| CARVIEW |
3 Αυγούστου 1995. Δέκα τέσσερις ώρες μέχρι την Αμοργό με κάποια Δημητρουλα. Τότε που νομίζεις πως γίνεται να συμβαίνουν τα πάντα. Εποχές γλυκές σαν ηλικίες που νιώθεις παντοδυναμος επειδή έχεις ένα σάκο στην πλάτη, φίλους καλούς και θάλασσες να σε περιμένουν. Και την ψευδαίσθηση ότι ο κόσμος όλος σου ανήκει.
3 Αυγούστου 2016. Στο καράβι για την Αμοργό, τελευταίο κατάστρωμα, ήλιος κι αέρας, το Αιγαίο στα καλύτερα κέφια του.
Τώρα πια το ταξίδι είναι μόλις 8 ώρες. Πάλι με ένα σάκο στην πλάτη, φίλους καλούς και θάλασσες να περιμένουν.
Τώρα όμως, ο κόσμος όντως σου ανήκει. Τώρα όντως συμβαίνουν τα πάντα. Τώρα έχεις αληθινή δύναμη. Τη δύναμη που πηγάζει από το γεγονός ότι ξέρεις πώς να ρουφηξεις τη ζωή. Γιατί ξέρεις πια τα τερτιπια της και τις δικές σου αδυναμίες, ξέρεις πια πώς να τη χειριστεις, πώς να δεχτείς όσα σου δίνει, να τα κάνεις πιο όμορφα και να τα επιστρεφεις.
Να μην προσδοκας τίποτα, να δέχεσαι αυτό που σου προσφέρεται, να έχεις συνείδηση ότι η ζωή είναι πράξεις, απλά να κάνεις αυτό που σου’ρχεται, να λες αυτό που θες, να εκφραζεις αυτό που νιώθεις.
Να παίρνεις το πλοίο για ένα νησί και μετά για ένα άλλο, ενώ παράλληλα κάνεις καθημερινά το πιο σπουδαίο ταξίδι, την περιπλάνηση στον πλανήτη της ψυχής σου και την εξερεύνηση στους πλανήτες των ανθρώπων που νοιάζεσαι.
Ανάμεσα σε δύο Αυγουστους, μεσολαβησαν δεκάδες μήνες, μισή ζωή πες. Αυτό που μένει είναι οι άνθρωποι και η αγάπη. Κι όλα όσα έδωσες που ήρθαν πίσω πολλαπλασια.
Κι η ευγνωμοσυνη, αυτό το ακριβό συναίσθημα που ξεχειλιζει σαν χειμαρος, σε γεμίζει με σταγόνες χαράς σε ενεσιμη μορφή.
Νιώθουμε μια ταύτιση με τα νησιά, γιατί είμαστε κι εμείς νησιά που μας ενώνει μια κόκκινη θάλασσα φτιαγμένη από τις πράξεις που μας δένουν.
Όλοι αυτοί οι άνθρωποι που γέμισαν τις μέρες μου, τα νησιά που κουβαλαω μέσα μου.
Καλούς Αυγουστους να’χουμε.
]]>
Κάθομαι και κοιτάω το άσπρο ηλεκτρονικό χαρτί και σκέφτομαι μονάχα πως το μόνο που λυπάμαι είναι εκείνα τα βράδια που έφυγα νωρίς από την Ιπποκράτους, εκείνα τα Χριστούγεννα που πάλι την είχαμε κλεισει (την Ιπποκράτους ντε) με γέλια και ποτά στα χέρια, κι ίσως να ήταν η τελευταία φορά που σε είδα, και μού’χες φανεί καλά, αλλά έφυγες εσύ πολύ νωρίς.
Εκείνο το βράδυ έφυγες νωρίς. Αλλά και γενικά. Ξαναδιαβάζω τα δώρα και νιώθω πλούσια, δεν ξέρω ποιο να πρωτοδιαλέξω, σου χρωστάω ξέρεις πολλά, αλλά δε στό’πα ποτέ, αυτή τη μαλακία κάνουμε μωρέ, νομίζουμε πως θα είμαστε εδώ για πάντα και δεν μιλάμε, δεν λέμε στους ανθρώπους αυτά που λάμπουν στα μάτια μας, το αφήνουμε για αργότερα, μην και μας πέσει η μύτη, και μετά είναι αργά πια και λες γαμώτο, έφυγε, πέρασε η ώρα, πέρασε η μέρα, πέρασε η ζωή -και δεν πρόλαβα.
Πάλι για μένα θα πω, αυτό το «δεν πρόλαβα» δεν παίζει να ξανασυμβεί, άλλαξα ούτε και φαντάζεσαι πόσο, δεν υπάρχει «δεν πρόλαβα», δεν υπάρχει «άστο για αύριο», όχι, αύριο θα είναι αργά, αύριο παίζει και να μην προλάβω, τώρα, τώρα πρέπει, τώρα *θέλω*. Τώρα που το νιώθω, τώρα που έχω τις λέξεις έτοιμες και θέλουν λίγο σπρωξιματάκι για να αρθρωθούν. Λίγο τσιπουράκι.
Λίγο τσιπουράκι, σαν εκείνο που πίναμε στην Ιπποκράτους, γαμώτο σου, και βρίζαμε όλοι μαζί το μλκ τον κουμπάρο σου που γενικά σπαστικός είναι -το ξες- αλλά τους αγαπάμε τους σπαστικούς που μας κάνουν να γελάμε και μπορούμε άνετα να τους βρίζουμε και μετά πάλι να γελάμε.
Άλλαξα που λες. Δεν κάνω πλάνα γιατί βαρέθηκα να κάνω το θεό να γελάει, λέω καλύτερα να γελάω εγώ. Δηλαδή μερικά πλάνα τα κάνω, όχι μόνη, με όσους θέλουν να ακολουθήσουν. Όποιος θέλει καλώς, όποιος δε θέλει κρίμα. Αλλά αν έμαθα κάτι στο ίδρυμά (ξές, το ίδρυμα της Ιπποκράτους), είναι πως είναι καλό να αφήνεις τους ανθρώπους να ανθίσουν, και τα ζιζάνια καλά είναι, γνώση και εμπειρία, ειδικά όταν τα ξεριζώνεις. Πιο καλά όμως ακόμα να ποτίζεις το σπόρο της αμφιβολίας και μετά να τον βλέπεις να θεριεύει.
Όλοι αλλάζουμε, όλα αλλάζουν, αυτή είναι η ουσία στη ζωή, αυτή είναι η ζωή τελικά. Κι ακόμα κι αν μένουμε αμετακίνητοι, πάλι αλλάζουμε, γιατί αλλάζει το πλαίσιο, οπότε αναγκαστικά αμετακίνητος εσύ σε άλλο φόντο, κι αυτό ακόμα συνιστά αλλαγή και εξέλιξη, ανεξάρτητα από σένα. Ανθρώπινο να φοβόμαστε το ξένο, το διαφορετικό, το καινούριο, το άγνωστό. Θαρραλέος δεν είσαι επειδή δε φοβάσαι. Θαρραλέος είσαι όταν φοβάσαι, αλλά παρόλαυτά πηγαίνεις, τολμάς, πράττεις κι ας τρέμεις.
***παύση***
νοτιφικέσιο στο φβ. αυτο.
Πάνω που σκεφτόμουν πως κι ο θάνατος είναι κομμάτι της ζωής. Πάνω που ξαναθυμόμουν την απόλυτη εκλογίκευση αυτού που δε χωράει στο μυαλό του ανθρώπου. «Στις κηδείες δεν κλαίμε για κείνους που έφυγαν. Κλαίμε για εκείνους που έμειναν πίσω, κλαίμε για μας.» Φυσικά. Γιατί ο άλλος την έκανε και πια δε νιώθει, εμείς όμως νιώθουμε ακόμα και ζούμε και όχι, δεν το χωράει ο νους του ανθρώπου. Και δεν τη δέχεται βρε αδερφέ την αδικία, δεν την θέλει.
Πάω να γράψω «μου λείπεις». Αντί γι’αυτό προτιμώ να πω πως χαίρομαι που σε γνώρισα, που έζησα το μοίρασμα, την αίσθηση να ξαναγίνομαι μαθήτρια και να ρουφάω την κάθε λέξη, το κάθε πείραγμα, το κάθε απόσταγμα σοφίας που έλαβα από σένα. Χαρά και ευγνωμοσύνη μόνο. Κρίμα για όποιον δεν είχε τη δική μου τύχη, ακόμα χειρότερα για όποιον δεν κατάλαβε. Και ξυπνάει ο ελιτισμός μου και μου ψιθυρίζει πως όποιος δεν κατάλαβε δεν το άξιζε, αλλά δεν είναι ώρα τώρα γι’αυτά. Τέρμα πια με τα δηλητήρια. Αρκετό δηλητήριο κύλησε στις δικές σου φλέβες, φτάνει να καταστρέψει ολόκληρη χώρα.
Εγώ δεν ήμουν εκεί όταν σου είπαν το τελευταίο γεια χαρά. Αλλά νιώθω να φουσκώνω από χαρά και περηφάνεια που ήταν εκεί άνθρωποι που δε σε γνώρισαν καν. Έτσι πρέπει να γίνεται, αυτό είναι το σωστό. Ένα θησαυρό πρέπει να τον μοιραζόμαστε, ακόμα και αν είμαστε πια στο «και πέντε», δεν είναι αργά.
Σαν την αγάπη: όσο πιο πολλή δίνεις, τόσο πιο πολλή έχεις. Χωρίς προϋποθέσεις, χωρίς αστερίσκους, χωρίς απαιτήσεις, χωρίς προσδοκίες. Και χωρίς επεξηγήσεις. Αγαπάς γιατί απλά δεν μπορείς να κάνεις διαφορετικά. Ή αγαπάς ή δεν αγαπάς. Δεν έχει λίγο, πολύ, μέτρια. Δεν είναι καφές η αγάπη. Μερικά μεγέθη είναι απολύτως απόλυτα, και αυτά είναι που αξίζουν, αυτά είναι που γεμίζουν, εκεί είναι η ουσία.
Η αγάπη είναι το αντίθετο της σύγκρισης. Στην αγάπη δε χωρούν τα γιατί. Γιατί έτσι. Γιατί αγάπη. Στην αγάπη δεν υπάρχει το πιο και το λιγότερο. Αγάπη τόσο. Αγάπη έτσι. Χωρίς ερωτηματικά. Χωρίς σημεία στίξης. Συνεχής και αρμονική ροή είναι η αγάπη.
Και δε σταματάς να αγαπάς επειδή ο άλλος έφυγε. Και τι πα’να πει «έφυγε»; Τι πα’να πει «πέθανε»;
***

Άνοιξα σήμερα, για χάρη σου, ένα κουτάκι με αναμνήσεις. Βρήκα εκεί μέσα ξεχασμένα, καλά και κακά. Θύμωσα, στεναχωρήθηκα, μετάνιωσα, έκλαψα, χαμογέλασα, έσκασα στα γέλια, μου κόπηκε η όρεξη, μου κόπηκε ο βήχας, ντράπηκα λίγο, αναστέναξα από χαρά, αναστέναξα από λύπη.
Ένιωσα.
Έζησα.
Ευχαριστώ.
]]>

Singapore
Δεν είχα σκοπό ποτέ να πάω στην Ασία, και μάλιστα στη Νοτιοανατολική Ασία. Δε με ενθουσίαζαν ποτέ τα μέρη αυτά, ούτε ο πολιτισμός τους, ούτε το φαγητό τους, ούτε η κουλτούρα, ούτε η νοοτροπία, ούτε η θρησκεία, τίποτα. Αν δεν το έκανα σαφές ως τώρα, κανένα μέρος της Ασίας δεν ήταν στην to do list μου -άντε βαριά η Μέση Ανατολή και η Κίνα. Αν έμαθα λοιπόν κάτι από αυτό το ταξείδι, ήταν «ποτέ μη λες ποτέ». Από την άλλη, βέβαια, όταν πας κάπου χωρίς να περιμένεις τίποτα, είσαι ανοιχτός στο οτιδήποτε. Και τότε οι εκπλήξεις βρίσκουν γόνιμο έδαφος και ανοιχτές πορτούλες και χώνονται και κάνουν θαύματα! Ένα μικρό θαύμα λοιπόν συντελέστηκε σε αυτές τις 12 μέρες που τριγύρισα εκεί στα πέριξ του κόλπου της Βεγγάλης και του Ινδικού Ωκεανού.

Gardens by the bay
Η αφορμή, ένας καλός φίλος που ζει στη Σιγκαπούρη. Είπα λοιπόν στην φίλη μου την Α. «πάμε;» -και πήγαμε
Μην έχοντας υπόψη μου πως μια χαρά γεμίζει ένα δεκαήμερο η Σιγκαπούρη κι από φόβο μη βαρεθούμε, χώσαμε τρεις χώρες σε 12 μέρες -μόνο που κάθε μέρος από αυτά θέλει πολύ περισσότερο καιρό για να το δεις καλά, να το καταλάβεις, να το ζήσεις και να φύγεις γεμάτος.
Τα καλά πάντως ξεκίνησαν ήδη από την πτήση: παρά την ταλαιπωρία στο αεροδρόμιο του Βρυξελλοχωριού (λόγω των πρόσφατων επιθέσεων), η πτήση με την Turkish airlines εκτός από πάμφθηνη, ήταν και όσο άνετη μπορεί να είναι μια πτήση 3,5 συν 11 ωρών. Το μπόνους ήταν το λουκουμάκι του καλωσορίσματος στο αεροπλάνο 
***

έξω από το Asian Civilisations Museum
Η Σιγκαπούρη είναι στην πραγματικότητα μια μετρίου μεγέθους πόλη, πολύ πυκνοκατοικημένη και με άπειρα πρόσωπα και εκδοχές. Πέντε εκατομμύρια άνθρωποι ζουν στα μόλις 700 τετρ. χλμ. που καλύπτει η Πόλη του Λιονταριού, γνωστή και ως Red Dot. Τέσσερις διαφορετικές εθνότητες απαρτίζουν κατά κύριο λόγο τον πληθυσμό: Κινέζοι, Μαλαισιανοί, Ινδοί και οι μιγάδες Περανακάν (ένα ανακάτεμα Κινέζων και Μαλαισιανών συνήθως), αλλά και διάφορες άλλες εθνότητες, Ασιάτες και Ευρωπαίοι. Το αποτέλεσμα είναι ένα απίθανο milk shake πολιτισμών, κουλτούρας, εθίμων και προσώπων. Από τότε που την έχτισε ένας Μαλαισιανός πρίγκηπας, καμιά δεκαριά αιώνες πριν, η πόλη ήταν πάντα εμπορικό, οικονομικό και διαμετακομιστικό κέντρο και μεγάλο λιμάνι. Aρχαιολογικά ευρήματα, όπως ένα ναυάγιο του 9ου αιώνα, δείχνουν πως η Σιγκαπούρη ήταν σταθμός στον εμπορικό δρόμο που συνέδεε την Κίνα και τη Νοτιοανατολική Ασία με τη Μέση Ανατολή. Βρετανοί και Ολλανδοί την χρησιμοποίησαν αργότερα, στην εποχή της αποικιοκρατίας, με τον ίδιο τρόπο, ενώ και σήμερα συνιστά ένα από τα πιο δραστήρια εμπορικά, χρηματοπιστωτικά και τεχνολογικά κέντρα.

Gardens by the bay
Αυτή η πολυσχιδής δραστηριότητα αποτυπώνεται στην πολεοδομία, την αρχιτεκτονική και τον τρόπο ζωής. Μoντέρνα αρχιτεκτονήματα και ουρανοξύστες συνυπάρχουν με βουδιστικούς ναούς και τζαμιά, δαιδαλώδη δρομάκια της Chinatown, πολυχρωμα μαγαζιά της Little India και μυρωδάτα φαγάδικα της Arab street, ενώ έντονο είναι και το κολονιάλ στοιχείο. Η ντόπια κουζίνα είναι ένα αμάλγμαμα κινέζικης, μαλαισιανής και ινδικής, ενώ παράλληλα δεν υπάρχει ασιατική (και όχι μόνο) κουζίνα που να μην εκπροσωπείται.

Clarke Quay
Από την άλλη βέβαια, η ευμάρεια που αποτελεί την πρώτη επιφανειακή εντύπωση δεν αφορά την πλειονότητα του πληθυσμού. Τα χαμηλότερα κοινωνικά στρώματα, που απαρτίζονται κυρίως από Ινδούς, Μαλαισιανούς, Πακιστανούς μετανάστες, αλλά φυσικά και πάρα πολλούς ντόπιους, αναγκάζονται να κάνουν δυο και τρεις δουλειές για να τα βγάλουν πέρα στην πανάκριβη Σιγκαπούρη. Ταυτόχρονα η ατσαλάκωτη εικόνα που συντίθεται από την ελβετικού τύπου καθαριότητα και τάξη και τη μηδενική σχεδόν εγκληματικότητα, συντηρείται με τη σιδηρά πυγμή ενός αυταρχικού καθεστώτος, το οποίο διαδέχτηκε τους αποικιοκράτες και βρίσκεται σε ισχύ μέχρι σήμερα.

Arab street
Αυτά δεν μπορείς να τα παραβλέψεις. Αλλά όντας επισκέπτης, όσο κι αν σε καταπονούν υψηλές θερμοκρασίες και η δυσφορία της υγρασίας, δε μπορείς να μην απολαύσεις μια βόλτα στους Gardens by the bay, στην Chinatown και στο Clarke Quay. Αναμφίβολα πάντως, η ομορφότερη γειτονιά (από όσες είδαμε εμείς τουλάχιστον) είναι η Arab street, τα χαμηλά κτίσματα της οποίας αντιστέκονται στους ουρανοξύστες που τα περιτριγυρίζουν, και φιλοξενούν μπαρ και εστιατόρια που τίποτα δεν έχουν να ζηλέψουν από τα ευρωπαϊκά -εκτός ίσως από τις τιμές.

Arab street
Στα highlights μπαίνουν οπωσδήποτε μια βόλτα στο Clarke, το βιετναμέζικο εστιατόριο Mrs Pho στην Arab street, το Μουσείο Ασιατικών πολιτισμών και το bar Divine στο Parkside. Α, και το Barstories στην Arab street. Και σίγουρα πολλά άλλα που ξεχνάω ή που δεν πρόλαβα να δω και θα τα ανακαλύψω την επόμενη φορά.

η θέα προς Marina Bay Sands από Gardens by the bay

η θέα από Beach road
***
Φτάνοντας στην Kuala Lumpur, είναι αδύνατο να μην εντυπωσιαστείς από το τεράστιο, ολοκαίνουργιο, υπερσύγχρονο αεροδρόμιο. Αν πας στην πρωτεύουσα της Μαλαισίας, πρέπει οπωσδήποτε να δοκιμάσεις το ντόπιο φαγητό. Να μην παραξενευτείς που γύρω σου κυκλοφορούν πολλοί Κινέζοι: ο πληθυσμός της πόλης αποτελείται από Μαλαισιανούς, Κινέζους, Ινδούς και διάφορους άλλους ασιάτες και μη, με αποτέλεσμα η κοινή γλώσσα να είναι τα αγγλικά. Μη μπεις στον κόπο (και το έξοδο) να ανέβεις στους δίδυμους Petrona Towers, μια βόλτα απ’εξω αρκεί. Το λένε και οι ντόπιοι, εξάλλου είναι απλά άλλο ένα shopping mall. Αλλά να πας στην Chinatown, να πας στην πλατεία Merdeka, όπου ανακηρύχθηκε η ανεξαρτησία της χώρας και κυμάτισε για πρώτη φορά η σημαία της το 1957. Να μη διστάσεις να δοκιμάσεις street food, αρωματικά νοστιμότατα φρούτα που πουλιούνται σε όλες τις αγορές, να πάρεις ινδοκάρυδο από πλανόδιο και να πιεις το χυμό του με καλαμάκι μέσα από το φρούτο και να πιασεις κουβέντα με οποιονδήποτε ντόπιο ή ξένο.

Petrona Towers
Αξίζει ακόμα και μια επίσκεψη στο Μουσείο Ισλαμικής τέχνης. Το μουσείο καλύπτει γεωγραφικά και χρονολογικά μια μεγάλη περίοδο της ισλαμικής ιστορίας και τέχνης, διαθέτει μια πολύ πλούσια συλλογή από χειρόγραφα, είδη ένδυσης, μικροέπιπλα, κεραμεικά, κοσμήματα και όπλα, καθώς και μια συλλογή από μακέτες των πιο σπουδιαών τζαμιών του κόσμου. Επίσης, είναι το ίδιο ένα πολύ ενδιαφέρον αρχιτεκτονικό κτίσμα και βρίσκεται απέναντι από ένα μεγάλο τζαμί, που είναι επισκέψιμο (εκτός φυσικά των ωρών προσευχής).

Οι Μαλαισιανοί είναι κατά το πλείστον μουσουλμάνοι, και μάλιστα αρκετά συντηρητικοί. Οι ενδυματολογικές επιλογές των τουριστών είναι μεν ανεκτές, αλλά καλύτερα να αποφύγεις τα πολύ προκλητικά ρούχα αν είσαι γυναίκα (παρά τη ζέστη), γιατί είναι πιθανό να εισπράξεις επιπληκτικά βλέμματα. Η χώρα είναι θεωρητικά δημοκρατία -τελοσπάντων- αλλά μαστίζεται από μεγάλη διαθφορά και πολιτική κρίση, όπως συνήθως συμβαίνει στις πρώην αποικίες. Εδώ οι οικονομικές αντιθέσεις και η φτώχεια είναι πιο έκδηλες, καθότι απουσιάζει η υπερβολική χλιδή της Σιγκαπούρης και αρκετά σημεία της πόλης είναι παραμελημένα και σε εμφανώς κακή κατάσταση. Αν μάλιστα βρεθείς στις γειτονιές όπου ζουν οι ευρωπαίοι, θα δεις τις αντιθέσεις να ξετυλίγονται ακόμα πιο έντονα: πολυόροφα συγκροτήματα (condominium) που φυλάσσονται από ιδιωτική αστυνομία και περιλαμβάνουν πισίνες, night shop, playrooms, κομμωτήρια και γυμναστήρια στο εσωτερικό τους. Οι Ολλανδοί άποικοι μπορεί να έχουν φύγει εδώ και 60 χρόνια, αλλά οι δυτικοί εξακολουθούν να ανήκουν στην ανώτερη τάξη, η οποία απέχει έτη φωτός από τις κατώτερες.

κοντά στο Islamic Arts museum
Παρ’όλα αυτά, όπως και στη Σιγκαπούρη, οι άνθρωποι είναι ευγενέστατοι, χαμογελαστοί και προσιτοί -ειδικά οι Κινέζοι. Και, αν δεν έγινε σαφές ως τώρα, η σπουδαιότερη ατραξιόν της KL είναι το φαγητό: οι Μαλαισιανοί είναι πολύ περήφανοι για την κουλτούρα φαγητού που έχουν και καλά κάνουν, γιατί οι γεύσεις και τα αρώματα της κουζίνας τους είναι σχεδόν εθιστικά. Εξαιρετικό είναι επίσης και το ντόπιο κρύο τσάι με το οποίο συνοδεύουν συνήθως το φαγητό τους.

Chinatown

trying Thai food in Malaysia 

yummy!

yummier 

η θέα από Kiala

KLCC
***
Αν τα προηγούμενα μέρη με είχαν πείσει πως θα ξαναπάω στην περιοχή, η τελευταία μας στάση ήταν αυτή που με έκανε να δεσμευτώ. Το Μπαλί είναι πραγματικά ένας παράδεισος. Το νησί είναι λίγο μικρότερο από την Κρήτη, έχει 4 εκατομμύρια μόνιμους κατοίκους και δέχεται 12 εκατομμύρια τουρίστες το χρόνο. Όπως κάθε ηφαιστειογενής τόπος, διαθέτει πολύ γόνιμο έδαφος και εντυπωσιακή φυσική ομορφιά.

Seminyak

Seminyak
Το νησί ανήκει στη μουσουλμανική κατά το πλείστον Ινδονησία, αλλά οι δικοί του κάτοικοι είναι Ινδουιστές. Οι Ινδουιστές, εκτός από τα κλασικά τεμένη στα οποία λατρεύουν τις θεότητές τους και τελούν τις λειτουργίες τους, έχουν βωμό και στα σπίτια και τους χώρους εργασίας (ακόμα και στα αυτοκίνητα), στον οποίο κάθε πρωί εναποθέτουν καλαθάκια με προσφορές: λουλούδια, φρούτα και άλλα φαγώσιμα, ακόμα και αρωματικά στικ. Αυτά τα μικρά καλαθάκια τα βλέπεις παντού, στους δρόμους, στις παραλίες, στα πεζοδρόμια.


καλλιέργεια καφέ και τσαγιού στο Ubud
Οι άνθρωποι είναι αναμφίβολα ο πιο πολύτιμος και ελκυστικός παράγοντας στο νησί. Χαμογελαστοί, ευγενικοί, καλόκαρδοι, φιλικοί και πολύ φιλόξενοι, με τους αργούς ρυθμούς τους και τη ζεστή τους συμπεριφορά λειτουργούν αγχολυτικά! Οι Μπαλινέζοι στη μακρόχρονη ιστορία τους, έχουν αναπτύξει πάρα πολύ τις τέχνες: υφαντουργία, αργυροχοϊα, ζωγραφική, αλλά και χορό και μουσική που είναι συνδεδεμένα (όπως πάντα και παντού) και με τις θρησκευτικές τελετές. Οι ναοί τους είναι ανοιχτοί και αποπνέουν σεβασμό, αλλά όχι φόβο. Ακόμα και τα τερατόμορφα αγάλματα μοιάζουν να χαμογελάνε.

Ubud

Ubud
Πριν ανανπτυχθεί ο τουρισμός (στο δεύτερο μισό του 20ου αιώνα), οι άνθρωποι ζούσαν κυρίως από τις αγροτικές εργασίες. Σε ένα μέρος τόσο εύφορο, καλλιεργούσαν πάντα άφθονο ρύζι, αλλά και φρούτα και λαχανικά, καφέ, τσάι και σοκολάτα. Όλα αυτά βέβαια είναι η πρώτη ύλη για την απίθανα εύγευστη κουζίνα τους, μια πανδαισία γευσεων και αρωμάτων. Και δυστυχώς, είναι αρκετά φανερό το γεγονός ότι η εντατική ανάπτυξη του τουρισμού έχει επιβαρύνει τη φύση. Σε γενικές γραμμές το νησί είναι καθαρό και αρκετά φροντισμένο, αλλά η υπερβολική κατανάλωση νερου έχει επιβαρύνει την καλλιεργεια του ρυζιού -που ήταν η βάση της αγροτικής οικονομίας:έτσι, στο βόρειο και λιγότερο τουριστικό μέρος του νησιού, πολλοί πλέον αναγκάζονται να καλλιεργούν καλαμπόκι αντί για ρύζι -το οποίο καλαμπόκι και άσχετο με την ντόπια βιοποικιλότητα είναι και λιγότερο επικερδές-, επειδή το νερό χρησιμοποιείται για να ποτίζει τα golf courts του τουριστικού νότου. Είναι ακόμα φανερό πως τα έθιμα και οι τοπικές συνήθειες αντιστέκονται όσο μπορούν στον τουριστικό τυφώνα, αλλά αυτό είναι βέβαια δύσκολο, καθώς η φτώχεια είναι πανταχού παρούσα και η ενασχόληση με τον τουρισμό αποτελεί τη βασική διέξοδο από αυτήν.

Monkey forest, Ubud

Παρ’όλα αυτά, το Μπαλί παραμένει πανέμορφο. Οι τεράστιες αμμουδιές, η τυρκουάζ θάλασσα, η εντυπωσιακή ζούγκλα που ξεχειλίζει από παντού, οι εξωπραγματικής ομορφιάς ορυζώνες, οι φοίνικες, οι μπανανιές και κάθε είδους φυτά είναι παντού και αφήνουν τον επισκέπτη ενεό.

Ορυζώνες, Ubud
Από τα πιο όμορφα και εντυπωσιακά μέρη που είδαμε είναι το Τάνα Λοτ, ένα ινδουιαστικό τέμενος δίπλα στη θάλασσα, γνωστό ως και «ναός στον Ωκεανό» -σα να λέμε το Σούνιο, αφού είναι επίσης διάσημο και για το ηλιοβασίλεμά του. Ο ναός, ή μάλλον το σύμπλεγμα των ναών, εκτείνεται κατά μήκος της θάλασσας, αλλά και σε βάθος στην ξηρά, καταλαμβάνει βράχους και σχεδόν μπαίνει μέσα στη θάλασσα.

Ορυζώνες, Ubud

Ομοίως εντυπωσιακό, ειδικά για κάποιον όχι εξοικειωμένο με την τροπική φύση, είναι το δάσος των πιθήκων, που είναι και αυτό ιερός τόπος: ένας ναός χτισμένος μέσα στο δάσος, που κατακλύζεται από πιθηκάκια που αράζουν, κοιμούνται, τσακώνονται, κλέβουν φαγητά από τους επισκέπτες και σκαρφαλώνουν στις πλάτες τους και στα δέντρα.

Ορυζώνες, Ubud
Αν έπρεπε να διαλέξω δυο πράγματα από το Μπαλί, το ένα θα ήταν σίγουρα το τοπίο στους ορυζώνες. Οι δεκάδες αποχρώσεις του πρασίνου που απλώνονται στις πλαγές με τις αναβαθμίδες, σκεπασμένες από το γαλανό ουρανό.
Το δεύτερο θα ήταν οι Μπαλινέζοι, που στάζουν γλυκύτητα, ευγένεια, καλοσύνη, αλλά και μια βουβή περηφάνεια. Οι Μπαλινέζοι δεν ταξιδεύουν, προφανώς γιατί δεν έχουν τα χρήματα για να το κάνουν. Αλλά είναι και περήφανοι για τον τόπο τους, καθώς άλλωστε, όπως γράφει και ο οδηγός μου «αν όλος αυτός ο κόσμος έρχεται στο νησί τους, κάποιος καλός λόγος υπάρχει». 

Monkey forest

το κλεφτρόνι 
Οι οικονομικές συνθήκες είναι σκληρές σε βαθμό που δεν φανταζόμαστε, ούτε καν στην Ελλάδα: δεκαετίες αποικιοκρατίας, πολέμων και κατακτήσεων, τις οποίες διαδέχτηκε η κουτσουρεμένη ανεξαρτησία, έχουν αφήσει έκδηλο το στίγμα τους στις ζωές των ανθρώπων. Η μακροχρόνια χούντα του Σουχάρτο, χάρη στην οποία η Ινδονησία έγινε μάλλον η Χιλή της Νοτιοανατολικής Ασίας, έκανε τα πράγματα σίγουρα χειρότερα. Δεν υπάρχουν κοινωνικές ασφαλίσεις, δεν υπάρχει σύνταξη, δεν υπάρχουν ωράρια (στο Σεμινιάκ τα ινστιντούτα ομορφιάς και σπα είναι ανοιχτά μέχρι τις 11 το βράδυ και δέχονται πελάτες χωρίς ραντεβού), δεν υπάρχουν δικαιώματα.
Όμως οι Μπαλινέζοι χαμογελούν και καλοδέχονται τους ξένους, και τους μεταδίδουν λίγη από τη γαλήνη και τη φιλοσοφημένη στάση ζωής τους. Πριν να βρεθώ στην Ασία, αυτό ακριβώς το στοιχείο, που για μένα ήταν έλλειψη μαχητικότητας και διεκδίκησης, ήταν αυτό που με απωθούσε: επί τόπου κατάλαβα πως μάλλον αυτή είναι η άμυνά τους, ο τρόπος τους να επιβιώνουν. Και δεν νιώθω ικανή να τους κρίνω, δεν έχω ζήσει αυτό που έχουν ζήσει αυτοί.
Οπωσδήποτε η επαφή μας μαζί τους ήταν παροδική και επιφανειακή. Λίγη όμως από την προσηνή τους συμπεριφορά και τη γλυκύτητά τους, την πήραμε μαζί μας. Αυτήν και τις υπέροχες εικόνες της φύσης και του τόπου τους, που αγαπούν και σέβονται με τρόπο γνήσιο.

Tanah Lot
Γιατί τελικά η ομορφιά κάθε τόπου επισφραγίζεται από τους ανθρώπους του. Κρατώ αυτά τα χαμόγελα, τη γεύση του ρυζιού τους, το άρωμα του καφέ τους και την αγνότητά τους.
Και νιώθω ευγνωμοσύνη για το ταξείδι αυτό που έκανε με τρόπο καταλυτικό αυτό που πρέπει να κάνουν τα ταξείδια: κατέρριψε απόλυτες θέσεις και στεγανά και άνοιξε ορίζοντες. Χαίρομαι κι ευχαριστώ όλους τους υπέροχους ανθρώπους που γνώρισα και υπόσχομαι «καλή αντάμωση».


Tanah Lot

Tanah Lot

Seminyak



























































