μου δεν είχαμε πει τίποτε. Ήταν η Read more
-
Ήταν ένα ντερέκι μέχρι ‘κει πάνω με κάτι χέρια σαν κουπιά-μετά από τριάντα χρόνια βαριάς χειρωνακτικής εργασίας. Κεφάλι γουλί και μάτια μικρά και μισόκλειστα. Δούλευε ασταμάτητα, χωρίς να μιλάει σε κανέναν στο εργαστήριο. Σιωπηλός, βλοσυρός και αποτελεσματικός. Διάλειμμα δεν ήξερε τι θα πει. Κάπνιζε πάνω στη δουλειά-το άναβε με χέρια γεμάτα χώματα και συνέχιζε. Είχε Read more
-
Περπατώντας στη μιαν όχθη του ρέματος, με τη στερεμένη κοίτη και τα σκόρπια πλαστικά, είδα ένα κρεμμύδι. Ξερό, μετρίου μεγέθους και πνιγμένο σε μια χούφτα νερό. Πώς βρέθηκε εκεί; Το πέταξαν; Παρασύρθηκε; Αναπάντητα ερωτήματα και ο χρόνος ήταν λίγος. Χωρίς να το πολυσκεφτώ βρέθηκε με δύο δρασκελιές από πάνω του. Είχε ακόμα το χρώμα του. Read more
-
Τρέχει το νερό από το κομμένο λάστιχο της βρύσης και χορεύουν οι κόκκοι του εδάφους πάνω στη λεπτή συρμάτινη σίτα του κόσκινου. Το περιστρέφω αργά, τόσο αργά ώστε οι ρέουσες σταγόνες να χτενίσουν ολόκληρη την επιφάνεια, να συμπαρασύρουν τα κλάσματα των γραμμαρίων στο κάτω τόξο της στεφάνης, και όλα μαζί να χυθούν με μικροπάταγο στο Read more
-
Ειμαι καθισμένος στη βεράντα που ισορροπεί πα στο γκρεμό και θωρεί μια θάλασσα κλειστή και αρυτίδωτη-σαν λίμνη. Ο ήλιος έχει απ’ώρα σβήσει κι απέναντι εχουν ανάψει, ψηλά στα όρη, κόκκινα λαμπιόνια. Αναπολώ και πασκίζω να θυμηθώ τις μνήμες τις παιδιάστικες. Κλίνω το κεφάλι ελαφρά και αργά το απιθώνω με το μετωπο στο λευκό μπεντένι. Τα Read more
-
Αν η ζωή μας γεννιόταν από τη μουσική των Sigur rόs, θα ήταν ξυλάρμενο για έναν- ή δυο αγκαλιά- να πλέει σε αργόροο ποτάμι, κάτω από συννεφιασμένο ουρανό τη μέρα, μα έναστρο τη νύχτα. Και σαν έφτανε η ώρα η στερνή, θα έβλεπες στο βάθος τη σκοτεινή σπηλιά.Και τότε θα αναγνώριζες πως όλη σου τη Read more
-
Τώρα που έφυγε και η τελευταία από τους παλιούς, μπορώ-χωρίς φόβο-να πω την ιστορία αυτή που την φυλάω δυο δεκαετίες και βάλε μέσα μου. Εκείνο το καλοκαίρι ήταν το δεύτερο στη σειρά που βρισκόμουν στα πατρογονικά εδάφη προσπαθώντας να ξαναπιάσω το νήμα της οικογένειας από κει που το είχε αφήσει ο αδερφός μου. Το πέτρινο Read more
-
κάπου κει όξω έχει αθισμένες κερασιές, σα νέφαλο η γύρη, έχει δέντρα πανύψηλα, ατρόμητα λυγάνε, έχει βουνά απάτητα και θάλασσες μ’αφρούς, λιτρίδια στραφταλιστά με χοχλιδάκια άρμυρα, δίπλα τα ρίγανα, τα βότανα στην άμμο ριζωμένα και πλατσουρίσματα, φωνές και γέλια-παιδικά-έχει περβόλια άγρια, αμπέλια πατητήρια, αθρώπους που κοιτούν ψηλά με βλέμμα μουστωμένο, έχει τζουράδες και νεραϊδοφωνές και Read more
-
Κάθισα να φάω κάτι σε ένα στέκι μου στο κέντρο. Εμβρόντητος βλέπω από μακριά έναν πολύ διάσημο συνάδελφο, άνω των σαράντα, να φορά την ποδιά του σερβιτόρου. Μια παρέα από Κρητικούς που κάθεται ήδη, τον αναγνωρίζει και τον ρωτά “τι κάνεις εδώ;” κι αυτός με το αειθαλές χιούμορ του απαντά “έχω αγοράσει όλο το κτίριο!”… Read more
-
Εκείνο το αποσήμερο/ την ώρα που ησύχαζε το χωριό/ και ξεκινούσαν οι πρώτες ψιχάλες/ μιας μεσοκαλόκαιρης μπόρας/ το αγόρι και ο σκύλος του/ άνοιξαν την αυλόπορτα/ και πήραν το μονοπάτι/ -το ήδη νοτισμένο- για το δάσος αντίκρυ/ στο βουνό/ -θέλαν να μυρίσουν τη βροχή. Δρόμο πήραν δρόμο αφήσαν/ και προλάβαν στα δέντρα να χωθούν/ πριν Read more
-
Θα ήταν μια απλή φωτογραφία από τς χιλιάδες που έχω τραβήξει στη ζωή μου και τις εκατοντάδες που τύπωσα στο σκοτεινό μου θάλαμο, μέσα σ’εκείνο το αποθηκάκι. Δεκάδες από αυτές από το Βλυχό στην Ύδρα που μεγάλωσα τα καλοκαίρια και αρκετές από αυτή την παραλία κάτω από το σπίτι. Έχει μάλιστα και το αγαπημένο μου Read more
-
Ο δρόμος του βουνού ήταν όλο στροφές αλλά το παλιό αμάξι ήταν φτιαγμένο ακριβώς για τέτοιες διαδρομές. «Ράλλυ το πάει ο Θ.», αναφώνησε γελώντας ο Μ, και ο Κ. δεν μπόρεσε παρά να συμφωνήσει-άλλωστε ήταν ο οδηγός. Είχανε και οι δυο τους εξαιρετική διάθεση εκείνο το απόγευμα. Είχαν-πολύ σωστά-αποφασίσει να πάνε για μπάνιο για να Read more
-
(ανήκει στη στήλη “αλλουνού”, και είμαι ιδιαίτερα χαρούμενος που μου έδωσε την άδεια να δημοσιευτεί στα Καθέκαστα- περήφανος που η οικογενειακή παράδοση συνεχίζεται.) Ένα τραγούδι, με μελωδία μεθυστική, γραμμένο σε μια παράξενη γλώσσα διαπερνούσε την έρημη εκείνη πόλη με τους γυάλινους πύργους. Το σφύριζε ο τελευταίος εκείνος άνεμος, τον οποίο ανέπνεε ο ιχνηλάτης. Το μυαλό Read more
-
Οδηγώντας στην άνοδο της Κηφισίας, στο ύψος του Δάσους, τού έκοψε το δρόμο ένα ροζ μπαλόνι. Χοροπήδησε ανάλαφρα, σκερτσόζικα-σχεδόν προκλητικά μπροστά στις ρόδες του.Ο Θόδωρας ξαφνιάστηκε κι έκανε έναν μικρό αλλά απότομο ελιγμό να το αποφύγει. Αυτό, καβάλησε το θερμό ανοδικό ρεύμα του αέρα που δημιούργησε ο ελιγμός, και με δυο σκαμπανεβάσματα σε αόρατους ανεμόλοφους, Read more
-
Η Ποίηση σε ένα κείμενο είναι σαν ένα σμήνος χελιδόνια πάνω από τη τσιμεντένια πόλη. Μερικοί καταφέρνουν και τα ακούνε, κάποιοι σηκώνουν το κεφάλι προς τον ουρανό- ελάχιστοι προλαβαίνουν να τα δουν. Read more
-
Ήρθα στον κήπο με τα χαμομήλια. Εδώ, κάτω από τα πανύψηλα αρμυρίκια, είναι σπαρμένα χαμομήλια-μέχρι εκεί που φτάνει το μάτι σου. Εδώ, μεθάς και αποκάμεις, ζαλίζεσαι και σωριάζεσαι- μα πέφτεις στα μαλακά-στα τρυφερά τα χαμομήλια. Κι αν αφεθείς, κι αν μείνεις με κλειστά τα μάτια, μόνο να ακούς την ευωδιά, τότε σιγά-σιγά βγάνουνε κίτρινο χνουδάκι Read more
-
Θα ήθελα να προσθέσω το λιθαράκι μου σε αυτή τη γενικότερη αναδόμηση/ανανέωση της ελληνικής γλώσσας, των όρων της, των κανόνων της, των γενών της κ.ο.κ, που επιχειρείται τα τελευταία χρόνια στην προσπάθεια εναρμόνισής της με τις μεγάλες αλλαγές στην κοινωνική και πολιτική-με την ευρεία έννοια-αντίληψη. Γιατί φυσικά υπάρχουν πράγματα που διαφεύγουν ακόμα και από τους Read more
-
Το παλιό αμάξι του έτριζε και καταχτυπούσε σε κάθε λακκούβα και ήτανε πολλές σ’αυτόν τον καρόδρομο. Έλεγες πως μετά από κάθε μπαμ θα διαλυθεί το σύμπαν αλλά αμάξι και οδηγός έβγαιναν κάθε φορά αλώβητοι. Αυτή ήταν η αγαπημένη του διαδρομή για Λυγουριό, από Αδάμι, και δεν θα την άλλαζε ούτε και σήμερα. Του άρεσε αυτή η διαδρομή, δεν Read more
-
Αν ποτέ ξανά’ρθω στη ζωή, ας γεννηθώ κερασιά στην Ιαπωνία ανάμεσα σε εκατοντάδες ανθισμένες κερασιές. Κι αν ποτέ σταθώ τυχερή και ακουμπήσουν τον κορμό μου ακροδάχτυλα απαλού ανθρώπου τότε και μόνο τότε, τόσο και μόνο τόσο, ας θυμηθώ την περασμένη μου ζωή. Read more
-
«Ζεματάς», του ψιθύρισε στ’αυτί.«Ζεματάς ολόκληρος». Αυτός βόγγηξε έτσι όπως τη σκέπαζε με το βαρύ κορμί του κάτω από όλη αυτή την παχιά γούνα που τους προστάτευε από το πολικό κρύο. Την άγγιζε όσο πιο τρυφερά μπορούσε, φοβόταν μη την πονέσει, φοβόταν μην την λιώσει με το βάρος του, του άρεσε που του μίλαγε, του άρεσε Read more
-
Ένας άνθρωπος βαδίζει με σταθερό βήμα, πάνω στη διαχωριστική λωρίδα. Κρατά έναν καφέ στο αριστερό χέρι, ενώ το δεξί του είναι υψωμένο σε έναν συνεχόμενο “ύστατο” χαιρετισμό- προς τους διερχόμενους αντίθετα οδηγούς. Τουλάχιστον αυτή την εντύπωση δίνει. Στην πραγματικότητα χαιρετά κάποιον· μακριά. Κάποιον που στέκεται απέναντι, ίσως στην πλαγιά ενός βουνού, ή που δρασκελίζει ένα Read more
-
Είναι σαν να ετοιμάζεσαι για ένα σύντομο ταξείδι, με μια μικρή δερμάτινη βαλίτσα, μάλλον χρώματος καφέ. Βάζεις μέσα τα απολύτως απαραίτητα: Μια πετσέτα προσώπου, δυο αλλαξιές εσώρουχα, ένα δεύτερο ποκάμισο και οπωσδήποτε μια οδοντόκρεμα, παρέα με το πράσινο σαπούνι σου. Συμπληρώνεις ίσως, με μια βούρτσα για να καθαρίζεις το μοναδικό ζευγάρι παπουτσιών σου και ένα Read more
-
Σήμερα το μεσημέρι στο μονοπάτι για τη Χώρα, συνάντησα το δεκάχρονο εαυτό μου. Ερχόταν από την αντίθετη κατεύθυνση-όπως όλοι οι παιδικοί εαυτοί. Ήμουν βρεγμένος, χαμογελαστός και στο ένα χέρι κρατούσα μια εφημερίδα και κανά δυο περιοδικά. Το άλλο μου, παράσφιγγε τα ρέστα. Δεν ήταν δύσκολο να καταλάβω πως με είχαν στείλει στη Χώρα για εφημερίδα Read more
-
Είδα το κεφάλι του να προεξέχει από τους θάμνους της πυλωτής και να κατευθύνεται προς τον κάδο των σκουπιδιών. Το βήμα του είχε κάτι σε πηδηχτό αλλά και σε σούρσιμο·το σίγουρο ήταν πως ήταν βιαστικό. Περασμένα μεσάνυχτα, ψυχή γύρω. Όπου νά’ναι θα ξεπρόβαλε από τη γωνία, εκθέτοντας και το υπόλοιπο σώμα στο αδηφάγο βλέμμα του Read more
-
Μας λέγαν μικρά παιδιά σαν ήμασταν: “Την ημέρα που ο ήλιος και η σελήνη μαζί θα κοκκινίσουν, τότε θα φύγουμε από τα σπίτια μας για πάντα.” Μας το μαθαίναν στο σχολειό, το γράφαν και οι εφημερίδες, το κουβεντιάζαν πάντα οι μεγάλοι, το αναμασάγαμε και μεις μέσα στα παιγνίδια μας και αντρειωνόμασταν με κάποιο τρόπο, περιμένοντας Read more
-
Το παρακάτω κείμενό μου θα έστεκε χωρίς εισαγωγή.Θεωρώ όμως σημαντική λεπτομέρεια το ό,τι γράφτηκε κάπου στα 1993-94.Δημοσιεύτηκε με τη μορφή επιστολής στη στήλη με τα γράμματα αναγνωστών τής τότε Ελευθεροτυπίας: <<Είναι η Μητέρα μας κι εμείς το ξεχάσαμε·είμαστε τα πιο “εξελιγμένα” παιδιά της αλλά φτάσαμε να την προδώσουμε. Τη βιάζουμε απροκάλυπτα, αφανίζοντας ταυτόχρονα και τα Read more
-
Εκείνο το βράδυ το πήρε απόφαση·επιτέλους. Έστησε τη σκάλα ακουμπιστά στο στύλο της ΔΕΗ, ανέβηκε αργά μέχρι το πλατύσκαλο και με το σκουπόξυλο έδωσε μια στο γλόμπο. Κι εγένετο σκότος· το πολυπόθητο. Έμεινε ‘κει μαρμαρωμένος, όσο να συνηθίσουν τα μάτια στο φως των αστεριών και την αντανάκλαση της θάλασσας-της άηχης εκείνο το απόβραδο. Και τώρα; Read more
-
Είχα ξεχάσει μες τη τσέπη του μαγιώ φύλλα ξερά από τη λεβάντα του κήπου. Κι έτσι όπως βούτηξα στη θάλασσα μετά, βρέθηκαν οι λεβάντες στον κόσμο του βυθού Και μοσκομύρισε ο τόπος. Και βρέθηκε ένας αχινός που τις μάζεψε μία-μία και τις πέρασε στα αγκάθια της καλής του που ήταν έτοιμη να γεννήσει. Πού να Read more
-
Είναι ακούνητη η θάλασσα απόψε-ακούνητοι ηχούν κ’ οι άνθρωποι. Μόνο στο βάθος παίζει ένα ραδιοφωνάκι, το φέρνει το αεράκι σαν ασήμαντο -μπορεί από τη βάρκα απέναντι που απλώνει δίχτυα ή από κάποια βεράντα κάπου στα χαμένα πεύκα. Α, και μια κουκουβάγια που με απείλησε ή με παρακάλεσε-ποτέ μου δεν κατάλαβα. Της απάντησαν τα χελιδόνια που Read more
-
Όταν ο άνεμος κάνει το πεύκο να θροΐζει, δεν ξέρω αν είναι ο άνεμος που προσπαθεί να μου μιλήσει ή το πεύκο. Read more
-
Ενώ οι κάτοικοι αυτής της πόλης ζούσαν για πέμπτη ημέρα την αποπνικτική ατμόσφαιρα της “αφρικανικής σκόνης” και ίδρωναν βλαστημώντας την τύχη τους, κάποια παιδιά της ερήμου έστεκαν στα υψώματα αγέρωχα, κάτω από τη θολή τη συννεφιά με τον μικρό τον ήλιο- τα μάτια τους προβάλαν μέσα από μαντίλες, μπαντιέρες κάτω από τα χνώτα τού Σιμούν, Read more
-
Άθελά μου πάτησα με το άρβυλο ένα πεσμένο κάστανο κι αυτό βυθίστηκε στο νοτισμένο χώμα χωρίς καμιά αντίσταση. Δεν το άκουσα να βουλιάζει·το ένιωσα μόνο στη σόλα μου. Έκανα ένα βήμα πίσω και το παρατήρησα·είχε μια ακανόνιστη στρογγυλάδα και διατηρούσε ακόμα τη γυαλάδα του. Είχε αφεθεί να το ρουφήξει το έδαφος· μέχρι εκείνη τη στιγμή Read more
-
Ἐχθές, κατά τόν συνήθην ὁλονύκτιον ἐφιάλτην μου, ἀνελογιζόμην πώς ἡ διακοπή τῆς θαλασσίας συγκοινωνίας διά τῆς διώρυγος τοῡ Σουέζ, ποσῶς ὀφείλεται εἰς τό μέγαν δεξαμενόπλοιον, τό φέρον χιλιάδας ἐμπορευματοκιβώτια, ἀλλά εἰς ὄλας ἐκείνας τᾶς μυριάδας τῶν καταποντισθεισῶν ψυχῶν εἰς ὄλα τά μήκη καί πλάτη τῶν ὠκεανῶν, τῶν πελάγων καί τῶν κλειστῶν θαλασσῶν συμπεριλαμβανομένων. Καί δέν ὁμιλῶ περί τᾶς ψυχᾶς τῶν δυστυχῶν ναυτικῶν ἤ τῶν ἀτυχησάντων ἐπιβατῶν-ἐν γένει τῶν δύσμοιρων ταξιδιωτῶν-ἀλλά περί τᾶς ψυχᾶς τῶν ζώντων, Read more
-
Είχε στρέψει το κεφάλι του προς τον νυχτερινό ουρανό, ακουμπώντας το ανέμελα στο χαμηλό τοιχάκι που στήριζε ήδη την πλάτη του. Άφησε το βλέμμα του να πλανηθεί στην ξαστεριά, προσπαθώντας όπως κάνει τα καλοκαίρια στις παραλίες, να αναγνωρίσει τους ελάχιστους αστερισμούς που ήξερε. Μόνο που τώρα δεν ήταν καλοκαίρι· ήταν μια δροσερή ανοιξιάτικη νύχτα και Read more
-
Ένιωσε τις σταγόνες της βροχής να του δροσίζουν το πρόσωπο· πρώτα άνοιξε τα χείλια του και άφησε με βουλιμία το νερό να ποτίσει τη γλώσσα του και τον λάρυγγά του. Τα μάτια του ήταν ακόμα κλειστά. Μόνο αφού φάνηκε να ξεδιψά, έκαναν τα βλέφαρά του μια ανεπαίσθητη κίνηση· ήταν πιο κοπιαστικό από ό,τι πίστευε. Αν Read more
-
Κάποτε, κάποια στιγμή πριν αρκετά χρόνια, είχε κυκλοφορήσει στην πιάτσα των αντρών, πως υπήρχε ένας τύπος που έκλαιγε όταν έχυνε. Αυτό είχε προκαλέσει μεγάλο θόρυβο και φυσικά την ανάλογη θυμηδία ανάμεσα στους ομόφυλούς του, γιατί σύμφωνα με πολλούς έμπειρους αρσενικούς εραστές, “επρόκειτο για ένα χαρακτηριστικό του αντίθετου φύλου, μια εκδήλωση που δήλωνε σαφώς αδυναμία και Read more
-
Το μεσημέρι με πήρε ο ύπνος κάτω από μια ροδιά. Τώρα που το σκέφτομαι όμως, σ’αυτή τη γειτονιά υπάρχουν μόνο νερατζιές. Άρα αποκοιμήθηκα κάτω από μία νερατζιά- “φυστικιά ήταν”, με διόρθωσε ο Νίκος. Ω, δεν έχω ξαναδεί φυστικιά. Ούτε ροδιά βέβαια. Τίποτα δεν έχω δει. Μόνο κάτι πεύκα, κάτι συκιές και κανά έλατο. Και πλατάνια Read more
-
Όταν ήμασταν μικροί στα Πατήσια, εκεί στην πλατεία του αγίου Νικολάου που την γέμιζαν οι φωνές και τα ποδήλατά μας, διάβαινε συχνά ένας γέρος·γέρο τουλάχιστον τονέ θυμούμαι γω. Και θεόρατο. Είχε μακριά μαλλιά και μούσια σαν τους αγίους που μας λέγανε στο κατηχητικό κι ήταν ντυμένος πάντα με ένα σακάκι τριμμένο κι ένα παντελόνι ασορτί-χειμώνα-καλοκαίρι. Read more
-
Θέλω να βγω έξω, να σκάψω μια γούβα με τα χέρια μου στο χιόνι κι εκεί να κουλουριαστώ ολόγυμνος·να με γλυκάνει ο ύπνος, τα βλέφαρα βαριά να τρεμοπαίζουν μόνο σαν ονειρεύομαι.Κι εκεί να με βρούνε άθικτο δύο και βάλε χιλιάδες χρόνια μετά και να σπούνε το κεφάλι τους να καταλάβουν ποιας θυσίας σφάγιο υπήρξα· αλλά Read more
-
Σήμερα βγήκε ένας ήλιος·ασθενικός αλλά ζεστός. Κι έτσι όπως τον έβλεπε καθισμένος στο μπαλκόνι του, τυλιγμένος στην μάλλινη κουβέρτα, ένιωσε μια λαχτάρα να τρέξει σε ένα λιβάδι. Αλλά λιβάδια δεν υπήρχαν κοντά-δεν ήξερε αν υπήρχαν καν πια-αλλά αυτό που ήταν σίγουρο ήταν πως απαγορευόταν να τρέξει έξω χωρίς λόγο·ήταν σε κατ’οίκον περιορισμό. Όπως όλοι. Μήπως Read more
-
Τον κοίταζα εμβρόντητος από το απέναντι μπαλκόνι·είχε βγει χάραμα να ποτίσει τα λιγοστά του λουλούδια, Δεκέμβρη μήνα, θεόγυμνος. Δεν φάνηκε να ενοχλείται, ούτε από το κρύο, ούτε από τη δημόσια θέα·δεν σήκωσε ούτε για μια στιγμή το βλέμμα του από τις γλάστρες. Έκανε ό,τι είχε να κάνει κι εξαφανίστηκε μέσα στο διαμέρισμα. Σε λίγο άκουσα Read more
-
Πετώντας πάνω από την εγκαταλελειμμένη Αθήνα με το αερόστατο, έπαθα φούιτ και άρχισα να χάνω ύψος. Νόμιζα πως ήρθε το τέλος μου αλλά ευτυχώς λίγο πριν τη συντριβή, πιάστηκε το μπαλόνι στο δόρυ της θεάς Αθηνάς-στο Πεδίον του Άρεως- και το καλάθι έμεινε μετέωρο κανά δυο μέτρα από το έδαφος. Όταν με χίλια δυο ζόρια Read more
-
Από το μπαλκόνι μου βλέπω τις κορυφές του Κιλιμάντζαρο να ανατέλλουν κάτασπρες και παγωμένες. Μαζί και τις πλαγιές του τις αφιλόξενες και τους πρόποδες τούς καταπράσινους, εκεί που αργοκυλάει ο ποταμός ο Νέστος, φαρδύς και απέραντος, ανάμεσα από κουφάρια αγαλμάτων- κίτρινα και θειώδη από τις στάχτες της Αίτνας, όλα με βλέμματα άδεια. Ακούω μέχρις εδώ Read more
-
Δηλαδή μου λες, πως περίμενες στο προαύλιο αρκετά λεπτά αφού χτύπησε το κουδούνι, φορώντας αυτή τη μάσκα που έπνιγε την ανάσα σου αλλά εντάξει όλα μια συνήθεια είναι, και περίμενες λοιπόν, γιατί η “μικρή” σου- έτσι την φώναζες για να την πειράξεις κι αυτή κοκκίνιζε και σού’λεγε “σιγά τι είναι δυο χρόνια διαφορά;”-πάντα καθυστερούσε να Read more
-
Με κοίταξες βουτηγμένη στη λαγνεία. Έβγαλες από την τσέπη το αγαπημένο σου κραγιόν-κάποτε μου είχες πει πως το φορούσες από το σχολείο ακόμα-και χωρίς να πάρεις τα μάτια σου από πάνω μου, άρχισες να το βάζεις- πάνω από την μάσκα. Οι κινήσεις σου ήταν σταθερές, απαλές και τρυφερές. Το ύφασμα σαγηνευμένο από την υγρή ανάσα Read more
-
Σήμερα το ξημέρωμα, κάποιος αδελφός πέταξε στο χωνευτήρι τα κόκκαλα του αδελφού του. Δεν πρόλαβε αγαπημένο χέρι να τα αποθέσει μαλακά στο λευκό σεντόνι•μήτε κόκκινο κρασί να τα ξεπλύνει- Μύρο κανείς δεν έφερε. Και πάνω στις κουφάλες των ματιών κανένα βλέμμα δεν εδέησε να σταθεί. Κάτι γάντια ξένα τά’ριξαν όλα μαζί στο καρότσι της οικοδομής Read more
-
Με είδες να σιωπώ με σφαλιχτά μάτια λίγο πριν την πρώτη μου μπουκιά και αναρωτήθηκες: «Προσεύχεσαι;» Το άκουσα με έκπληξη αλλά λίγες στιγμές μετά-τα μάτια ακόμα σφαλιχτά-έγνεψα με το πηγούνι «ναι». Σα να μειδίασα μαζί. Και φύγαν απ’το στόμα μου τρεις λέξεις: «Προσεύχομαι στο Κενό.» (σιγή) «Κι απάντηση δεν παίρνω.», συμπλήρωσε το στόμα μου. Και Read more
-
Ήταν μια ιστορία διαβολικών συμπτώσεων και εκπλήξεων. Το ’52, είχε έρθει εκδρομή στο Ηράκλειο, με το σχολείο. Την είδα λοιπόν εγώ-είχα έρθει από το Μετόχι, απ’έξω, κάναμε βόλτες εκεί, νυφοπάζαρο τώρα, πάνω-κάτω πάνω-κάτω- όπως και στα Χανιά να πούμε, το νυφοπάζαρο ήταν στου Μπόλαρη και τα Σαββατοκύριακα ήτανε στο… στο λιμάνι, κάτω, το ξέρεις αυτό; Read more
-
Θέλω να ζήσω εκεί στο ανάμεσα από το κύμα και το δάσος/ εκεί όπου τις νύχτες το πλαγκτόν φεγγοβολά από τη μια κι αντιφεγγίζουν οι πυγολαμπίδες από την άλλη/ ή μήπως είν’ το ανάποδο; Read more
-
Μου τηλεφώνησες για να το πεις- -πως ακόμα παλεύεις να συγχωρήσεις τον πατέρα σου και μέσα στη δίνη σου αυτή θυμήθηκες πως, πριν το πόλεμο σας έφερε στο σπίτι μια μέρα, ένα γραμμόφωνο- -με δίσκους πολλούς μαζί, ολόκληρο έπιπλο βαρύ, όχι από τα μικρά! Κι αυτό έδειχνε, πως αυτός ο στριφνός κι αγέλαστος άνθρωπος, μέσα Read more
-
Όλη νύχτα ακούω βουή κυμάτων που σφαδάζουν και λυσσομανάνε αφρό πάνω στα βράχια, κι ανάμεσά τους ακούγεται ο Βόμβος- -μηχανής βαποριού, μια να σβήνει μια να δυναμώνει και είναι σαν να το βλέπω μια να ισορροπεί στις κορφές των κυμάτων και μια να χάνεται στις κοιλάδες τους. Μα τούτος ο Βόμβος δεν ξεμακραίνει. Τον ακούω Read more
-
Είναι το φυσικό να σε παίρνει ο ύπνος κάτω από τη συκιά στο γεφύρι το χτισμένο πάνω στο πέλαγος- εκεί που φυσάει το βοριαδάκι από τη μια και η κατεβασιά της ρεματιάς από την άλλη. Και είναι φυσικό που σ’ αυτό το αποκοίμισμά σου, τα σύκα τα ορθάνοιχτα, παντού πεσμένα γύρω, γεμίζουν μέλια και μυρωδιές Read more
-
Μέσα στο σούρουπο, το χέρι μου έσκυψε και ψαχούλεψε ανάμεσα στις πεσμένες πευκοβελόνες αναζητώντας το αντικείμενο που δευτερόλεπτα πριν το μάτι μου είχε διακρίνει-έκπληκτο- να φωσφορίζει. Στιγμιαία πίστεψα, άγνωστο γιατί, πως είναι ένα σπασμένο usb. Καμμία λογική φυσικά, φωσφορίζουν τα usb; (Μάλλον η απλοποιητική μου σκέψη βάφτισε με αυτόν τον όρο ακαριαία και συλλήβδην ο,τιδήποτε Read more
-
Ήταν 12 καταμεσήμερο και η σφουγγαρίστρα μου πήδηξε στο κενό-από τον πέμπτο. Όλοι στη γειτονιά έμειναν εμβρόντητοι. Κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί γιατί, όλοι μιλούσαν για τον απορροφητικό χαρακτήρα της και το αστραποβόλο σχεδόν φωσφοριζέ κίτρινο χρώμα της. Εγώ όμως ήξερα. Είχε πάρει το αυτί μου κάτι ψιλοκουβέντες της στο σπίτι, κάτι μασημένα μου σου Read more
-
Σαν σε τελετουργία γνωστή από αιώνες-όταν τα βράδια έπαιρναν να ζεσταίνουν-ησύχασαν οι δρόμοι κι ακούστηκαν οι σκόρπιες κουβέντες από τις γύρω πολυκατοικίες. Εσύ, σηκώθηκες, έφερες την μπαλαντέζα, τράβηξες το μακρύ καλώδιο της κεραίας, ακούμπησες την τηλεόραση πάνω στο τραπέζι του μπαλκονιού. Έσυρες την μπαμπού πολυθρόνα κι έκατσες απέναντι. Και την κύτταξες. Και ζεστάθηκε η ψυχή Read more
-
Της βάλανου τσουτσουνανθέ και της νυχτιάς μαράζι/με σφρίγος ετεντώθηκες στου πρωινού τ’αγιάζι Μελόχειλα αποζήτησες φουσκοδροσισμένα/κι ο μίσχος σου ετίναξε πέταλα χιονισμένα Μα σπήλαιο δεν εβρέθηκε κοντά σου να ποτίσεις/ μον’ σταλακτίτη οροφής κατάφερες να κτίσεις. Read more
-
Ένα κομπολόι είναι αυτός ο κόσμος και χαρά σ’αυτόν που ξέρει να το παίζει. <<Ὑψηλὴ μορφή, μὲ λευκὸν σαρίκι, μὲ μαύρην χλαῖναν καὶ χιτῶνα χρωματιστόν>> στεκόταν έξω από το κλειστό σουβλατζίδικο, το γωνιακό, ακριβώς απέναντι από την είσοδο του σταθμού στο Θησείον. Οι λιγοστοί διαβάτες δεν έδιναν πολλή σημασία, όλοι βιαστικοί να φτάσουν στις δουλειές Read more
-
Ο πατέρας έφυγε. Θέλω να πω: είναι στην πρώτη γραμμή. Στέκεται και περιμένει. Ή μάλλον δεν κάθεται ποτέ. Όλο νέες εισαγωγές στο νοσοκομείο κι εκείνος πρέπει ν’ αποφασίσει. Ήρεμα, ψύχραιμα. Να μην πανικοβάλλεται μες στον πανικό.Όταν γυρίσει στο σπίτι, όχι πολλές αγκαλιές.Πώς είναι ένας ήρωας ο πατέρας όταν όλοι τον αποφεύγουν; Δεν τον πλησιάζουν. Κι Read more
-
Όταν μου στέρησαν το Έξω και μου απέμεινε το Μέσα βρέθηκα σε ένα κτήμα τη στιγμή που όλα άνθιζαν. Λίγο από ενοχή, λίγο από ενθουσιασμό και λίγο από αγάπη θέλησα κάθε μέρα να μοιραστώ αυτό που έβλεπα. Ένας μαγικός παλιός macro φακός του κ.Τζώρτζη, ένα τασάκι που έσπασε και έγινε βάση για τα φωτάκια, φέτες από Read more
-
ήχος Το τοπίο ήταν σαν αυτά τα ημιορεινά λειβάδια, τα απέραντα και κατά τόπους ανισόπεδα, τα μόλις χορταριασμένα. Η λάσπη του καρόδρομου το διέσχιζε σαν μια φαρδιά παλιά πληγή που αργεί να επουλωθεί από το χιονιά ενός χειμώνα που τό’σκαγε με βαριά βήματα. Τα σπίτια, ήσουν δεν ήσουν σίγουρος αν ήταν αγροτόσπιτα~ πανομοιότυπα, με ένα Read more
-
Εγγραφή
Εγγεγραμένος
Έχεις ήδη λογαριασμό στο WordPress.com; Συνδέσου τώρα.