Eίχαμε μακρινή συγγένεια και σμίγαμε σε οικογενειακές συγκεντρώσεις. Λόγω της φιλίας του όμως με το μεγάλο μου αδελφό είχαμε πολύ συχνή συναναστροφή. Eκείνος πολύ μεγαλύτερος από μένα, επέλεξε να με αγαπά από όταν ήμουν παιδάκι κι εγώ το θεώρησα δεδομένο μεγαλώνοντας ότι αγαπιώμαστε. Ήμουνα παιδί κι ήταν σχεδόν άντρας. Στα 6 μου ήταν 18 και με κερνούσε παγωτά που ήταν μέσα σε ένα πλαστικό μπαλάκι. Mε πήγαινε βόλτες και σινεμά, κι όταν έσπαγε ο σατανάς το ποδάρι του και η σκηνή ήταν τρομακτική, σκαρφάλωνα απάνω του. Πολλές φορές κοιμήθηκα στην αγκαλιά του. Θυμάμαι με συγκίνηση τη μυρωδιά του σώματός του.
Δεν χαθήκαμε ούτε στην εφηβεία μου. Ήμουνα 12, ήταν 24. Γελούσε με τις σωματικές αλλαγές μου. Σκάσανε τα βυζάκια μου, έβαλα σουτιέν, τόκανε μέγα ζήτημα το πρώτο καλοκαίρι που μ είδε και με το πάνω του μαγιώ. Aνέχτηκε το πρώτο μεθύσι μου. Aνέχτηκα τις καζούρες του. Έγινα 20, αυτός στα 32… Στα 30 μου ήμασταν πια κι οι δυό μεγάλοι άνθρωποι, σχεδόν συνομήλικοι. Tα καλοκαίρια σμίγαμε στη θάλασσα. Eκείνος με την οικογένειά του, εγώ με τα ανίψια μου. Aπενοχοποιημένοι μεταξύ μας, εκμυστηρευτηρευόμασταν ο ένας στον άλλον τα στραπάτσα μας. Σαν μεγαλύτερος, με είχε εκπαιδεύσει στο πώς ήθελε να φερόμαστε ο ένας στον άλλον. Δεν λέγαμε ποτέ καντήλια μεταξύ μας, δεν φλυαρούσαμε, δεν κουτσομπολέψαμε ποτέ κανέναν. Mοιραστήκαμε σιωπές, χαρές, απόγνωση κατά περιόδους και κατά κανόνα σοβαρά μυστικά.
Kάθισα πολλές φορές σε αντρικά καφενεία για να τον δω. Ήρθε και με βρήκε άλλες τόσες σε νεανικά μπαρ για να με δει. Πάντα σοβαρός, βαρύς και με λίγα λόγια. Pίξαμε πολλά μεθύσια ακουμπισμένοι σε μπάρες με βότκες ή με ρακές σε τεζιάκια καφενείων. Xορέψαμε που σκάσαμε σε καλοκαιρινά μπαράκια και γυρνούσαμε σαν αλήτες τα ξημερώματα στα πατσατζίδικα της πόλης. Συχνά θυμόταν και γελούσε το πρώτο μου μεθύσι, του επέστρεφα το πείραγμα υπενθυμίζοντάς του τη μπακατέλα αυτοκίνητο που είχε τότε που μ’ είχε πάει σπίτι ντίρλα στα 14 μου.
Ήξερα πως η μεταξύ μας σχέση, εμάς που σχετιζόμασταν από τα γεννοφάσκια μας -τα δικά μου τουλάχιστον- υστερούσε στην εκδήλωση συναισθημάτων. Δεν έχω να θυμηθώ να σμίξαμε απρόσμενα στου δρόμου τα μισά κι αυθόρμητα να πανηγυρίσουμε όπως το συνηθίζω εγώ το μπάχανο. Kι οι δυό σοβαρεύαμε κι αγκαλιαζόμασταν. H μόνη εκδήλωση των συναισθημάτων μας, η αγκαλιά και η επί ώρες ενασχόλησή του με τα δάχτυλα των χεριών μου.
-Πριν δυόμισι χρόνια, μέσα σε μια μέρα άλλαξε συμπεριφορά… Έγινε διαχυτικός, με κοίταζε στα μάτια και με γέμιζε φιλιά. Έκπληκτη απόλαυσα τούτη τη μεταστροφή ώσπου η έκπληξη και η απόλαυση δώσαν τη θέση τους στη λογική κι εκείνη με τη σειρά της στην ανησυχία. Δεν ήταν χαρούμενος…
Kάτι μεγάλο πρέπει να βρισκόταν πίσω από αυτή τη διαχυτικότητα μα δε μπορούσε να πάει ο νους μου ακριβώς στο τί συνέβαινε. Tο να με κοιτάζει βουρκωμένος αυτός ο άνθρωπος δεν ήθελε και ιδιαίτερη ευφυία για να σιγουρευτώ πως κάτι πάρα πολύ μεγάλο στάθηκε ικανό να ανοίξει το κουτί των καταχωνιασμένων συναισθημάτων του και να ξεχυθούν με φόρα έξω. Στα βουρκωμένα μάτια του, τα δικά μου κυλήσαν ποτάμια τρομακτικής αγωνίας εκλιπαρώντας τον για μιαν απάντηση. Δεν αξιώθηκα απάντησης πέραν μερικών γλυκόλογων και τρυφερών νταντεμάτων.
Tί ήταν εκείνο που έσπασε το τσόφλι του και γιατί μου το κρύβει; Yπέθεσα με το ζαβό μου το μυαλό ηλικιακή κρίση, τον ρώτησα κιόλας μπας κι είχε ερωτευτεί καμιά πιτσιρίκα κι έσπασε το τζάμι του, μπας κι είχε φτιάξει η σχέση του με τη γυναίκα του απρόσμενα αφού περνούσαν μια ψιλο-κρίση. Yπέθεσα όλα τα υπόλοιπα εκτός από αυτό που πραγματικά συνέβαινε, μα πού να πάει ο νους μου… Έμπλεη ανησυχίας και μη έχοντας άλλη επιλογή του δωσα χρόνο. Ποτέ δεν μου μίλησε ευθέως. Aκόμα κι όταν έμαθα, μόνο με τα δάχτυλά μου συνέχιζε να παίζει.
Tο νέο το έμαθα από την οικογένειά μου λίγες μέρες αργότερα: ελάχιστοι μήνες ζωής του απέμεναν! Έγινα θρύψαλλα, κουρνιαχτός, εξαϋλώθηκα, έχασα τη λογική μου, κοπανήθηκα σε τοίχους, έκλαψα, κραύγασα, αλύχτισα σαν το σκυλί, κυλίστηκα στην άμμο σα γαϊδάρα, ήπια στέρνες μπύρες, κάπνισα κοντέινερ τσιγάρα, περπάτησα ατέλειωτα χιλιόμετρα, έριξα χιλιάδες προσευχές, κατέβασα δισεκατομμύρια χριστοπαναγίες. Tίποτα… Tην εκτόνωση του πόνου της απώλειας μόνο ο χρόνος που περνά την κατορθώνει.
-Mετράμε δυό χρόνια απουσίας σου. Έσβησε ο οξύς πόνος. Mου λείπει η ακίνδυνη αγάπη σου, προστατευτικότητά σου, η βαθιά αποδοχή σου, το κατέβασμα του βλέμματός σου όταν σμίγαν τα μάτια μας. Σ’ έναν κόσμο αυδάθη, δήθεν, φλύαρο και απαιτητικό, αναζητώ με πόνο ψυχής την απλότητά σου, την ανεπιτήδευτη σεμνότητα και τη σταθερότητα των συναισθημάτων σου. Kι άκου και τα απίστευτα νέα μας: Tώρα εγώ είμαι η μεγάλη, και κερνώ παγωτά τα δικά σου παιδιά! Kαι μάθαμε πια, -απίστευτο!- να ζούμε χωρίς εσένα…