Το ΠΑΚΟΕ μετά από 47 χρόνια συνεχούς αγώνα, παρεμβάσεων και τεκμηριωμένων καταγγελιών για την προστασία της δημόσιας υγείας, της κοινωνικής συνοχής και της ποιότητας ζωής των πολιτών, δεν μπορεί να παραμένει σιωπηλό απέναντι σε ένα ζήτημα που απειλεί ευθέως το παρόν και το μέλλον της χώρας: το δημογραφικό πρόβλημα της Ελλάδας.
Το ΠΑΚΟΕ, έχοντας διαχρονικά αναδείξει τις επιπτώσεις των κοινωνικών, περιβαλλοντικών και οικονομικών πολιτικών στην υγεία του πληθυσμού, επισημαίνει ότι η πληθυσμιακή συρρίκνωση, η γήρανση, η υπογεννητικότητα και η ερημοποίηση της περιφέρειας δεν αποτελούν απλούς «στατιστικούς δείκτες», αλλά καθοριστικούς παράγοντες επιδείνωσης της δημόσιας υγείας, της κοινωνικής ασφάλειας και της βιωσιμότητας των τοπικών κοινωνιών.
Τα επίσημα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) επιβεβαιώνουν με αδιάψευστο τρόπο ότι η χώρα εισέρχεται σε μια περίοδο βαθιάς δημογραφικής κρίσης. Μιας κρίσης που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με αποσπασματικά μέτρα, επικοινωνιακές πολιτικές ή επιδοματικές παρεμβάσεις, αλλά απαιτεί μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, διακομματική ευθύνη και ουσιαστική στήριξη της οικογένειας, της νεολαίας και της περιφέρειας.
Το ΠΑΚΟΕ, πιστό στον ρόλο του ως ανεξάρτητος επιστημονικός και κοινωνικός φορέας, παρουσιάζει και αναλύει τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ όχι για να κινδυνολογήσει, αλλά για να προειδοποιήσει έγκαιρα. Διότι η δημογραφική κατάρρευση δεν είναι ένα πρόβλημα του μέλλοντος, είναι μια πραγματικότητα που εξελίσσεται ήδη και επηρεάζει άμεσα τη δημόσια υγεία, το κοινωνικό κράτος και την ίδια τη συνοχή της ελληνικής κοινωνίας.
Συνεχής μείωση του πληθυσμού
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, ο μόνιμος πληθυσμός της χώρας μειώθηκε από 10.816.286 άτομα το 2011 σε 10.482.487 το 2021, καταγράφοντας συνολική μείωση -3,1% μέσα σε μία δεκαετία.
Η μείωση αυτή αφορά και τα δύο φύλα, με τον ανδρικό πληθυσμό να μειώνεται κατά -3,3% και τον γυναικείο κατά -3,1%, γεγονός που δείχνει ότι το φαινόμενο είναι γενικευμένο και όχι συγκυριακό.
Κατάρρευση των νεαρών ηλικιακών ομάδων
Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η εικόνα των νεαρών ηλικιών. Οι ηλικιακές ομάδες 0–9, 10–19 και 20–29 ετών παρουσιάζουν σημαντικές μειώσεις μεταξύ 2011 και 2021, με τις μεγαλύτερες απώλειες να καταγράφονται στις ηλικίες 10–19 και 20–29 ετών.
Η εξέλιξη αυτή υποδηλώνει:
- δραματική μείωση των γεννήσεων,
- φυγή νέων ανθρώπων σε παραγωγικές ηλικίες,
- συρρίκνωση της μελλοντικής δεξαμενής εργατικού δυναμικού.
Αντίθετα, οι ηλικιακές ομάδες 70 ετών και άνω παρουσιάζουν αύξηση, με την ομάδα 80+ να καταγράφει τη μεγαλύτερη ποσοστιαία άνοδο. Η πληθυσμιακή πυραμίδα της Ελλάδας μετατρέπεται σταδιακά σε «ανεστραμμένη».
Εκρηκτική γήρανση του πληθυσμού
Η επιδείνωση του δημογραφικού αποτυπώνεται ξεκάθαρα στους δημογραφικούς δείκτες της ΕΛΣΤΑΤ:
- Δείκτης γήρανσης: από 162,2 το 2020 ανήλθε σε 182,0 το 2024.
Αυτό σημαίνει ότι οι ηλικιωμένοι άνω των 65 ετών είναι πλέον σχεδόν διπλάσιοι από τα παιδιά 0–14 ετών.
- Δείκτης εξάρτησης: αυξάνεται σταθερά, επιβαρύνοντας τον οικονομικά ενεργό πληθυσμό.
- Μέση ηλικία μητέρας κατά τον τοκετό: αυξάνεται σταθερά και φθάνει τα 32,2 έτη το 2024.
Οι δείκτες αυτοί αποδεικνύουν ότι η αναπαραγωγή του πληθυσμού καθίσταται ολοένα και δυσκολότερη.
Γονιμότητα κάτω από τα όρια αναπλήρωσης
Ο συνολικός δείκτης γονιμότητας παραμένει σταθερά χαμηλός και κινείται γύρω στο 1,3 παιδί ανά γυναίκα, πολύ κάτω από το όριο αναπλήρωσης των γενεών (2,1).
Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνει ότι, ακόμη και χωρίς μετανάστευση, ο ελληνικός πληθυσμός οδηγείται σε φυσική συρρίκνωση.
Περισσότεροι θάνατοι από γεννήσεις
Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για την περίοδο 2020–2024 δείχνουν ότι κάθε χρόνο οι θάνατοι υπερβαίνουν κατά πολύ τις γεννήσεις.
Ενδεικτικά:
- Το 2024 καταγράφηκαν 68.467 γεννήσεις έναντι 126.916 θανάτων, με φυσικό ισοζύγιο -58.449 άτομα.
- Το αρνητικό ισοζύγιο παραμένει σταθερό σε όλα τα έτη της περιόδου.
Η εξέλιξη αυτή αποτελεί τον βασικό μηχανισμό μείωσης του πληθυσμού.
Μικρότερα νοικοκυριά – κοινωνικές συνέπειες
Η απογραφή καταγράφει σαφή αύξηση των μονοπρόσωπων νοικοκυριών, ενώ μειώνονται τα νοικοκυριά με 3 ή περισσότερα μέλη.
Η αλλαγή αυτή αντανακλά:
- υπογεννητικότητα,
- γήρανση,
- κοινωνική απομόνωση,
- αυξημένες ανάγκες κοινωνικής φροντίδας.
Περιφερειακές ανισότητες και πληθυσμιακή αποψίλωση
Σχεδόν όλες οι Περιφέρειες της χώρας καταγράφουν πληθυσμιακή μείωση μεταξύ 2011 και 2021, με εξαίρεση ορισμένες περιοχές που παρουσιάζουν οριακή σταθερότητα.
Η εσωτερική αυτή αποδυνάμωση οδηγεί σε εγκατάλειψη της υπαίθρου, πίεση στις μεγάλες αστικές περιοχές και περαιτέρω ανισότητες.
Η ερήμωση της περιφέρειας
Σε επίπεδο περιφέρειας και τοπικών κοινωνιών, η κατάσταση είναι ακόμα πιο δραματική. Στην Κεντρική Μακεδονία, οι γεννήσεις μειώθηκαν κατά 44% μεταξύ 2010 και 2024, με τους νομούς Σερρών και Κιλκίς να καταγράφουν απώλειες 12–14%. Στη Θεσσαλονίκη, πολλοί δήμοι αναμένεται να χάσουν σημαντικό μέρος του πληθυσμού τους έως το 2050: η Νικόπολη εκτιμάται ότι θα μειωθεί κατά 89%, ο Ασκός κατά 36,5% και ο Λαχανάς κατά 46,7%. Περίπου 1.160 οικισμοί της χώρας δεν θα έχουν κανέναν κάτοικο, ενώ 7.960 θα μείνουν με λιγότερους από 100 κατοίκους. Οι πόλεις και χωριά της περιφέρειας μετατρέπονται σε «φάντασμα», γεγονός που υπογραμμίζει την ανάγκη για άμεση, στοχευμένη πολιτική που θα συγκρατήσει τους νέους και θα στηρίξει τις τοπικές κοινωνίες.
Συμπεράσματα – ένα εθνικό ζήτημα πρώτης γραμμής
Τα επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δεν αφήνουν περιθώρια εφησυχασμού. Το δημογραφικό πρόβλημα στην Ελλάδα δεν είναι μελλοντικό, είναι παρόν και εξελισσόμενο.
Η μείωση του πληθυσμού, η υπογεννητικότητα, η γήρανση και το αρνητικό φυσικό ισοζύγιο συνιστούν ένα πλέγμα απειλών με σοβαρές επιπτώσεις:
- στο ασφαλιστικό σύστημα,
- στην αγορά εργασίας,
- στη δημόσια υγεία,
- στην κοινωνική συνοχή,
- στην εθνική προοπτική της χώρας.
Η αντιμετώπιση του δημογραφικού απαιτεί συνολική, μακροπρόθεσμη και τεκμηριωμένη στρατηγική, με πολιτικές στήριξης της οικογένειας, της μητρότητας, της νεολαίας και της ποιότητας ζωής.
Οι αριθμοί της ΕΛΣΤΑΤ είναι αδιάψευστοι. Το ζητούμενο πλέον είναι αν θα υπάρξει η αντίστοιχη πολιτική και κοινωνική ανταπόκριση.
ΑΠΟ ΤΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΚΟΕ
Το ΠΑΚΟΕ μετά από 47 χρόνια συνεχούς αγώνα, παρεμβάσεων και τεκμηριωμένων καταγγελιών για την προστασία της δημόσιας υγείας, της κοινωνικής συνοχής και της ποιότητας ζωής των πολιτών, δεν μπορεί να παραμένει σιωπηλό απέναντι σε ένα ζήτημα που απειλεί ευθέως το παρόν και το μέλλον της χώρας: το δημογραφικό πρόβλημα της Ελλάδας.
Το ΠΑΚΟΕ, έχοντας διαχρονικά αναδείξει τις επιπτώσεις των κοινωνικών, περιβαλλοντικών και οικονομικών πολιτικών στην υγεία του πληθυσμού, επισημαίνει ότι η πληθυσμιακή συρρίκνωση, η γήρανση, η υπογεννητικότητα και η ερημοποίηση της περιφέρειας δεν αποτελούν απλούς «στατιστικούς δείκτες», αλλά καθοριστικούς παράγοντες επιδείνωσης της δημόσιας υγείας, της κοινωνικής ασφάλειας και της βιωσιμότητας των τοπικών κοινωνιών.
Τα επίσημα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Αρχής (ΕΛΣΤΑΤ) επιβεβαιώνουν με αδιάψευστο τρόπο ότι η χώρα εισέρχεται σε μια περίοδο βαθιάς δημογραφικής κρίσης. Μιας κρίσης που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με αποσπασματικά μέτρα, επικοινωνιακές πολιτικές ή επιδοματικές παρεμβάσεις, αλλά απαιτεί μακροπρόθεσμο σχεδιασμό, διακομματική ευθύνη και ουσιαστική στήριξη της οικογένειας, της νεολαίας και της περιφέρειας.
Το ΠΑΚΟΕ, πιστό στον ρόλο του ως ανεξάρτητος επιστημονικός και κοινωνικός φορέας, παρουσιάζει και αναλύει τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ όχι για να κινδυνολογήσει, αλλά για να προειδοποιήσει έγκαιρα. Διότι η δημογραφική κατάρρευση δεν είναι ένα πρόβλημα του μέλλοντος, είναι μια πραγματικότητα που εξελίσσεται ήδη και επηρεάζει άμεσα τη δημόσια υγεία, το κοινωνικό κράτος και την ίδια τη συνοχή της ελληνικής κοινωνίας.
Συνεχής μείωση του πληθυσμού
Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, ο μόνιμος πληθυσμός της χώρας μειώθηκε από 10.816.286 άτομα το 2011 σε 10.482.487 το 2021, καταγράφοντας συνολική μείωση -3,1% μέσα σε μία δεκαετία.
Η μείωση αυτή αφορά και τα δύο φύλα, με τον ανδρικό πληθυσμό να μειώνεται κατά -3,3% και τον γυναικείο κατά -3,1%, γεγονός που δείχνει ότι το φαινόμενο είναι γενικευμένο και όχι συγκυριακό.
Κατάρρευση των νεαρών ηλικιακών ομάδων
Ιδιαίτερα ανησυχητική είναι η εικόνα των νεαρών ηλικιών. Οι ηλικιακές ομάδες 0–9, 10–19 και 20–29 ετών παρουσιάζουν σημαντικές μειώσεις μεταξύ 2011 και 2021, με τις μεγαλύτερες απώλειες να καταγράφονται στις ηλικίες 10–19 και 20–29 ετών.
Η εξέλιξη αυτή υποδηλώνει:
- δραματική μείωση των γεννήσεων,
- φυγή νέων ανθρώπων σε παραγωγικές ηλικίες,
- συρρίκνωση της μελλοντικής δεξαμενής εργατικού δυναμικού.
Αντίθετα, οι ηλικιακές ομάδες 70 ετών και άνω παρουσιάζουν αύξηση, με την ομάδα 80+ να καταγράφει τη μεγαλύτερη ποσοστιαία άνοδο. Η πληθυσμιακή πυραμίδα της Ελλάδας μετατρέπεται σταδιακά σε «ανεστραμμένη».
Εκρηκτική γήρανση του πληθυσμού
Η επιδείνωση του δημογραφικού αποτυπώνεται ξεκάθαρα στους δημογραφικούς δείκτες της ΕΛΣΤΑΤ:
- Δείκτης γήρανσης: από 162,2 το 2020 ανήλθε σε 182,0 το 2024.
Αυτό σημαίνει ότι οι ηλικιωμένοι άνω των 65 ετών είναι πλέον σχεδόν διπλάσιοι από τα παιδιά 0–14 ετών.
- Δείκτης εξάρτησης: αυξάνεται σταθερά, επιβαρύνοντας τον οικονομικά ενεργό πληθυσμό.
- Μέση ηλικία μητέρας κατά τον τοκετό: αυξάνεται σταθερά και φθάνει τα 32,2 έτη το 2024.
Οι δείκτες αυτοί αποδεικνύουν ότι η αναπαραγωγή του πληθυσμού καθίσταται ολοένα και δυσκολότερη.
Γονιμότητα κάτω από τα όρια αναπλήρωσης
Ο συνολικός δείκτης γονιμότητας παραμένει σταθερά χαμηλός και κινείται γύρω στο 1,3 παιδί ανά γυναίκα, πολύ κάτω από το όριο αναπλήρωσης των γενεών (2,1).
Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνει ότι, ακόμη και χωρίς μετανάστευση, ο ελληνικός πληθυσμός οδηγείται σε φυσική συρρίκνωση.
Περισσότεροι θάνατοι από γεννήσεις
Τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ για την περίοδο 2020–2024 δείχνουν ότι κάθε χρόνο οι θάνατοι υπερβαίνουν κατά πολύ τις γεννήσεις.
Ενδεικτικά:
- Το 2024 καταγράφηκαν 68.467 γεννήσεις έναντι 126.916 θανάτων, με φυσικό ισοζύγιο -58.449 άτομα.
- Το αρνητικό ισοζύγιο παραμένει σταθερό σε όλα τα έτη της περιόδου.
Η εξέλιξη αυτή αποτελεί τον βασικό μηχανισμό μείωσης του πληθυσμού.
Μικρότερα νοικοκυριά – κοινωνικές συνέπειες
Η απογραφή καταγράφει σαφή αύξηση των μονοπρόσωπων νοικοκυριών, ενώ μειώνονται τα νοικοκυριά με 3 ή περισσότερα μέλη.
Η αλλαγή αυτή αντανακλά:
- υπογεννητικότητα,
- γήρανση,
- κοινωνική απομόνωση,
- αυξημένες ανάγκες κοινωνικής φροντίδας.
Περιφερειακές ανισότητες και πληθυσμιακή αποψίλωση
Σχεδόν όλες οι Περιφέρειες της χώρας καταγράφουν πληθυσμιακή μείωση μεταξύ 2011 και 2021, με εξαίρεση ορισμένες περιοχές που παρουσιάζουν οριακή σταθερότητα.
Η εσωτερική αυτή αποδυνάμωση οδηγεί σε εγκατάλειψη της υπαίθρου, πίεση στις μεγάλες αστικές περιοχές και περαιτέρω ανισότητες.
Η ερήμωση της περιφέρειας
Σε επίπεδο περιφέρειας και τοπικών κοινωνιών, η κατάσταση είναι ακόμα πιο δραματική. Στην Κεντρική Μακεδονία, οι γεννήσεις μειώθηκαν κατά 44% μεταξύ 2010 και 2024, με τους νομούς Σερρών και Κιλκίς να καταγράφουν απώλειες 12–14%. Στη Θεσσαλονίκη, πολλοί δήμοι αναμένεται να χάσουν σημαντικό μέρος του πληθυσμού τους έως το 2050: η Νικόπολη εκτιμάται ότι θα μειωθεί κατά 89%, ο Ασκός κατά 36,5% και ο Λαχανάς κατά 46,7%. Περίπου 1.160 οικισμοί της χώρας δεν θα έχουν κανέναν κάτοικο, ενώ 7.960 θα μείνουν με λιγότερους από 100 κατοίκους. Οι πόλεις και χωριά της περιφέρειας μετατρέπονται σε «φάντασμα», γεγονός που υπογραμμίζει την ανάγκη για άμεση, στοχευμένη πολιτική που θα συγκρατήσει τους νέους και θα στηρίξει τις τοπικές κοινωνίες.
Συμπεράσματα – ένα εθνικό ζήτημα πρώτης γραμμής
Τα επίσημα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ δεν αφήνουν περιθώρια εφησυχασμού. Το δημογραφικό πρόβλημα στην Ελλάδα δεν είναι μελλοντικό, είναι παρόν και εξελισσόμενο.
Η μείωση του πληθυσμού, η υπογεννητικότητα, η γήρανση και το αρνητικό φυσικό ισοζύγιο συνιστούν ένα πλέγμα απειλών με σοβαρές επιπτώσεις:
- στο ασφαλιστικό σύστημα,
- στην αγορά εργασίας,
- στη δημόσια υγεία,
- στην κοινωνική συνοχή,
- στην εθνική προοπτική της χώρας.
Η αντιμετώπιση του δημογραφικού απαιτεί συνολική, μακροπρόθεσμη και τεκμηριωμένη στρατηγική, με πολιτικές στήριξης της οικογένειας, της μητρότητας, της νεολαίας και της ποιότητας ζωής.
Οι αριθμοί της ΕΛΣΤΑΤ είναι αδιάψευστοι. Το ζητούμενο πλέον είναι αν θα υπάρξει η αντίστοιχη πολιτική και κοινωνική ανταπόκριση.
ΑΠΟ ΤΗ ΓΡΑΜΜΑΤΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΚΟΕ
Written
on 23/01/2026