ΑΜΝΗΣΤΙΑ

Αμνηστία

Η Ελευθερία μου είναι ένα γαλάζιο και
κόκκινο πουλί,
που κρεμασμένο στο λαιμό του έχει κλειδί
για τις περλένιες θύρες του Παράδεισου·

προσκρούει πάνω σε γέλια κοριτσίστικα,
χρυσά,
χαμόγελα σα χείλη
λεσβιακής συνωμοσίας.

Χρυσάνθεμη σάρκα στα πόδια,
στα χέρια, στην τρυφερή δαγκάνα
θηλυκότητας,
που ξέρει ν’ αγκαλιάζει έναν άνδρα,
γλυκά.

Και βλέπω όλ’ αυτά που
σα ν’ αντικαθιστούν την
υπανάπτυξη,
σα ν’ αντικαθιστούν το
καθισιό του μοιρολάτρη,

Ένα γέλιο τρανταχτό
-σόκιν εσώψυχο-
ένα γενετήσιο όργανο,
με τόλμη φουσκωμένο·

γάλα μες στα ολοστρόγγυλα βυζιά της.

Η θάλασσα αναδίνει μια πικάντικη
ανάσα αλατιού και ιωδίου τέρατος·

άνθρωποι την περπατούνε τριγύρω, σε προβλήτες,
μαρίνες, ακτές και καράβια·

οι υδατοβάτες εκλείπουν, αφού οι
Προμηθείς σταυρώνονταν ανέκαθεν
στον Καύκασο.

Ιστορίες παλιές, το ίδιο ανώριμες,
με την πανάρχαια αυτή επιπολαιότητα
που συγκροτεί τα κράτη.

Εξουσία και βία,
τα βρωμερά ’κείνα σκουλήκια που
βρυχώνται σιδερόφρακτα,
βρωμίζουν με την κάπνα
απ’ τη μπεντζίνα τους,
το αίμα όλων των ζώων.

Πιο ’κεί:

Πάνω σε μι’ αργοτάξιδη καμήλα,
θα διασχίσω όλη την έρημο για δυό καστανά
μάτια…

Λυγίζει ο ποιητής·
τόσες φορές, λίγη τροφή,
λίγο κρασί, λίγη οπτασία
κι οφθαλμαπάτη και ντροπή,
λίγη παραίσθηση και τρόμος,
τί κατάχρηση είν’ αυτή;

Σωρός μαζεύτηκε στο σάκο μου από εικόνες
παγωμένες.

Μα δεν έχει σημασία·
αλλάζω μέσο, αλλάζω βήμα.
Τέρμα πλέον η ακινησία.

Με μικρά καύκαλα και όστρακα
οπλισμένα είν’ τα ρούχα μου.

Τώρα σε γύρο κυκλικό
σε κοντοφέρνω.

Μια κιθάρα έχει φυτρώσει κι αναπτύσσεται
στα χέρια μου,
την ποτίζω, την ταΐζω, αρπίζει όλη μέρα μονάχη.

Οι τσιγγάνοι κάθονται κατάχαμα, αρνητές μιας δουλείας
κοινότητας, σπάζουν καρπούζια στον πεζόδρομο,
τ’ αρσενικά τους παιδιά,
κοιτάζουν με φθόνο τις
ξανθo-γάλανες τουρίστριες του βορά,
κι αγγίζουν τα μόριά τους περιπαικτικά
και μάταια.

Αφού κλείνουν τα μάτια.

Γιατί η άρνηση, δίνει ένα τέλος.
Η συγκατάβαση, πολλές αυλαίες να κλείνουν.

Άρα τί; Και πώς;
Ίσως αρχίζοντας κάτι άλλο
αδοκίμαστο
(τουλάχιστον το πείραμα, είχε πάντοτε
μια γεύση ζωηρή).

Όταν μία γυναίκα εμπνέει,
σημαίνει,
η φαντασία πήρε αμνηστία

και γυροφέρνει σαν πουλί
που σουσουρίζει πρωτού
φύγει,

για το απότομο ταξίδι,
στον ολοφώτεινον
αιθέρα
του
Bali.

Νικόλας Γκόγκος 

IMG_9103Φωτό, δική μου: Μπαλινέζικο ξυλόγλυπτο κουτί· 

ΜΑΝΙΧΑΪΣΤΙΚΟ

Μανιχαϊστικό

Στο πατητήρι αυτού του κόσμου αρκεί να στύψεις,

της ανθρωπότητας ολόκληρης τις τύψεις.

Θα ζυμωθεί –που λες- πελώριο μανιτάρι,

δεκαπλασίας εκτάσεως της ερήμου Καλαχάρι.

Θά ’χει δηλητήριο ικανό ώστε να ξεκάνει,

λογιών-λογιών αμαρτωλούς, στο

μάνι-μάνι…

ΝΓ, Γενάρης του ’26·

carview.php?tsp=

Εικαστικό: Manichaean practice: ‘The Freeing of the Light from the Captivity of the Darkness’ (digital reconstruction)