| CARVIEW |
Ο κόσμος, η Γη, είναι το κουκλόσπιτο ενός πολύ πλούσιου παιδιού.
Εκείνο παίζει με εμάς τους ανθρώπους, τις κούκλες του δηλαδή…τα αυτοκίνητα του, τις πισίνες -θάλασσες, τη ζούγκλα, τα ζώα, την τέχνη -χειροτεχνία.
Το ηλιακό σύστημα είναι ο παιδότοπος του. Τα έχει φτιάξει όλα πολύ όμορφα, αλλά πάλι μας βαριέται. Χρειάζεται ανανέωση, οπότε μας θάβει και αγοράζει νέες κούκλες.
Πολλές φορές έχει νεύρα, άλλοτε τα τραντάζει, άλλοτε τα καεί και άλλοτε χύνει ένα ποτήρι νερό.
Είμαστε οι μαριονέτες του.
Αυτή είναι η πρώτη ιστορία που θυμάμαι να είχα γράψει στην γραφομηχανή μάρκας Μπάρμπι – Ματελ. Δεν την έχω σε χαρτί, οπότε αν θέλετε με πιστεύετε.
Μπορεί ούτε εγώ να με πιστεύω.
ηπωλητρια


Γιατί ο Jon Hamm παίζει λούπα σε όλο το τικ τοκ;
Ένα μικρό βιντεάκι σε μόνιμη αναπήδηση με ένα χιτ από πίσω, που θες να το βλέπεις να παίζει μανιωδώς σε λούπα. Και σε ευχαριστεί κάθε φορά.
Μπλε φόντο σαν να το έχει περάσει ένα χέρι ο Πικάσο από την κυανή περιόδό του και οι αποχρώσεις του χρώματος να φωτίζουν τις σκιές και τα βαθουλώματα του πεντηντατετράχρονου ηθοποιού. Το αξύριστο πρόσωπο, ένας λευκός καμβάς και τα μαύρα μαλλιά -μια διαχρονική αντίθεση αρχετυπικής ανδρικής ομορφιάς.
Αλλά δεν είναι απλά ωραίος και θες να το βλέπεις. Είναι αυτή η μορφή τέχνης που μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα λέει μια ολόκληρη ιστορία. Το κείμενο το έχουμε χεσμένο. Οι λέξεις εδώ θα έκαναν μόνο κακό. Η έκφραση με ένα ελαφρύ σνομπισμό, η βαθιά βουτιά στον εαυτό μας, η παράδοση στο εγώ χωρίς να δίνεις δεκάρα για όλους τους υπόλοιπους… όλα αυτά αγγίζουν σχεδόν μια μεταφυσική κατάνυξη του όντος προς τη σχέση του με τη στιγμή, τη μουσική, τη βούλησή του να βγει εκτός πραγματικότητας, την αυτοδιάθεση.
Έχουμε κουραστεί. Έχουμε ταλαιπωρηθεί από τις σκέψεις, τις πληροφορίες, τους υπολογισμούς, την κίνηση στους δρόμους, τη δυσωδία από τους κάδους απορριμμάτων, τα κρίματά μας, τις υποχρεώσεις, τα πρέπει, τα στενά ρούχα, την καθαριότητα και την υγιεινή, τις επισκέψεις στους γιατρούς, το ξυπνητήρι χτυπάει, η δουλειά πάει κατα διαόλου, η παγκόσμια κοινότητα κοιμάται τρώγοντας μπεργκερ και τηγανιτές πατάτες, η τέχνη ξεπουλιέται, τα παιδιά σκοτώνονται, τα όπλα γιορτάζουν το θάνατο, αλλά αυτή η στιγμή… είναι όλη η ζωή.
Είσαι εσύ.
Ο ηθοποιός δίνει ρέστα και ο σκηνοθέτης τα πάντα.
]]>
Είμαστε κλειδοκράτορες
Γυρνάμε τα σαρκία μας από την εφηβεία μέχρι τα βαθιά μας γεράματα με μια αρμαθιά στο χέρι κλειδιά
Μικρά. Μεγάλα, μεσαία
Χάλκινα και χρυσά και ασημιά
Με κοφτερά δοντάκια και μια τρύπα στο πεπλατυσμένο τους κεφάλι
Με ανάγλυφα σύμβολα και καλύμματα πλαστικά
Κουδουνίζουν στα χέρια μας
Και διατυμπανίζουν τη φυλακή
Και την ασφάλεια
Την κατοχή και την ιδιοκτησία
Τα ξεχνάμε στο φούρνο και τρέχουμε να τα βρούμε πανικόβλητοι
Ανοίγουν ένα θηρίο που ξεμπουκάρει ή κλείνουν μυστικά
Τις προάλλες στο ταχυφαγείο έννας νεαρός κρατούσε ένα τεράστιο κρίκο με κλειδιά
Τα είχε στο χέρι και τα σήκωνε καθώς έδειχνε τα φαγητά μέσα στα πιάτα στην μαρκίζα
Φυλούσε τα κλειδιά, σφιχτά στα χέρια του πιο πολύ από το κορίτσι δίπλα του
Πού είναι τα κλειδιά μου, αναρωτήθηκα
Τα έψαξα μέσα στην τσάντα
Τα βρήκα και τα χάιδεψα
Ήταν εκεί κρύα και δικά μου
Έχουν εξουσία πάνω μου
Τα προσέχω πιο πολύ από το μυαλό μου
Τα σκέφτομαι πιο συχνά από την καρδιά
Γιατί
Αν μη τι άλλο
Είμαι κλειδοράτορας
Και αν ημουν φαραώ
Θα ήθελα με αυτά να με θάψουν μαζί
(ο πίνακας είναι του Περουτζίνο )
]]>Ως παιδί και ενήλικας της πόλης
που η μοναδική επαφή με το πράσινο
ήταν το καφέ πετρώδες χώμα στα παρτέρια
το χιλιοχεσμένο από τις γάτες
με τις ταλαίπωρες τις νερατζιές
μοναδική μου επιθυμία
Είναι να τρέξω μέσα στο δάσος
Μέχρι να μου κοπεί η ανάσα
Και να βρέχει
Ή να έχει πολλή υγρασία
Από αυτή που τρυπάει τα κόκκαλα με το ξύλινο καλαμάκι από το σουβλάκι
Και αφήνει τρυπούλες
Που μπάζουν αέρα
Και έτσι αερίζεται η ατμόσφαιρα του εντός
Και ξαναγεννιέσαι
Και έχω και αλλη μία επιθυμία
Εδώ που τα λέμε
Είναι να είμαι μωρό
Και να με έχουν παρατήσει μέσα στο δάσος γυμνό
Μια αρκούδα να με βρει
Και να με φάει
και να χρησιμοποιήσει ως οδοντογλυφίδα την ωλένη μου
και ως μαξιλάρι την καρδιά μου
Αυτα.

Αν μπορώ να συνοψίσω σε μια συνήθεια πως ανατραφηκα, είναι αυτό… Αν χρειαζόταν το φαγητό λεμόνι, πάντα βρίσκαμε μέσα κουκούτσια. Η μαμά, απλώς, το έστυβε χωρίς να τα βγάζει πριν ή μετά. Κανείς δεν έλεγε τίποτα για αυτό. Τα βγάζαμε και συνεχίζαμε το μάσημα ή το ρούφηγμα. Κανείς δεν έκανε συζήτηση για τα κουκούτσια. Κανείς δεν γκρίνιαζε για αυτό ή το θεωρούσε δουλειά της μαμάς. Κανείς δεν επιζητούσε την τελειότητα.
(σκηνη από την ταινία The shining)

Στο μεγάλο κλειστό πολυκατάστημα της πόλης έχει ανοίξει στην είσοδο ένα νέο μαγαζί με πολύ φανταχτερά χρώματα και ύφος, από αυτά που είτε είσαι παιδί είτε είσαι ενήλικας σε τραβάνε από τη μύτη σαν φόλα τον σκύλο (εκτός αν είσαι εκπαιδευμένος να καταπατάς τις εύκολες συγκινήσεις σου και μπράβο σου!).
Μπήκα μέσα να χαζέψω. Κουτάκια και κουτιά και περιτυλίγματα και αυτά τα σχέδια τα χαριτωμένα με γατούλες χνουδωτές και μονόκερους και τρυφερά φατσάκα κατά την κουλτούρα των Ιαπώνων kawaii.
Η χαρά του πλαστικού συνδυασμένο με την αφή του μαλακού
Η εμμονή με το αντικείμενο
Ο ορισμός του άχρηστου προϊόντος
Η θεοποίηση της αγοράς του κάτι
Και έβαζαν πραγματάκια μέσα σε καλάθια και τα αγόραζαν και χαμογελούσαν και γέμιζαν τσάντες.
Και πόσο έχουμε γαλουχηθεί με όλα αυτά που πια είναι παρωχημένο να μιλάς για αυτή τη σφαγή της λογικής και του συναισθήματος του ανθρώπου που θέλει και όλο θέλει και μόνο θέλει και δεν μπορεί να δημιουργηθεί κορεσμό με τίποτα και φτάνει σε σημείο παροξυσμού και όλα φαίνονται πια τόσο νορμάλ και όλοι μας μέρος αυτού του πράγματος και μαθαίνουμε και τα παιδιά να τρώνε πράγματα όπως πίνουν νερό και η επιθυμία γίνεται ανάγκη και αυτή η ανάγκη αρρώστια.
Μέρος αυτού τους πράγματος που μας τρώει. Μαζικά. Ολοκληρωτικά. Εορταστικά.
]]>
Πρώτη φορά του μίλησα πριν τρία χρόνια περίπου. «Έρχομαι», μου είπε.
«Δεν είναι σίγουρο, αν θα είμαι σπίτι», του απάντησα.
«Είμαι τυχερό παιδί», μου ανταπάντησε.
Είχε φασαρία και δεν μπόρεσα να διακρίνω αν η φωνή ήταν όντως νεανική.
Τελικά, ήμουν.
Κατέβηκε από το αυτοκίνητο. Ενας άντρας γύρω στα πενήντα, όπως λέμε ηλιοκαμένος… αυτός ήταν μαυροκαμένος. Οπότε δεν είναι παιδί, σκέφθηκα.
Μου έδωσε το πακέτο. Είχε μικρά μάτια, πλισέ δέρμα, αδύνατος, μικρόσωμος με γόνατα να εξέχουν από το σκληρό ύφασμα του τζιν.
Έκτοτε τον είδα να συνοδεύει τον πατέρα του σε μια κλινική της περιοχής. Μου φάνηκε περίεργο που τον είδα κάπου αλλού εκτός της ιδιότητας του ως διανομέας. Τον κοίταξα. Α, ναι, είναι αυτός, «το τυχερό παιδί», είπα.
Δεν τον έχω δει να γελάει ποτέ. Είναι από αυτούς τους ανθρώπους που φτιάχτηκε για να τοποθετήσει το στόμα του σε μια μετέωρη τζιβάνα και να αρχίζει να ρουφάει. Καπνίζει σχεδόν πάντα. Σαν να γεννήθηκε με αυτό ή να σχεδιάσθηκε για το τσιγάρο αυτό το πλάσμα. Ενα κρεμασμένο τσιγάρο στα χείλη. Αδυνατίζει όλο και παραπάνω. Φαίνεται ακόμη πιο μεγάλος και μικρός.
Τις προάλλες μου έφερε ένα πακέτο.
«Σας χρωστάω και ένα ευρώ από την προηγούμενη φορά, που δεν είχατε να χαλάσετε.»
«Δεν θυμάμαι τίποτα.», μου είπε.
«Θυμάμαι εγώ.», του είπα.
(Πίνακας του Βαν Γκογκ)
]]>Προσωπικά θυμάμαι τη λειψανδρία τότε.
Το βράδυ κατουρούσαμε ο ένας πίσω από τον άλλον και μετά τραβούσαμε καζανάκι.
Κατά ένα παράδοξο τρόπο αυτή η οικογενειακή προσπάθεια για μείωση χρήση νερού είναι μια ανάμνηση πολύ δυνατή. Τη θυμάμαι με ανάμεικτα αισθήματα φόβου, αλλά και χαράς που κάναμε κάτι όλοι μαζί για ένα σκοπό.
Επίσης θυμάμαι τη γιαγιά να μαζεύει βρόχινο νερό σε κουβάδες για να ποτίσει τις γλάστρες της τις επόμενες μέρες.
Νομίζω πως γενικά το έχουμε πάρει αψήφιστα το ζήτημα. Το νερό θα χωρίσει την ανθρωπότητα πιο σκληρά από ποτέ σε πλούσιους και φτωχούς.
Όπως στρώσαμε, θα κοιμηθούμε… βέβαια δεν στρώσαμε μόνοι μας, αλλά θα φέρουμε το Βάρος του φορτίου σε δυσανάλογο ποσοστό.

Κάποιες περιοχές έχουν συγκλονιστικές μυρωδιές λόγω των επιχειρήσεων που υπάρχουν στις γειτονιές τους. Έτσι, δεν μπορώ να ξεχάσω τη μυρωδιά ή μάλλον αίσθηση ότι κολυμπάς σε λιωμένη σοκολάτα στην Πειραιώς λόγω του εργοστασίου της ΙΟΝ. Καμιά φορά ήταν τόσο συνταρακτικά δυνατή η μυρωδιά που περνούσες με το τρένο πριν την στάση Παλαιό Φάληρο και σου γέμιζαν τα ρουθούνια με ζάχαρη, κακάο και καβουρντισμένο αμύγδαλο.
Σήμερα πέρασα από την πλατεία στο Μαρκόπουλο Μεσογαίας. Χωριουδάκι με την εκκλησία του και τα παλιά σπίτια επί του δρόμου. Κάποιες πολυκατοικίες χαλάνε την αισθητική, αλλά έτσι είναι η εξέλιξις, η ζωή και ο χρόνος. Δεν κοιτά το παρελθόν. Τρέχει μπροστά. Αλλά οι μυρωδιές… υπάρχει ο διάσημος φούρνος του Δαρεμά. Όλη η περιοχή μυρίζει μουστοκούλορο φρεσκοφουρνισμένο. Ζεστό μούστο και κανέλα, πικάντικη νότα, τρομερή ατμόσφαιρα οικογένειας.
Απέναντι στο βιβλιοπωλείο 6 ογκόλιθοι με το πρόσωπο του Τσίπρα φιγουράριζαν στη βιτρίνα του μικρού βιβλιοπωλείου δίπλα στα χαρούμενα παιδικά χριστουγεννιάτικα βιβλία. Παρατήρησα το κόντραστ και απέφυγα μια τεράστια λακκούβα με νερό.
Πιο κάτω μια κοπέλα έξυνε τη μύτη της και διάλεγε καλλυντικά με πωλήτριες που έτρεχαν πάνω κάτω, δεξιά ριστερά για να την εξυπηρετήσουν και να καταφέρουν την επιπρόσθετη πώληση μέσα στο κατάστημα.
Χτύπησε η καμπάνα.
Μπήκα στη τράπεζα. Οι γυναίκες τραπεζικοί φορούσαν όλες πλεκτά και ζιβάγκο και απόρησαν αν είχαν έρθει συστημένες από Φιλανδία, γιατί το θερμόμετρο έδειχνε εικοσιένα βαθμούς και ο νοτιάς με τη βροχή είναι σκέτη ταλαιπωρία.
Πάω στην τράπεζα μία ή δυο φορές το χρόνο. Πάντα κάποιος τσακώνεται. Έτσι και σήμερα η διευθύντρια του καταστήματος έκανε την παιδαγωγό συμπεριφοράς σε μια κυρία γύρω στα εβδομήντα, σκελετωμένη, αποτραβηγμένη στον κόσμο της, επειδή ήθελε να μάθει κάτι για το λογαριασμό της και εκείνη (η διευθύντρια) μιλούσε σε έναν άλλον κύριο και την διέκοψε (ωωω, τι ορυμαγδός!). Βέβαια, όλοι κάθονται στις καρεκλίτσες τους και περιμένουν τους ανήμπορους να αυτοεξυπηρετηθούν τηρώντας το δαιδαλώδες τυπολατρικό σύστημά τους. Άλλο συμπέρασμα.. Πρέπει ο κόσμος στις τράπεζες να μαλώνει κάθε τρία λεπτά, για να πετυχαίνω εγώ πάντα καβγά με τη μία φορά το χρόνο που θα χρειαστεί να πάω.
Κοίταξα τριγύρω και δεν υπήρχε κανένα παράθυρο (λογικό, αλλιώς θα έπαιζαν κουκου-τσα με τους κλέφτες), αλλά εγώ σκεφθηκα τα χνώτα και το ταβάνι και τις πόρτες ασφαλείας και μου’ ρθε να φωνάξω “ΑΕΡΑ’ και να πεταχτώ έξω στο δρόμο σαν σκάγι. Επειδή δεν είχα τελειώσει τη δουλίτσα μου, κατάπια τούτες τις σκέψεις και παρατήρησα τις ζωγραφιές της κόρης της κυρίας που με εξυπηρετούσε και μου άρεσε αυτή η προσωπική νότα μέσα στον αφιλόξενο χώρο.
Μετά μου ήρθε το πρόσωπο της νέας Miss Universe που έχει κάτι αγγελικό πάνω της και κάπως πέρασε η ώρα και βγήκα ζωντανή από εκεί μέσα.


Γράφει η Βέρα Φραντζή
Θα ήθελες να με κοιτάς και να χάνεις το Ε από το εγώ σου
Θα ήθελες να με ακουμπάς και να βγάζεις ένα έκτο δάχτυλο σε κάθε χερι
Θα ήθελες να μου μιλάς και να όλα τα «σου» να γίνονται βεγγαλικά
Θα ήθελες να βλέπεις μάτια ήλιους, χείλη σπίτια και σώμα θάλασσα
Θα ήθελα
]]>