μονοπάτια IV

carview.php?tsp=

αγαπημένο χαρακτικό…

πολύ ωραίο κείμενο, διαχρονικής αξίας…….

 

Ο άνθρωπος είναι φθαρτός. Ίσως· αλλά ας αφανιστούμε προβάλλοντας αντίσταση κι αν το μηδέν είναι η μοίρα μας, ας μην το κάνουμε να ΄ναι δίκαιο.

Obermann

(Γράμμα 90)

 

Πιστέψαμε μαζί για καιρό ότι αυτός ο κόσμος δεν είχε ανώτερο λόγο υπάρξεως και ότι κάτι μας στερούσαν άδικα. Κατά κάποιον τρόπο το πιστεύω και τώρα. Αλλά έχω βγάλει απ’ αυτό άλλα συμπεράσματα, διαφορετικά από τα δικά σας, για τα οποία μου μιλούσατε τότε και που εδώ και τόσα χρόνια προσπαθούσατε να βάλετε στην Ιστορία. Αναλογίζομαι σήμερα ότι αν σας είχα πραγματικά ακολουθήσει σ’ αυτή τη σκέψη σας, θα ‘πρεπε να σας δώσω δίκιο σ’ ό,τι κάνετε. Κι αυτό είναι τόσο σοβαρό, που πρέπει να σταματήσω εδώ, στην καρδιά αυτής της καλοκαιριάτικης νύχτας, που είναι τόσο φορτωμένη από υποσχέσεις για μας κι απειλές για σας.

Ποτέ δεν πιστέψατε το νόημα αυτού του κόσμου, κι έτσι βγάλατε το συμπέρασμα ότι όλα ήταν ισότιμα και ότι το καλό και το κακό ορίζονταν όπως το ‘θελε ο καθένας. Υποθέσατε ότι με την απουσία κάθε ηθικής, ανθρώπινης ή θείας, οι μόνες αξίες ήταν εκείνες που κυβερνούν τον ζωικό κόσμο, δηλαδή η βία και η πανουργία. Βγάλατε το συμπέρασμα ότι ο άνθρωπος δεν ήταν τίποτε κι ότι μπορούσε κανείς να του σκοτώσει την ψυχή, ότι στην πιο παράλογη ιστορία το έργο ενός ατόμου δεν μπορούσε να ήταν άλλο από την περιπέτεια της δύναμης, και η ηθική του ο ρεαλισμός των κατακτήσεων. Κι αλήθεια, εγώ που πίστευα ότι σκέφτομαι όπως εσείς, δεν έβρισκα σχεδόν κανένα επιχείρημα να σας αντιτάξω, εκτός από μια καυτή γεύση της δικαιοσύνης, που, για να τελειώνω, μου φαινόταν τόσο λίγο δικαιολογημένη, όσο και το πιο ξαφνικό πάθος.

Πού ήταν η διαφορά; Στο ότι δεχόσασταν μ’ αλαφριά συνείδηση την απελπισία, ενώ εγώ δε συμφώνησα ποτέ σ’ αυτό. Στο ότι αναγνωρίζατε ότι η μοίρα μας είναι αρκετά άδικη, κι αποφασίσατε να προσθέσετε κι εσείς στην αδικία, ενώ αντίθετα έβρισκα ότι ο άνθρωπος έπρεπε ν’ αναγνωρίσει την αξία της δικαιοσύνης για να παλέψει ενάντια στην αιώνια αδικία, να δημιουργήσει ευτυχία για να διαμαρτυρηθεί ενάντια στον κόσμο της δυστυχίας. Γιατί την απελπισία σας την κάνατε μεθύσι, γιατί λυτρωθήκατε απ’ αυτήν υψώνοντάς την σε αρχή, δεχτήκατε να καταστρέψετε τα έργα του ανθρώπου και να παλέψετε εναντίον του για ν’ αποτελειώσετε τη δυστυχία της ύπαρξής του. Κι εγώ αρνιόμουν να δεχτώ αυτή την απελπισία κι αυτόν τον βασανισμένο κόσμο κι ήθελα μονάχα να ξαναβρούν οι άνθρωποι την αλληλεγγύη τους για ν’ αρχίσουν την πάλη ενάντια στο αβάσταχτο πεπρωμένο τους.

[…]Μ’ έναν λόγο διαλέξατε την αδικία, πήγατε με το μέρος των θεών. Η λογική σας ήταν μόνο φαινομενική.

Αντίθετα, διάλεξα τη δικαιοσύνη για να μείνω πιστός στη γη. Εξακολουθώ να πιστεύω ότι αυτός ο κόσμος δεν έχει ανώτερο νόημα. Αλλά ξέρω ότι μέσα του κάτι έχει νόημα κι είναι ο άνθρωπος, γιατί είναι η μόνη ύπαρξη που απαιτεί να ‘χει νόημα. Αυτός ο κόσμος έχει τουλάχιστον την αλήθεια του ανθρώπου και χρέος μας είναι να δικαιώσουμε τον αγώνα του ενάντια στο ίδιο του το πεπρωμένο. Και δεν υπάρχει άλλη δικαίωση από τον άνθρωπο, κι αυτόν πρέπει να σώσουμε, αν θέλουμε να σώσουμε την ιδέα που διαμορφώνουμε για τη ζωή. Το χαμόγελό σας και η υπεροψία σας θα μου πουν: τι σημαίνει να σώσουμε τον άνθρωπο; Αλλά σας το κραυγάζω με όλη μου την ύπαρξη: σημαίνει να μην τον ακρωτηριάζουμε, και να του δίνουμε την ευκαιρία για δικαιοσύνη που μονάχα αυτός συλλαμβάνει.

 

Αλμπέρ Καμύ, Γράμματα σ’ ένα φίλο Γερμανό, Νεφέλη, Αθήνα 1988, σ. 51-54  

Σχολιάστε