| CARVIEW |
Πέντε στο αυτοκίνητο με βολική ταχύτητα στο φρήγουέι για το χριστουγεννιάτικο ρεβεγιόν, GPS σε ισάριθμα κινητά, Τζινγκλ-Μπελς και διαφημίσεις απ’ το Μπλουτούθ, έμενε μόνο μια σύντομη στάση για ψώνια σε κάβα – μην πάμε μ’ άδεια χέρια χρονιάρες μέρες – και ξάφνου, τσααακ! Χριστούγεννα:
Φλας για ν’ αλλάξω λωρίδα δεξιά, φλας κι ο άλλος δυο λωρίδες δεξιά μου για να κάνει αριστερά στην άδεια λωρίδα μεταξύ μας, τον πιάνω στην άκρη του ματιού, μαζεύομαι πάραυτα και σβήνω το φλας, το ίδιο κι εκείνος, κόβει λίγο, πατάω λίγο το γκάζι, και σε χρόνο ντε τε – μ’ ένα αιθέριο κυκλοφοριακό πα ντε ντε – είμαστε δυο στην λωρίδα που μάς χώριζε.
«Να ‘σαι καλά, καλέ μου άνθρωπε!»
σκέφτομαι με αγαλλίαση και ενδορφίνες εν υψίστοις,
«και επί Γης Ειρήνη!» – Το ρεβεγιόν είχε αρχίσει.

Όσο πιο… Ετοιμαζόμουν τότε για έξω, διπλωματική στο ΕΜΠ εν εξελίξει (λίγο πριν λήξει), είχα ήδη πάει στην συναυλία του ’83 στην Καλογρέζα, και τα Τραπεζάκια Έξω ήταν ο πιο πρόσφατος δίσκος του Δ.Σ. που είχα πάρει πριν φύγω.
Έξω, όταν έφτασα, ήρθε νωρίς ένα υφέρπον πολιτισμικό σοκ, από τον ζωντανό τον χωρισμό — χωρίς φανφάρα, απλά με την έλλειψη πραγμάτωσης καθημερινών μικροπραγμάτων (4Τ στο περίπτερο, ξερωγώ) — μέχρι που τον Οκτώβριο, μετά την εθνική γιορτή του Ελληνικού Συλλόγου στο Πανεπιστήμιο («We had closed (σικ) the Grand Ballroom») και πριν πάμε όλοι για ύπνο, είχε ένας την φαεινή ιδέα να συνεχίσουμε με τραγούδι. Βρήκαμε κιθάρα, βρέθηκε και πιάνο (για τον ένα), κι ο Νιόνιος (με την παρέα του) ζωντάνεψε μέχρι να μεγαλώσουν οι μικρές ώρες της νύχτας. Ήταν βάλσαμο αυτό, και συνεχίστηκε ποικιλοτρόπως («Αλαμάνα και Γραβιά, Αμέρικα!»), πάντα με τον Νιόνιο στην πρώτη γραμμή.
Έχασα πολλές συνέχειες μετά, αλλά τον ξαναείδα στο Καλλιμάρμαρο (με την παρέα του) το 2017, κι από κοντά στον Νιάρχο, να λέει με τον δικό του τρόπο ιστοριούλες.
Μάς άφησε χτες, αλλά μάς άφησε πολλά – Καλό του ταξίδι.
]]>
Greenland, en route to the US
Σαν σήμερα ήταν, σαράντα χρόνια πριν.
Η «Βασίλισσα των Αιθέρων» μεσουρανούσε τότε, στην κυριολεξία.
Στο Αεροδρόμιο – ένα κι ανεπανάληπτο ήταν το Ελληνικό – ανέβαιναν στην ταράτσα αυτοί που έμεναν πίσω, για ένα ακόμα «καλό ταξίδι» σ’ αυτούς που έφευγαν. Μ’ ένα ζωηρό νεύμα από μακριά, χωρίς να φαίνονται γκριμάτσες – καλύτερα έτσι, ίσως.
«Προσδεθείτε και μην καπνίζετε» μετά για τους επιβάτες, μέχρι νεοτέρας – πάνω από στεριές και θάλασσες.
Το πλάνο μου σαφές: «Διδακτορικό έξω με υποτροφία, κανα-δυό χρόνια πρακτική, και μετά επιστροφή στα πάτρια». Aller-Retour ένα πράμα. Μόνο που στην πορεία το πλάνο άρχισε ν’ αλλάζει σ’ ένα μακρόσυρτο «Aller-et-Τour» που δεν έλεγε να τελειώσει – εκ των πραγμάτων, άραγε, ή μήπως εκ προθέσεως;
Coast-to-Coast τα πρώτα χρόνια στην Νέα Γη, βρέθηκα στην τρίτη ακτή τελικά – έχει και τέτοιαν η Αμερική, οι ΗΠΑ, οι États-Unis, οι Estados Unidos, USA τέλος πάντων. Kαι οι τρεις ακτές φιλόξενα με αγκάλιασαν, ευτυχισμένα με τον ξεχωριστό της τρόπο η κάθε μία. Έβγαλε και παρτιτούρα στο μεταξύ το πλάνο: για κουαρτέτο, με μουσικές εξαίσιες.
Νοσταλγία εταίρων σταθερή για χρόνια, πλην νόστος σποραδικός – με το ίδιο καρδιοχτύπι της αδημονίας κάθε φορά, όταν το τζάμπο της επιστροφής βούταγε για να κουρνιάσει στο Ελληνικό, φάτσα στον Σαρωνικό που λαμπύριζε εκτυφλωτικά.
Ήταν για χρόνια στάνταρ αυτό το Tik-Tok στ’ αριστερά στο στήθος, μέχρι που σιγά-σιγά η αναστάτωση της προσμονής άρχισε να υποχωρεί στην γλύκα της νηφάλιας απόλαυσης από την εμπειρία του γνώριμου πλέον, αν και διαφορετικού, πηγαινέλα.
Σαν σήμερα, λοιπόν, πριν σαράντα χρόνια – κι έγιναν πολλά από τότε:
Άνθρωποι έφτασαν, άνθρωποι έφυγαν, άνθρωποι παρά λίγο να φύγουν…
Κι άψυχα άλλαξαν:
Η Βασίλισσα, το Αεροδρόμιο, το Μετσόβιο, ήρθε το Ίντερνετ …
Παίζουν παιχνίδια κι οι μέρες:
Ολυμπιακοί στο Λος Άντζελες το μακρινό 1984, Ολυμπιακοί στο Ελ-Έι ξανά, το 2028 – κάπου στην αφυπηρέτηση, λέει.
Δηλαδή, αν μ’ αφήσει (λέμε τώρα) ο Κινέζος μου από την Φαρμακευτική, άοκνος συνερευνητής για χρόνια: Το τελευταίο ερευνητικό κονδύλι απ’ το ΝΙΗ έχει υποχρεώσεις μέχρι τουλάχιστον το 2029, πριν σφυρίξει «λήχ’ το».
Θα δούμε …
Α, και να μην το ξεχάσω: Έχω να μάθω σωστά και το water start με το windsurf, πρότζεκτ παρατημένο ημιτελές από το 1984. Κάποτε πρέπει να σοβαρευτώ επί τέλους.
]]>
Σε εθνική τραγωδία εκτυλίσσεται ο παραμερισμός της θεϊκής παραδοσιακής Ελληνικής ντομάτας από υποδεέστερες, βιοτεχνολογικά προηγμένες ποικιλίες, που ποζάρουν ως ντομάτες μόνο κατ’ όνομα.
Ανυπολόγιστες οι συνέπειες για την ιστορική (κι ας μην την ήξερε ο Πλάτων) Greek Salad, που πάνω της είχαν ορκιστεί αιώνια πίστη ορδές τουριστών εξ Εσπερίας, διαφημίζοντας το Ελληνικό ευ κουζήν του θέρους στα πέρατα της οικουμένης.
Φιλότιμες προσπάθειες από το Ελληνικό αγγουράκι (μην πείτε τίποτα), φέτα, κρεμμύδι, αναβαθμισμό με ανθότυρο, και μυρωδικά δεν καταφέρνουν να περισώσουν το πάλαι ποτέ ακαταμάχητο πιάτο, που έχει πλέον εκφυλιστεί σε ένα πλουμιστό άοσμο και άγευστο χορτοσκεύασμα.
Άμεση είναι η ανάγκη λήψης δραστικών μέτρων για αναστροφή της καταστροφής και επιστροφή στην παραδοσιακά καταξιωμένη, καίτοι μη χιλιοτραγουδισμένη, Ελληνική ντομάτα.
ΥΓ. Έχει τραγουδηθεί αλλού, βέβαια, από το “You say tomato, I say tomato”, στον αγαπημένο και στην Ελλάδα «Μουσταφά» («σ´ αγαπώ σαν τη σάλτσα της ντομάτας» λέει σε κάποια έκδοση, μού ‘χε πει παιδικός φίλος από Αλεξανδρινούς γονείς), και φυσικά στην πασίγνωστη Ωδή του Νερούδα.
Αχ…
]]>
Εξαιρετικός στα Αρχαία, τα κατάφερνε και στα Νέα, μόλο που ‘χε μείνει ελάχιστα στην Ελλάδα.
Μυαλό χορτασμένο αλλά ακόρεστο, συνέχιζε να μαθαίνει νέα Νέα Ελληνικά, άνθρωπος κοντά ογδόντα. Εκεί τον πέτυχε η γυναίκα μου στο Χιούστον και μού τον γνώρισε: Πολυμαθής, αενάως αισιόδοξος, και πνευματώδης, ήταν εμπειρία να τον ακούς ανάμεσα σε Verbalsubstantive als Namen für Satzinhalte in der Sprache des Thukydides και «Λούλα, Λούλα, πού είσαι Λούλα» – όπως το’ χε μια παλιά κασέτα του, βαλσάκι για sing-along σε άψογα Ελληνικά, πάνω σε κρασοκατάνυξη και με τα ακουστικά βαρηκοΐας σε πλήρη χρήση.
Δεν πολυακούγαμε νέα του τελευταία, καθώς είχε μετακομίσει κοντά στον γιο του στην Καλιφόρνια, νιόπαντρος με την δεύτερη γυναίκα του μετά από χηρεία. Είχαν πάψει να μάς έρχονται κι οι Χριστουγεννιάτικες κάρτες του με τις ιδιότυπες χειρόγραφες ευχές του, στα Ελληνικά πάντα. Σκαλίζοντας την Wikipedia σε διάλειμμα κάποιου συνεδρίου σήμερα έμαθα τα τελευταία του. Mια ζωή πλήρης – ημερών και όχι μόνο – που γλύτωσε στο παρά πέντε να μην κοπεί νωρίς και αναίτια, κι έτσι γνώρισα κι εγώ για λίγο τον γλυκύτατο κ. Ραφαήλ.
]]>
Κατενθουσιασμένος που δεν θα ‘χαμε, λέει, σχολείο εκείνη την ημέρα! Πρωτάκι στο 15ο Θεσσαλονίκης, ήμουν έτοιμος να κατέβω στην πλατεία της Αντωνίου Τούσα για παιχνίδι πριν με κόψει η μάνα μου μ’ ένα απογοητευτικό «δεν κάνει να βγει κανείς έξω σήμερα». Είπα μήπως την μεταπείσω δείχνοντάς της έναν φαντάρο εκεί κάτω στην πλατεία, ίδιον με τον κ. Σπήλιο απ’ το χωριό του μπαμπά που είχε έρθει στο σπίτι μας πριν τα Χριστούγεννα όταν έκανε στρατό στην περιοχή, κι είχε φάει και κρέας κοκκινιστό με χοντρά μακαρόνια που είχε μαγειρέψει η μάνα μου, και τού άρεσαν πολύ, και μάς είχε πει και πολλά καλαμπούρια, και γελάγαμε,… αλλ’ εις μάτην. Η απειλή ξινού τραχανά για βραδινό αποτέλειωσε τις επίμονες προσπάθειές μου για έξοδο στην πλατεία.
«Κάνει τουλάχιστον να βγω στο μπαλκόνι;» ξαναρώτησα τη μάνα μου.
«Κάνει…» μού είπε.
Βγήκα με τον αδερφάκο μου στο μπαλκόνι να παίξουμε με τον Πτέραρχο και τον Λεωνίδα και τ’ άλλα στρατιωτάκια μας, και ρίχναμε και ματιές στην άδεια πλατεία κάτω με τον φαντάρο που στεκόταν σοβαρός και δεν φαινόταν καλαμπουριτζής σαν τον κ. Σπήλιο απ’ το χωριό του μπαμπά που είχε έρθει σπίτι μας πριν τα Χριστούγεννα και μακάρι να ξαναρχόταν και το Πάσχα που πλησίαζε στο τέλος του μήνα, να γελάγαμε πάλι πολύ.
]]>
Των παιδίων παίζοντος [sic],ώδινεν όρος
και έτεκεν
(with a little help
from my friends)
rhopalicus versus,
ρόπαλον εκπάγλου καλλονής,
όπου «κάθε επόμενη λέξη έχει
ένα γράμμα περισσότερο από την προηγούμενη,
ξεκινώντας από το ένα γράμμα.»
«Η λέξη ‘ροπαλικός’ δεν υπάρχει στην
αρχαία γραμματεία, ο όρος πλάστηκε από
Ρωμαίους, φυσικά από την
ελληνική λέξη ρόπαλον.»
Μα βαλτοί είναι πρωί-πρωί;
Μόλις είχα καθίσει στον υπολογιστή μου με την μεγάλη οθόνη πρωί-πρωί του Σαββάτου – καφέ και κέικ στο πλάι – για να διαβάσω, κατά το απαράβατο πλέον έθιμο, τα γλωσσικά καλαμπούρια της εβδομάδας στο αγαπημένο μου ιστολόγιο του παλιού συμμαθητή, και … τσουπ, διαβάζω «Καρταχένα (και όχι Καρταγένα) … απέχει… 665 χιλιόμετρα από τη Μπογκοτά -αεροπορικώς, … οδικώς … πάνω από 1000 χιλιόμετρα.»
Μα ναι, δεν το ‘χε δει κανείς το έργο; Με την ψηλή και τον Μάικλ Ντάγκλας που το πεπρωμένο τούς έφερε να συναπαντηθούν οδικώς κάπου σ’ αυτά τα 1000 χιλιόμετρα της Κολομβιάνικης ζούγκλας «ΚΥΝΗΓΩΝΤΑΣ ΤΟ ΠΡΑΣΙΝΟ ΔΙΑΜΑΝΤΙ» (λέμε τώρα), με ανταγωνιστή στο κατόπι τους τον Ντάνυ ντε Βίτο, κι είχαν ένα σωρό απίθανες ιστορίες με λεφτά, νάρκος, κι έρωτες στην εξωτική
(…τυμπανοκρουσίες)
Καρταχένα;
Το ‘χα δει σε θερινό το έργο, λίγο πριν φύγω για Αμερική. Μαζί με τον Νικολάκη, που γελάγαμε και με τους υπότιτλους: Μα «φευγιό του Λούπε» το «Lupe’s escape»;
Κι ύστερα, εκεί που ήταν να συμπληρώσω στον Νέο Κόσμο ίδιαν ηλικία μ’ αυτήν στον Παλιό, μού λέγανε οι Κολομβιανοί σύνεδροι που συζητάγαμε για πετρέλαια στην Μπουκαραμάνγκα πάνω στα βουνά, μού λέγανε, λοιπόν, για την ωραία Καρταχένα εκεί δίπλα, κάτω στην παραλία, και να πάω, και να μείνω, αλλά δεν βρήκα άκρη, τελικά, «πολλή δουλειά», έφυγα χωρίς να την δω από κοντά την Νέα Καρχηδόνα, κι αναρωτιέμαι ακόμα τι να ‘ναι κείνο το πετράδι που κυνηγάνε τόσοι και τόσοι τόσο επίμονα.
___________________
Επιμύθιο: Και το τραγούδι του Έντυ Γκραντ για το έργο είχε κάνει σουξέ στα παραλιακά μπαρ εκείνο το καλοκαίρι. Είχα πάρει και τον δίσκο, νομίζω, σε βινύλιο.
Κάπου το πήρε το μάτι μου στο Φέισμπουκ πρόσφατα– σε χρόνο ντε-τε, δηλαδή, αφότου αναρτήθηκε – ότι
Γαύρος, λέει, δεν προέρχεται από ψάρι αλλά
από το «γαυριάς ή γαύρος» που
στα αρχαία Ελληνικά σημαίνει
ο επαιρόμενος, ο ανδρείος, ο αγέρωχος.
Μπα, προπαγάνδα της ΓΑΥΡΙΑΝΗΣ, λέω
– Φέισμπουκ είν’ αυτό, είμαι και βάζελος –
αλλά το καρατσεκάρισα, και όντως, αυτό σημαίνει
Γαῦρος!
Και γαυρότης, -ητος, ἡ, λέει, υπερηφάνεια, αλαζονεία, αγριότητα,
σε Πλούταρχο (κοίτα να δεις πού πάει από μόνο του…)
Γαύροι-Βάζελοι-και άλλοι ήμαστε τότε στην Ιωνίδειο κάτι σαν
πολυπολιτισμικό ανσάμπλ (sic) με σημερινά δεδομένα
– προφανείς και οι μειονότητες –
το ίδιο ανσάμπλ που ξαναβρίσκεται τελευταία με λατρεία ανάκατο
με την πλέον αντιπαραγωγική δόση άδολου παλιμπαιδισμού,
Βάζελοι και Γαύροι κάποιας ηλικίας…
Τώρα, βέβαια, στ’ αλήθεια: Γαῦρος από τ’ αρχαία;
Έλα ρε…, Γαύροι της ψαραγοράς, με καμάρι,
Γαύροι μαρινάτοι, αν χρειαστεί,
άντε, το πολύ,
Γαύροι Μαρινάκη.
_________________________
Επιμύθιο: Ήταν κι ο Γαβριάς,
ο άτεγκτος κυνηγός του Γιάννη Αγιάννη του Ρέντη
στους Άθλιους.
Σεντερφόρ φουλαριστός, νομίζω, έπαιζε
– χωρίς να σκοράρει τελικά…
Σαν παιδί κι εγώ, είχα ρωτήσει μικρός τους γονείς μουπώς έρχονται τα παιδιά:
«Ο Θεός!», μού ’χαν πει κλασικά.
«Και πού ξέρει ο Θεός πώς πού και πότε;» είχα απορήσει.
«Ξέρει…», με είχαν διαβεβαιώσει.
«Κι η κυρα-Χρυσούλα που λέτε ότι θέλει να κάνει παιδάκι,
πώς το λέει στο Θεό ότι θέλει;»
«Ο Θεός το ξέρει, είπαμε!»
«Και πού ξέρετε ότι το ξέρει;» είχα συνεχίσει με δυσπιστία.
«Γιατί τα βλέπει όλα!» προσπάθησαν να με καθησυχάσουν.
«Όλα,…ακόμα και μέσα στην κοιλιά της μαμάς που ήταν ο αδερφούλης μου;»
Παύση…
«Κι εκεί», μού είπαν…
Κι εκεί η μάνα μου μάς διέκοψε ότι
είχε κάνει τυροπιτάκια απ’ αυτά που μ’ αρέσουν, και ότι
μπορούσα να φάω απ’ αυτά το βράδυ αντί για
ξινό τραχανά, και
είχα χαρεί απότομα, πάλι,
ο εύπιστος Θωμάς, όπως
με τα σοκολατάκια στον κλειδωμένο μπουφέ που
δεν μ’ αφήνανε να τον ανοίξω, γιατί, λέγανε
«Δεν έχει τίποτα μέσα…»
κι επέμενα
«Να το δω που δεν έχει!»
και ξεκαρδιζόντουσαν όλοι οι μεγάλοι μαζί, χωρίς να καταλαβαίνω τον λόγο.
Σκέφτομαι ακόμα πώς ξεκλειδώθηκε μετά από τόσον καιρό αυτός
ο μπουφές, που ’θελα να το δω που δεν έχει,
και είχε τόση γλύκα μέσα με τα παιδιά που μάς ήρθανε.
«Όχι αυτό, είναι σερνικό, το θηλυκό φέρε μου,απ’ την άλλην άκρη της μπαλαντέζας»,
μού ‘χε πει τότε ο μαρμαράς, που ήθελε να βάλει μπροστά τον κόφτη για τις μαρμαρόπλακες.
Τους ήξερα εγώ τους μαστόρους,
που ‘ναι όλο σόκιν, αλλά
δεν ήθελα να καρφωθώ: Μειράκιον
στα 13 τότε,
το ψυλλιάστηκα τελικά τι εννοούσε ο μαρμαράς,
κι ήμουν πολύ χαρούμενος – καίτοι ερυθριών:
«Μαθαίνω», σκεφτόμουνα, «σαν τους νεαρούς προλετάριους, στον
Σεξουαλικό Αγώνα των Νέων», του Βίλχελμ Ράιχ – ήταν και της μοδός, τότε – όπου
ο νεαρός προλετάριος τούτο…, ο νεαρός προλετάριος ‘κείνο…,
και δώσ’ του ξανά ο νεαρός προλετάριος…και δε συμμαζεύεται, και
«προλετάριος»
είχα καταλήξει, κατόπιν ανωρίμου σκέψεως
– γιατί δεν ήξερα και ντρεπόμουνα να ρωτήσω –
«θα ‘ναι σίγουρα αυτός που δεν έχει πάει ακόμα με γυναίκα.»
Πάνε χρόνια πολλά κι ιστορίες από τότε –
«αν δε χτίσεις κι αν δεν παντρέψεις…»
Ο Αιμίλιος, ο βοηθός του μαρμαρά που τού ‘βαζε τον κόφτη στην μπρίζα με την μπαλαντέζα, θα ‘ναι πρωτομάστορας τώρα, αν δεν έχει πάρει σύνταξη.
Κι έδωσ’ ο Πρωτομάστορας – όποιος και να ‘ναι –
κι έχτισα αλλού, κι άντε, πού είναι τα κουφέτα…
_______________
* Όπου το μέγεθος της ιστοριούλας υπερβαίνει
κατά πολύ τις 123 λέξεις. Ο αρχισυντάκτης επικαλείται
το ακαταλόγιστο του συγγραφέα ένεκα η αύξουσα ηλικία [sic],
για την οποία τού επιτρέπεται, πότε-πότε,
να μεταφέρει και «ιστορίες από τον πόλεμο».
Η Βικτώρια, η κοντοχωριανή– φτυστή η συνονόματή της απ’ το Κίτο, η τρελλή με τους Corinthians του Ecuador –
είχε έρθει λοιπόν μικρούλα, η Βικτώρια, παλιά στο Νουγιόρκ,
κι είχε και φίλους στα Κανέρικα δίπλα,
και κοίταζε
«όσα εν τω ουρανώ άνω και όσα εν τη γη κάτω»
τον πρώτο χειμώνα στο Νουγιόρκ, κι ήταν
γκρίζα πάνω, γκρίζα κάτω,
και δεν ήξερε πού βρισκόταν,
«Χάθηκα» έλεγε «Χάθηκα…»,
κι ήρθε στο Χιούστον μετά, που ‘κανε ζέστα, αλλά δεν είχε εκκλησία κοντά,
κι έκανε μιάημιση ώρα να πάει στην εκκλησία την Κυριακή η Βικτώρια,
κι έκανε παιδιά,
γλύτωσε κι από έναν μεθυσμένο ένα βράδυ, έγκυος γυναίκα,
κι είχε έρθει μια φορά ο αμπουλάς να πάρει τον άντρα της στο χόσπιταλ και τον έκαναν καλά,
κι είδε κι εγγόνια,
κι είναι μικρούλα ακόμα
η γιαγιά η Βικτώρια… ]]>
Η έρις
γίνεται μπαρμπέρης,
κουρεύς του χρέους
για τους υπόχρεους,
αήρ άνασσας ανάσας,
κούρος ελευθερίας για είσοδο
ελεύθερη και δωρεάν,
άμα τε και πολυέξοδη έξοδο,
ή και παραμονή
την παραμονή
της προθεσμίας,
γιατί τι θ’ απογίνουμε χωρίς μπαρμπέρηδες,
οι απάνθρωποι αυτοί ήταν μια κάποια λύσις.
Ο όρος Eroica, αντί του απεχθούς «Tρόικα», θα χρησιμοποιείται πλέον για τα δάνεια της Ελλάδας. Tην συμφωνία-Eroica αναμένεται να υιοθετήσουν οι εταίροι μετά από τις διαβουλεύσεις της ερχόμενης Δευτέρας και να εφαρμόσουν την τρίτη.
(Η λανθασμένη εμφάνιση, σε τουίτ, του δανειακού όρου Erotica αποδώθηκε επίσημα σε μεταφραστικό λάθος.)
Θετικά αντιμετώπισαν την Eroica επενδυτικοί παράγοντες του Λονδίνου, που έσπευσαν να δηλώσουν «οι ήρωες πληρώνουν σαν Έλληνες».
Αντίθετα, παρότι δήλωσαν κολακευμένοι, αμετακίνητοι παρέμειναν τραπεζικοί παράγοντες της Φρανκφούρτης, που επανέλαβαν το όραμά τους για μελλοντικές εξελίξεις με την φράση «Εν Τούτω ΛουκάΝικα».
«Ασυμφωνία χαρακτήρων» δήλωσαν αναλυτές από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού, αναφερόμενοι στις διαφορές μεταξύ ελληνικού και λατινικού αλφαβήτου. Συμπλήρωσαν όμως «δεν βλέπουμε μελλοντικό διαζύγιο ανάμεσα σε χώρες-μέλη του Βορειο-Αλλαντικού Συμφώνου (ΝΑΤΟ)».
Ερωτηθέντες για τις εξελίξεις, επίσημοι κύκλοι των Αθηνών επεσήμαναν Λακωνικά «Οι ωραίοι έχουν χρέη».
]]>
Η προσπάθεια ένταξης του «-άξει» ως εξίσου αποδεκτού καταληκτικού τύπου του «άγω» που αποφεύγει τους σκόπελους από το διπλό «αγ» στο «αγαγ», όπως φαίνεται στον τίτλο, έχει μακραίωνα και αξιομνημόνευτη ιστορία, της οποίας μακροσκελή περίληψη (δίκην extended abstract) παραθέτω σ’ αυτό το πόνημα.
Πρώτη γραπτή μαρτυρία φαίνεται να έρχεται από τον 14ο αιώνα πΧ, με τον άνακτα Αγαμέμνονα ( < άγαν (η επίμαχη κατάληξη, όπως παρήγ-αγαν, εξήγ-αγαν, κλπ) + μίμνω (μένω, επιμένω) ). Η εμμονή του στο -αγα υπήρξε μάλλον η αιτία της δολοφονίας του από τον Αίγισθο και πρόξενος δεινών στις χώρες γύρω από το Αιγαίο, όπως εξάγεται από αποσπασματικές αναφορές σε συγγράμματα γνωστά με τον συλλεκτικό όρο Βίοι Αργείων.
Εκτός από την παλλαϊκή αγανάκτηση στο -αγαν – που διατρανώθηκε με το βροντοφωνημένο σύνθημα «Μηδέν άγαν» – προέκυψαν και μεγάλες οικονομικές δυσκολίες σε θέματα εκτελωνισμού εισαγωγών/εξαγωγών και διεθνούς εμπορίου, γνωστές ως «Τελώνειον άγος» γύρω στον 7ο αιώνα πΧ.
Τελικά στον ανταγωνισμό ανάμεσα σε «εισάξεις» και «εισαγωγές» βρέθηκε συμβιβαστική λύση με την Εισάχθεια, δηλαδή την τελωνειακή ενοποίηση και την κατάργηση της δραχμής ως διεθνούς νόμισματος. Η ενοποίηση, βέβαια, διευκόλυνε μεν το εμπόριο και ιδίως τις εισαγωγές, με αντίστοιχη άνοδο του βιοτικού επιπέδου, αλλά είχε σαν ανεπιθύμητο αποτέλεσμα την καταβαράθρωση της εγχώριας παραγωγής, ανεξέλεγκτη αύξηση των εισαγωγών, αθρόα αύξηση των τιμών, και εξάλειψη της ανταγωνιστικότητας, στα πρόθυρα του κραχ. Έτσι, με μειωμένη ανταγωνιστικότητα, και παρά την σύντομη αναλαμπή για λίγες δεκαετίες μετά την αγωνιστικότητα που επέδειξε στους μηδικούς πολέμους του 5ου αιώνα πΧ, η ελληνική οικονομία συνέχισε να υποφέρει.
Αποφασιστικό πλήγμα στο -αγα κατάφερε με τις εξτρατείες του ο Μακεδών-και-τώρα άναξ Μεγαλέξης, που κατάφερε να εξακοντίσει τις εξαγωγές κατακόρυφα και να εντάξει νέες επαρχίες στην ελληνική σφαίρα εξάρτισης, αν και στην προσπάθεια αυτή σπουδαίες τοποθεσίες, όπως η Περσέπολη, λέγεται ότι ισοπεδώθηκαν σύρριζα.
Ακολούθησαν αιώνες ρωμαντικοί, με αγίους, με αγαρηνούς, και με αγάδες, μέχρι που η ελληνική οικονομία ξαναβγήκε στις αγορές τον 19ο αιώνα.
Στους τελευταίους δύο αιώνες διαφαίνεται κάποια ενδιαφέρουσα εξέλιξη. Ευχές για αγαστή συνεργασία εκφράζονται – όπως εξ απανέκαθεν – πανταχόθεν.
Στον επίλογο, ο Σταρόβας οδήγαγε στην Εθνική Ελλάδος (γεια σου).
]]>
Waking up in a hospital gown (no cap and tassel included) felt utterly puzzling, to say the least. The emergency room was full of easily recognizable medical devices, but I had no idea what on earth to do with them. Trying to remember how I ended up there proved equally futile, as I could only draw a blank. Little could I tell that I had narrowly escaped eternity a few days before – on St. Alexander’s Day exactly – as Alex K.’s CPR skills managed to restart a heat-exhausted soccer player’s heart.
Then, there was Dr. Alexander Drtil, who expertly stuffed some strange electronic gadget into my chest, to avoid, his argument was, a repeat performance by my heart in the future. And finally, there was Dr. K., Alex’s dad, who was trying to calm down the family with rational advice while I was put to sleep for days at freezing temperatures.
In the end, it all worked out miraculously well. By Design, perhaps. Or by extraordinarily good luck, who knows… Regarless, one cannot but relish one’s good fortune and send thanks «To Whom It May Concern».
]]>
Λοιπόν, έχουμε και λέμε: Δώδεκα το μεσημέρι δεν είναι ούτε «12 μμ» ούτε «12 πμ». Για την ακρίβεια, και τα δύο σημαίνουν μεσάνυχτα! Πώς κι έτσι, θα μού πεις.
Για να δούμε:
12 πμ σημαίνει δώδεκα προ μεσημβρίας, δηλαδή δώδεκα η ώρα πριν το μεσημέρι, έτσι; Τι ώρα είναι αυτή; …Μπράβο!
Πάμε στο επόμενο: 12 μμ σημαίνει δώδεκα μετά μεσημβρίαν, δηλαδή δώδεκα η ώρα μετά το μεσημέρι, σωστά; Τι ώρα είναι αυτή πάλι; …Ξανα-ματα-μπράβο!
Προφανώς, λοιπόν, 12 μμ = 12 πμ = μεσάνυχτα!
Και πώς θα πούμε «12 το μεσημέρι», θα μού πεις.
Ε, προφανώς, «12» σκέτο ή «12 μ», διότι, είπαμε… μ = μεσημβρία! (Δεν μπερδεύεται με μ = μεσάνυχτα, έτσι;)
‘Αντε, και για να μην μπερδευόμαστε με τα μεσάνυχτα, ας εισαγάγουμε και το «12 μν», όπου μν = μεσονύχτι – αν συμφωνούν και οι ξενύχτηδες.
Ντουζ πουάν;
Επιμύθιο: Λογική απόρροια των παραπάνω είναι πως «Δώδεκα, κι ούτ’ ένα τηλεφώνημα» μπορεί να ήταν και μεσημέρι…
]]>
OK, here it is: Twelve noon is neither 12:00 am nor 12:00 pm. As a matter of fact, both 12:00 am and 12:00 pm are midnight!
How so, I hear you ask?
Well, 12:00 am is twelve ante meridiem, twelfth hour before midday, right? What time is that? …Correct!
Now, 12:00 pm is twelve post meridiem, twelfth hour after midday. What time is that now? …Correct again!
Clearly, then, whether 12:00 am and 12:00 pm, it’s still midnight!
So, how do you indicate “twelve noon” I hear you ask again?
Well, “twelve noon” should actually be denoted by “12:00 m”, because, after all, “m” refers to meridiem, midday that is!
Confused by this “m” in “12:00 m”? You think “12:00 m” might be misinterpreted as “twelve midnight”?
OK, as an ultimate concession and gesture of good will, I will let you substitute “m” by its equally deserving and much less recognized nasal sibling “n”, to have “12:00 n” stand for “twelve noon”. Use 12:00 am, 12:00 pm, or just 12:00 for midnight. (You are not going to confuse “12:00 n” for “twelve at night”, are you?)
Simple, logical, and unequivocal?
Afterword: Now you know, beyond any doubt, that these old unprogrammed programmable VCRs were flashing 12 midnight…
]]>«…έχω κάνει και Θεσσαλονίκη, παλιά», τού λέω καθώς φτάνει σε μένα, «’65 με ’67. Πρώτη δημοτικού στο 15ο, ακριβώς πίσω απ’ το γήπεδο του Άρη».
«Σήκω αμέσως», με διακόπτει, «να σού δείξω κάτι».
Στην κορνιζαρισμένη φωτογραφία ήταν λιγνός, στητός, με μια μπάλλα στα πόδια και την φανέλλα του Άρη. Μπορεί και να τον είχα δει στο γήπεδο να παίζει, στο πρώτο παιχνίδι που είδα ποτέ μου: Άρης-Παναθηναϊκός στη Χαριλάου, πάνω από 45 χρόνια πριν (ξανα)δώ τον Βασίλη Ψηφίδη στο Χιούστον…
Παραγγείλαμε και εκμέκ καταΐφι με καφέ στο τέλος – ακαταμάχητο.
Επιμύθιο: Το ματς είχε λήξει 2-2, αν θυμάμαι καλά. Νομίζω έπαιζε κι ο Λουκανίδης.
]]>
54, that is, if you prefer to use your ten fingers to count (when you are not texting); 2000 in ternary, for thrills in threes: Trios, trinities, troikas, ménage à trois, or the third-time charm, as Goldilocks would attest.
For the mathematically advantaged, my newly attained age – after considerable effort and years of patience – exudes an aura of optimism: two 27s (3 × 3 × 3), no nines (3 × 3), no threes, no ones (no ifs, ands, or buts). Twice as vigorous as at 27 or twice as naïve? Certainly just as studious (in graduate school at 27). And, while the rear-view mirror is catching my eye, the road ahead is begging for spirited driving.
I just turned 54.
Afterword: Wikipedia is informing me that my age now matches the number of colored squares on Rubik’s cube, and is intimately associated with the Golden Ratio (2 sin[54o] = ϕ). Who would have thought…
]]>