Κοιτάζω τον κόσμο μέσα από έναν παραμορφωτικό καθρέφτη που βρίσκεται ακουμπισμένος στο μπαλκόνι μου.
Η κυρία στο μπαλκόνι της απέναντι πολυκατοικίας, η φιλήσυχη νοικοκυρά ετών 50, με διαστάσεις επικού τέρατος, κρεμασμένα στήθη και ξεχειλωμένους γοφούς, κρεμάει στα σχοινιά τα εσώρουχα του καθώς πρέπει συζύγου της, φουσκωμένη από περηφάνια, τραβάει τον καβάλο ενός από αυτά τα λευκά σώβρακα με τα τσεπάκια μπροστά, μόδα του πάλαι ποτέ, “πωπώ, τί άντρα έχω”, σκέφτεται, φέρνοντας στο νου την ξεφτισμένη ηδονή που της χαρίζει μια φορά το μήνα και περνάει την γλώσσα της πάνω από τα περιποιημένα από botox χείλη της. Μπορεί να είναι λίγο τσιγκούνης, μπορεί και να ξενοκοιτάζει μια στο τόσο, αλλά έτσι είναι οι άντρες, κυνηγοί, κατά τ’ άλλα είναι άριστος σύζυγος, πατέρας και πολίτης με τ όλα του, αγαπάει την πατρίδα, αγαπάει και την εκκλησία, και εκείνη την αγαπάει και ας μην της το δείχνει, μόνο με τ’ αδέσποτα δεν τα πάει καλά, αλλά τι να κάνει κι αυτός γέμισε ο τόπος σκατά, κάποιος πρέπει να κάνει κάτι.
Παρατηρώ οτι κιτρινίσαν τα φυλλαράκια του βασιλικού, ο ήλιος τα χτυπάει πολλές ώρες την μέρα, πιάνω τη γλάστρα και της αλλάζω γωνία. Να φιάξω μακαρόνια με pesto, σκέφτομαι, καιρό έχω να φάω, από κείνο το βράδυ, το μπουκωμένο, το γεμάτο ανεμοσκορπίσματα, που μάδησα το βασιλικό με βία και μου έμεινε μια χούφτα στο χέρι και έμεινα εκεί στο μπαλκόνι να τον κοιτάω μαδημένο και να κλαίω, η φύση ανήμπορη κάτω απ’ το ανθρώπινο χέρι, το ανθρώπινο χέρι ανήμπορο κάτω από μια απογοήτευση που ναρκώνει, μια απογοήτευση ανήμπορη να κάνει την ανατροπή. Ρούφηξα την μύτη μου και έφιαξα στο γουδοχέρι ένα μεγάλο βάζο pesto. Όση δεν έφαγα την έστειλα στην ιταλίδα μαμά της Κ. που μου έμαθε πώς να την φιάχνω, που μου χάρισε τον πρώτο πλατύφυλλο βασιλικό, που μεγάλωσε με τόση στοργή. Εκείνη που ύστερα μ’ έπαιρνε κάθε τόσο και με ρωτούσε αν έφιαξα, ή αν θέλω να μου στείλει βαζάκια να βάλω στην κατάψυξη. Γι’ αυτό και σήμερα θα φιάξω πάλι pesto, θα βάλω την κατσαρόλα με το νερό να βράζει, θα ρίξω μπόλικο χοντρό αλάτι γιατί η ουσία βρίσκεται σ’ αυτά που δε βλέπουμε, θα βάλω σπαγγέτι νούμερο 6, όχι άλλο είδος, γιατί μεταμορφώθηκε η ζωή μου από φιογκάκια, χρώματα, περίεργα σχήματα, σε μια ολόισια γραμμή, μια γραμμή που ακολουθώ κάθε μέρα, αγκιστρωμένη στο όριο που μου επιβάλλει. Μου επιβάλλει στ΄ αλήθεια; Είμαστε οι επιλογές που δεν κάνουμε, δεν είμαστε βασιλικοί που μας μαδάει ένα ανθρώπινο χέρι.
Θα φυλάξω λίγη σάλτσα, σ’ ένα βαζάκι, σ’ ένα απ’ αυτά που πριν είχαν μαρμελάδα, μ’ αρέσει η εναλλασσόμενη χρησιμότητα των πραγμάτων, πρώτα κόρη, μετά σύζυγος, μετά μητέρα, μετά σκλάβα. Πρώτα πολλά υποσχόμενη πρόσληψη, μετά απαιτητική εργάτρια, μετά περιττή. Πρώτα ποθητή, μετά κατακτημένη, μετά βαρετή. Πρώτα μαρμελάδα, μετά σάλτσα pesto, μετά ανακύκλωση. Θα στρώσω τραπέζι για δύο, για μένα και σένα, για σένα κυρίως που σε βρίσκω πια πολύ δύσκολα, όλο σου ζητάω να εμφανιστείς, να τα βάλουμε κάτω, δεν είναι μόνο αριθμητικές οι πράξεις που πρέπει να κάνουμε κάθε φορά που βρισκόμαστε. Θυμάμαι ακόμα τα φαγητά και τις μουσικές που σ΄άρεσαν κάποτε, θα σου κάνω το χατήρι και σήμερα θα αναμοχλεύσω κάτι απ΄τα παλιά, αυτά που το ξέρω σε κάνουν να δακρύζεις, αλλά δεν πειράζει, πειράζει; θα σου βάλω και ένα ποτήρι λευκό κρασί στο χέρι, Σάμος, θα ανοίξω το μπουκάλι ειδικά γι΄αυτή την ξεχωριστή συνάντηση, μην τρομάξεις μόνο και φύγεις πάλι, έχω κάνει τόση προσπάθεια απόψε για να σε φέρω απέναντι μου, θέλω να είσαι επιεικής, γίνεται; Ξέρω οτι με κοιτάς λίγο περίεργα, σαν να μη με γνωρίζεις, αλλά σου υπόσχομαι οτι είμαι εγώ, θα διώξω την σκόνη απ΄το πρόσωπό μου, να, με βλέπεις; Έχω κάνει λάθη το ξέρω, ίσως και να αφέθηκα με τη θέλησή μου, αλλά είμαι εγώ, η ίδια, μη με κρίνεις σκληρά, είμαι παιδί και πέφτω και ματώνω και εσύ δυνατός αντίπαλος, αυστηρός δικαστής. Κοίταξέ με, όλα τα καλοκαίρια και τους χειμώνες τα περάσαμε μαζί, πότε εσύ ο θύτης και εγώ το θύμα και τούμπαλιν.
Σήμερα έχω γενέθλια, το ξέρω οτι θα προτιμούσες να το ‘χεις ξεχάσει αλλά στο κάτω κάτω και να θες δεν μπορείς, οπότε ευχήσου μου κάτι, όχι ό,τι να ΄ναι, ξέρεις, όχι από αυτές τις ευχές που μπορεί να συμβούν, κάτι άλλο, κάτι από αυτά που μπορεί να με κάνουν να ευτυχήσω, ίσως πάλι και όχι, τότε μόνο αγάπησέ με, γιατί κάπως φυσάει περίεργα αυτό το βράδυ και βάρυνε ο χρόνος στους ώμους μου, γιατί και η μοναξιά κρατάει ξυράφια απόψε, ενώ εγώ μ’ ένα πιρούνι στο χέρι γυρεύω αλάτι σε μια κατσαρόλα νερό..