| CARVIEW |
Το Τέλος!
«Σιράτ είναι η γέφυρα που ενώνει την κόλαση με τον παράδεισο και είναι πιο λεπτή από τρίχα και πιο κοφτερή από σπαθί».
«Σιράτ» (Sirât) είναι και ο τίτλος της ταινίας του Όλιβερ Λάσε, μια αραβική λέξη που προέρχεται από την ισλαμική παράδοση.
Όλα ξεκινούν στο Μαρόκο και συγκεκριμένα σε ένα μεγάλο ρέιβ πάρτι που γίνεται στην έρημο. Εκεί ανάμεσα στους ανθρώπους που χαίρονται το χορό και τη δυνατή μουσική ο Λουίς αναζητά την κόρη του η οποία έχει εξαφανιστεί χωρίς να αφήσει ίχνη πριν από έξι μήνες σε ένα τέτοιο πάρτι. Έχει φτάσει εκεί μαζί του και τον 10χρονο γιο του Έστεμπαν και περιφέρονται μέσα στο πλήθος δείχνοντας στους συμμετέχοντας τη φωτογραφία του εξαφανισμένου κοριτσιού. Όμως το πάρτι διακόπτεται απότομα όταν καταφθάνει μια ομάδα στρατιωτών και λέγοντας ότι ξέσπασε πόλεμος ζητούν από τους ρέιβερς να αποχωρήσουν. Έχοντας ακούσει ότι πρόκειται να γίνει κάπου στα σύνορα με τη Μαυριτανία ένα άλλο παρόμοιο πάρτι ο Λουίς με τον Έστεμπαν ακολουθούν με το βανάκι τους μια παρέα πέντε μεσόκοπων -τριών ανδρών και δύο γυναικών- που επιβαίνουν σε δύο μεγάλα αυτοκινούμενα.

Η πορεία συνεχίζεται μέσα στο ξερό και βραχώδες τοπίο της ερήμου ενώ γύρω τους μαίνεται ο άορατος πόλεμος. Η διαδρομή δεν είναι εύκολη, το αντίθετο. Και ενώ αντιμετωπίζουν τις δυσκολίες με πνεύμα αλληλεγγύης και συνεργασίας θα συμβεί κάτι τραγικό και αναπάντεχο. Το ταξίδι πλέον παίρνει άλλη τροπή και μετατρέπεται σε αγώνα επιβίωσης.
Ταινία σοκ! Αυτήν ήταν η πρώτη εντύπωση που μου δημιουργήθηκε βλέποντας το «Σιράτ». Από ένα σημείο και μετά θαρρείς και όλα ξεφεύγουν από τον έλεγχο και βαδίζουμε όλοι μαζί, ήρωες της ταινίας και θεατές, σε τεντωμένο σχοινί με τον κίνδυνο να καραδοκεί!
Ο Όλιβες Λάσε σκηνοθέτησε μια συγκλονιστική παραβολή για το Τέλος! Ένα ρόουντ μούβι σε έναν άγριο αφιλόξενο κόσμο, μια πορεία χωρίς συγκεκριμένο προορισμό. Ένα ταξίδι στο άγνωστο σε έναν πλανήτη που φαίνεται να ψυχορραγεί όπως και τα πλάσματα που κινούνται επάνω του. Μια ταινία μελλοντολογικός εφιάλτης, ένας δυστοπικός κόσμος που σε κάθε βήμα, κάθε στιγμή παραμονεύει ο θάνατος.
Πρωταγωνιστεί το σκληρό, ξερό, άνυδρο, τραχύ κι αφιλόξενο τοπίο της ερήμου. Θαρρείς κι ο ρόλος του είναι πιο σημαντικός από τους ρόλους των επτά ηρώων. Είναι αυτό που κάνει κουμάντο, αυτό που κρύβει μέσα του το θάνατο και “φιλοξενεί” το κακό στα έγκατά του. Ακόμη κι ο αδιευκρίνιστος, αόρατος αλλά πανταχού παρών πόλεμος εμφανίζεται ξαφνικά μέσα από το τοπίο της ερήμου.
Εξαιρετική δουλειά έχει γίνει με τη μουσική και με το πως αυτή παρεμβαίνει τονίζοντας τη δράση και εντείνοντας την αγωνία. Οι νότες χτυπούν μαζί με τους ήχους της καρδιάς και οι άνθρωποι βουτηγμένοι στη σκόνη και την άμμο της ερήμου φαίνονται να έχουν αφεθεί στη δυσοίωνη μοίρα τους. Το ρόουντ μούβι σύντομα μετατρέπεται σε θρίλερ με την αδρεναλίνη να πιάνει κόκκινο. Δεν υπάρχει σωτηρία, ο μοναδικός δρόμος που απομένει είναι εκείνος της προσφυγιάς, μακριά από τη ζωή κι επάνω στο βαγόνι ενός τρένου που ο προορισμός του δεν έχει πλέον καμία σημασία. Και ποιος νοιάζεται;
]]>Ο Μουνίρ, συγγραφέας που ζει στο Αμβούργο, βιώνει μια δύσκολη προσωπική κατάσταση. Οι ιατρικές εξετάσεις που κάνει δεν δείχνουν κάτι ανησυχητικό και ο γιατρός τον συμβουλεύει να ηρεμήσει και να ξεκουραστεί. Έτσι καταλήγει σε ένα απομονωμένο νησί στη Βόρεια θάλασσα και μένει στο ξενώνα που διατηρεί μια παράξενη γυναίκα, η Βαλέσκα (επιβλητική ερμηνεία από τη Χάνα Σιγκούλα) μαζί με το γιο της Καρλ, έναν απότομο στη συμπεριφορά άνδρα. Εκεί στο απομακρυσμένο και βουτηγμένο κυριολεκτικά στο νερό, νησί, ο Μουνίρ προσπαθεί να βρει την ψυχική του ισορροπία αλλά μια αινιγματική παραβολή που του είχε αφηγηθεί η μητέρα του, τον στοιχειώνει καθώς επανέρχεται κάθε λίγο και λιγάκι στο μυαλό του.

Ο συρο-παλαιστίνιος σκηνοθέτης Αμίρ Φακίρ Ελντίν με την ταινία «Γιουνάν» (Yunan), ολοκληρώνει το δεύτερο μέρος της τριλογίας του με τίτλο “τίποτα από το τίποτα δε μένει”. Και όπως αντιλαμβανόμαστε βλέποντάς την, ο Μουνίρ νοσταλγεί τον τόπο του ο οποίος επανέρχεται διαρκώς μέσα από την παραβολή που του είχε αφηγηθεί η μητέρα του. Νοσταλγεί την πατρίδα του την οποία αναγκάστηκε να εγκαταλείψει προφανώς λόγω του πολέμου και ζει ως πρόσφυγας στη Γερμανία.
Μπορεί η ταινία να μην αναφέρεται άμεσα στο προσφυγικό ζήτημα και τον πόλεμο αλλά υπονοείται μέσα από το υπαρξιακό αδιέξοδο που βιώνει ο Μουνίρ. Ο σκηνοθέτης, χρησιμοποιώντας τον αλληγορικό μύθο της μητέρας, ξεδιπλώνει τις εικόνες του και τις “αφήνει” εκεί να τις νιώσουμε. Γιατί ο Ελντίν προτιμά τις σιωπές από τα λόγια, με τις οποίες λέει πολλά περισσότερα. Και είναι οι σιωπές που μιλούν και αφήνουν μικρές ρωγμές ώστε να κατανοήσουμε τον ήρωά του. Ο οποίος περιτριγυρισμένος από το υγρό τοπίο του βορρά προσπαθεί να ισορροπήσει, να ξαναβρεί τον χαμένο του εαυτό και τη δύναμη να κατανοεί και να αγαπά.
Με εκπληκτικής ομορφιάς μακρόσυρτα πλάνα που θυμίζουν Αγγελόπουλο και Ταρκόφσκι, ο σκηνοθέτης κινεί αργά την κάμερά του και, όπως προανέφερα, προτιμά να μιλήσει με τη σιωπή. Κι έτσι σιωπηλά στοχάζεται επάνω σε έννοιες όπως η πατρίδα, η εξορία και η σχέση με τη μητέρα.
Το «Γιουνάν» ήταν για μένα μια πραγματική έκπληξη. Μια ταινία με βάθος, που επιχειρεί να σκάψει βαθιά στην ψυχοσύνθεση του ήρωα. Δεν είναι μια απλή αφηγηματική ταινία αλλά ένα σχόλιο για την ίδια τη ζωή και την ύπαρξη. Είναι ένα συγκλονιστικό ποιητικό κινηματογραφικό διαμάντι που γοητεύει το θεατή. Που επιχειρεί να μας υπενθυμίσει ότι τίποτα δεν μένει αμετάβλητο αλλά επηρεάζεται από τα γεγονότα. Κι όταν το αντιληφθούμε αυτό -και κυρίως το αποδεχτούμε- θα μπορέσουμε να δούμε πιο καθαρά την επόμενη μέρα. «(…)Αυτό που χάνεται δεν εξαφανίζεται για πάντα, αλλά δεν επιστρέφει ποτέ αμετάβλητο. Δεν ήθελα αυτή η ταινία να προσφέρει την παρηγοριά της επιστροφής ή την ψευδαίσθηση ότι μπορούμε απλώς να γυρίσουμε πίσω και να κάνουμε τα πράγματα ξανά όπως ήταν(…)», σημειώνει ο σκηνοθέτης.
Η ταινία πήρε τον τίτλο της από τον προφήτη Ιωνά (Γιουνάν στα αραβικά) ο οποίος συμβολίζει την καταβύθιση στο άγνωστο (το κήτος που τον καταπίνει) και την επιστροφή στο φως και την ελπίδα. (Η ΕΠΟΧΗ 31/1/2026)
]]>Η Αλίς Πιρόν βρίσκεται στο δικαστήριο όπου πρόκειται να αντιμετωπίσει τον πρώην σύζυγό της που διεκδικεί την κηδεμονία των παιδιών τους, της 17χρονης Λιλά και του 11χρονου Ετιέν. Πρόκειται για πολύ κρίσιμη ακρόαση από την οποία θα κριθούν τα πάντα στη ζωή της καθώς θέλει να προστατεύσει τα παιδιά της από τον πατέρα τους που τον θεωρεί επικίνδυνο. Τις αγορεύσεις των δικηγόρων ακολουθούν οι καταθέσεις των δύο εμπλεκόμενων, Πρώτα του κυρίου Γκουσέν κι ύστερα της κυρίας Πιρόν. Τα πάντα κρέμονται από μία κλωστή…

«Σας πιστεύουμε»(Onvouscroit) είναι ο τίτλος της ταινίας της Σαρλότ Ντεβιλέρς και του Αρνό Ντιφεΐς με την καθηλωτική Μιριέμ Ακεντιού -συνεργάτιδα των αδελφών Νταρντέν- στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Ο κλειστός χώρος της αίθουσας που γίνεται η ακρόαση δημιουργεί μία αγχωτική ατμόσφαιρα που ταιριάζει απόλυτα με τα συναισθήματα και τους φόβους της Αλίς. Πρόκειται για ένα καλοδουλεμένο δικαστικό θρίλερ δωματίου που σπάει κόκκαλα.
Ο θεατής παρακολουθεί με κομμένη ανάσα την αφήγηση η οποία εξελίσσεται μέσα από μονολόγους, κοντινές λήψεις ή λήψεις οφ. Με κάμερα στο χέρι και ντοκιμαντερίστικη προσέγγιση η ταινία αποκτά έναν σκληρό κι αδυσώπητο ρεαλισμό. Οι σκηνοθέτες έχουν επιλέξει αυτόν τον τρόπο αφήγησης, χωρίς να καταφεύγουν σε φλας μπακ ή εξωτερικές λήψεις και περιορίζονται στα όσα λένε και περιγράφουν οι ήρωές τους. Καταπιάνονται με διακριτικότητα αλλά χωρίς ταμπού με το θέμα της οικογενειακής σεξουαλικής κακοποίησης. Η ατμόσφαιρα ηλεκτρίζεται, η ένταση ανεβαίνει, η αγωνία κορυφώνεται καθώς δεν μπορεί να προβλεφθεί η τελική απόφαση του δικαστηρίου.
Οι Ντεβιλέρς και Ντιφεΐς σκηνοθετούν με νεύρο και αφοπλιστική αμεσότητα. Η ηρωίδα τους, η Αλίς Πιρόν, μοιάζει να είναι βυθισμένη σε έναν καφκικό εφιάλτη. Η κάμερα περιφέρεται, καταγράφει, ακούει και μιλάει, γίνεται κι αυτή πρόσωπο του δράματος. Κι όλο αυτό είναι ένα συγκλονιστικό ψυχολογικό θρίλερ που αρπάζει το θεατή ο οποίος παρακολουθεί αγκομαχώντας την εξέλιξη. Στη σκηνή δε του 25λεπτου μονόλογου της Αλίς που καταθέτει, κορυφώνεται η σκηνοθετική μαεστρία και απογειώνεται η ερμηνευτική ικανότητα της Ακεντιού.
Μια εκπληκτική ταινία που επιβεβαιώνει ότι αν έχεις μια καλή ιστορία και ξέρεις πως να τη διηγηθείς δεν χρειάζονται ούτε χρήματα, ούτε εξωτερικά πλάνα, ούτε εφέ, σκηνικά και κοστούμια. (Η ΕΠΟΧΗ 31/1/2026)
]]>Ο τίτλος του κειμένου “Κινηματογραφώντας μια παράσταση” είναι παραπλανητικός και μάλλον αδικεί την ταινία γιατί η Εύα Στεφανή στην ταινία «Η καρδιά του ταύρου» δεν κάνει απλώς αυτό αλλά πολύ περισσότερα. Βρίσκεται μαζί με το Δημήτρη Παπαϊωάννου, σχεδόν συμμετέχει στη διαδικασία, ενώ εκείνος και οι συνεργάτες του προετοιμάζουν την παράσταση «Εγκάρσιος προσανατολισμός».

Μια διαδικασία που κράτησε περίπου δύο χρόνια. Αλλά υπήρξε και συνέχεια, καθώς το έργο ταξίδεψε σε μια σειρά από ξένες πόλεις, όπως το Παρίσι, το Λονδίνο, το Βίλνιους, το Σαν Φρανσίσκο.
Η Εύα Στεφανή αναζητά μια απάντηση. Μια απάντηση που προσπαθεί να βρει μέσα από τη δουλειά του δημιουργού στην ερώτηση “γιατί κάνουμε αυτό που κάνουμε;”. και έτσι την ώρα που ο Παπαϊωάννου κινεί το ανθρώπινο σώμα δίνοντάς του διαστάσεις και μορφές στο χώρο, η Στεφανή κινηματογραφεί τον Παπαϊωάννου και τη διαδικασία εξέλιξης της δουλειάς του. Επί πλέον ο κορυφαίος έλληνας χορογράφος και σκηνοθέτης εξομολογείται στη Στεφανή τα όνειρα, τους φόβους και τις αγωνίες του.
Νομίζω ότι το αισθητικό αποτέλεσμα είναι πολύ πάνω από το μέσο όρο. Αφενός χάρις στην υψηλής αισθητικής δουλειά του Δημήτρη Παπαϊωάννου, αφετέρου χάρις στον τρόπο που η Στεφανή κινηματογραφεί αυτό το έργο. (Η ΕΠΟΧΗ 31/1/2026)
]]>Αρχές της δεκαετίας του 1960 κάπου στη Γερμανία. Ενώ βρίσκεται με την οικογένειά της κάπου στην εξοχή, η 12χρονη Κάρλα φεύγει τρέχοντας. Καταλήγει σε ένα αστυνομικό τμήμα και ζητά να μιλήσει σε κάποιον δικαστή για να καταγγείλει τη σεξουαλική κακοποίηση που υφίσταται εδώ και χρόνια από τον πατέρα της. Ο Ρίχτερ Λάμι, ένας ηλικιωμένος δικαστής, αναλαμβάνει την υπόθεση και προσπαθεί να εκμαιεύσει όσα περισσότερα στοιχεία μπορεί ώστε να στοιχειοθετήσει την καταγγελία του κοριτσιού. Εκείνη όμως ενώ θέλει να μιλήσει, δυσκολεύεται καθώς συγκρούεται με τα κοινωνικά ταμπού, τις αναστολές και τις φοβίες της. Έχοντας αναπτύξει σχέση εμπιστοσύνης με τον Λάμι αποκαλύπτει όσα μπορεί με το δικό της τρόπο.

Η «Κάρλα» (Karla) της ελληνικής καταγωγής γερμανίδας σκηνοθέτριας Κριστίνα Τουρνατζή είναι βασισμένη σε αληθινά γεγονότα. Η ηρωίδα της είναι αντιμέτωπη με το τραύμα της σεξουαλικής κακοποίησης μέσα στην οικογένεια και τη σιωπή που κάλυπτε τέτοιες περιπτώσεις εξαιτίας των κοινωνικών προκαταλήψεων. Μυστικά που έμεναν (και μένουν) κρυμμένα πίσω από τους τέσσερις τοίχους χωρίς ποτέ να αποκαλύπτονται για να μην διαρραγεί η αρετή της μεσοαστικής οικογένειας! Τι συμβαίνει όμως όταν ένα 12χονο κορίτσι αποφασίζει, παρά τους δισταγμούς, τους φόβους και την ντροπή να “σπάσει” την ένοχη σιωπή και να αποκαλύψει την αλήθεια; Και όταν η υπόθεση φτάσει ενώπιον της δικαιοσύνης πως θα αντιμετωπιστεί από τους ανθρώπους που καλούνται να καταθέσουν τις μαρτυρίες τους αλλά και από τους ίδιους τους λειτουργούς της δικαιοσύνης;
Με καθαρή και τολμηρή αφήγηση, με υποδόρια κλιμακούμενη ένταση και χωρίς να κραυγάζει, καταφέρνει να μιλήσει για όλα. Για το προσωπικό τραύμα του θύματος και τις αναστολές του, για τη δύναμη που βρίσκει να τις ξεπεράσει. Για τη δύσκολη θέση των ανθρώπων που γνωρίζουν αλλά δεν τολμούν να έρθουν σε σύγκρουση με τα κοινωνικά ταμπού. Όπως για παράδειγμα η μητέρα της Κάρλα που θέλει αλλά δεν τολμά. Αξίζει να παρατηρήσει κανείς το βλέμμα που ανταλλάσσει με την κόρη της μερικά λεπτά πριν εκείνη τι σκάσει.
Η Ελίζε Κριπς, στο ρόλο της Κάρλα, δίνει μια μεστή και ώριμη ερμηνεία που θα τη ζήλευε οποιαδήποτε έμπειρη ηθοποιός.
Αληθινή, ειλικρινής, συγκινητική, τολμηρή ταινία που η Κριστίνα Τουρνατζλή σκηνοθετεί με ιδιαίτερη ευαισθησία, εμβαθύνοντας τους χαρακτήρες της και σκιαγραφώντας με επιτυχία την εποχή και το κοινωνικό πλαίσιο μέσα στο οποίο εκτυλίσσεται η ιστορία της. (Η ΕΠΟΧΗ 24-25/1/2026)
]]>Εμβληματική φυσιογνωμία της παλαιστινιακής αντίστασης, ο Μαρουάν Μπαργούτι βρίσκεται στις ισραηλινές φυλακές από το 2002. Εξαιτίας της δημοφιλίας του και της μακροχρόνιας φυλάκισής του αποκαλείται Παλαιστίνιος Μαντέλα. Γεννημένος το 1959 στο χωριό Κόμπαρ στη Δυτική Όχθη, σε νεαρή ηλικία εντάχθηκε στη Φατάχ, αναδείχθηκε πολιτικά στα φοιτητικά του χρόνια, συμμετείχε στην πρώτη Ιντιφάντα, εξελέγη μέλος στο Παλαιστινιακό Νομοθετικό Συμβούλιο ενώ τη δεκαετία του 1990 στήριξε με πάθος την ειρηνευτική διαδικασία του Όσλο και τη λύση των δύο κρατών πιστεύοντας ότι ο μοναδικός τρόπος να έρθει η ειρήνη είναι να τερματιστεί η ισραηλινή κατοχή.

Το ντοκιμαντέρ «Μαρουάν – Η ελευθερία του αύριο» (Marwan – Tomorrow’s freedom) της Τζόρτζια και της Σοφίας Σκοτ, μας συστήνει το παλαιστίνιο αγωνιστή, ακολουθεί τον προσωπικό του αγώνα μέσα από τις φυλακές πλέον, αλλά και τους αγώνες των Παλαιστίνιων για την απελευθέρωσή του Μαρουάν και άλλων παλαιστίνιων πολιτικών κρατουμένων.
Απεργία πείνας, ειρηνικές διαδηλώσεις που διαλύονται βίαια από τους Ισραηλινούς, προσωπικές συνεντεύξεις με συγγενείς, φίλους και συναγωνιστές του Μαρουάν Μπαργούτι, συνθέτουν ένα συγκινητικό αλλά και παλλόμενο από το πάθος για ελευθερία ντοκιμαντέρ για τον παλαιστινιακό αγώνα. Όμως οι σκηνοθέτριες, μέσα από την πολυετή ενασχόλησή τους με τη συγκεκριμένη ταινία, επιχειρούν και μια πιο ανθρώπινη προσέγγιση της Ιστορίας. Έτσι φέρνουν το θεατή κοντά στους ανθρώπους, το βάζουν μέσα στα σπίτια κι αυτός παρακολουθεί την καθημερινότητά τους. Αλήθεια πως είναι να ζεις και να ασχολείσαι με όσα ασχολούνται όλοι οι άνθρωποι έχοντας ταυτόχρονα το μυαλό στον άνθρωπό σου που βρίσκεται στη φυλακή αλλά και στον αγώνα για την ελευθερία;
Σκηνοθετημένο με φροντίδα και σεβασμό, το θαυμάσιο αυτό ντοκιμαντέρ μας φέρνει κοντά στο δράμα των Παλαιστίνιων. Με τη χρήση πλούσιου αρχειακού υλικού η Τζόρτζια και η Σοφία Σκοτ εξερευνούν σε βάθος μια πτυχή της Ιστορίας αναδεικνύοντας τόσο το πολιτικό όσο και το ανθρώπινο μέρος. Χωρίς περιττούς διδακτισμούς, κραυγές και δημαγωγίες κοιτάζουν κατάματα την πραγματικότητα και μιλούν στο συναίσθημα χωρίς όμως να το εκβιάζουν. (Η ΕΠΟΧΗ 24-25/1/2026)
]]>Ο Τίτους Μίλεχ γεννήθηκε το 1947 στο Τίμπιγκεν. Σε νεαρή ηλικία εγκατέλειψε την πατρίδα του και εγκαταστάθηκε στη Γαλλία, πήρε τη γαλλική υπηκοότητα, σταμάτησε να μιλά γερμανικά και έκανε το παν για να απεκδυθεί τη γερμανικότητα, την οποία κουβαλούσε ως βαρίδιο στη συνείδησή του. Τα εγκλήματα του ναζισμού και το ναζιστικό παρελθόν της οικογένειάς του τον βάραιναν κι αποφάσισε να απομακρυνθεί από οτιδήποτε του το θύμιζε. Μπορεί τα μέλη της οικογένειάς του να μην υπήρξαν μέλη του ναζιστικού κόμματος αλλά στήριξαν τους ναζί και πίστεψαν στο «όραμα» τηε μεγάλης Γερμανίας.

Μετά από 30 χρόνια στη Γαλλία, το 2000 και το 2001 αποφάσισε να ταξιδέψει στη Γερμανία για να δει από που προέρχεται, «τη χώρα της παιδικής του ηλικίας που τη χαρακτήριζαν πιο πολύ η θλίψη και η σύγχυση παρά η χαρά».
Η Χρύσα Τζελέπη και ο Άκης Κερσανίδης εμπνεόμενοι από το βιβλίο του Τίτους Μίλεχ «Ο τόπος του εγκλήματος: Γερμανία η ανοίκεια πατρίδα» σκηνοθέτησαν την «Επιστροφή στην πατρίδα», ένα ταξίδι στους τόπους του ναζιστικού εγκλήματος. Μια καταβύθιση στη συλλογική μνήμη και ενοχή του γερμανικού λαού και του γερμανικού κράτους, ένα χρονικό μνήμης και αυτοκάθαρσης. Ένα συναρπαστικό ρόουντ μούβι στους τόπους του εγκλήματος, με έντονη πολιτική προσέγγιση η ταινία είναι ταυτόχρονα και ένα ποτάμι εναλλασσόμενων συναισθημάτων: οργής, θλίψης, πόνου, συγκίνησης και σε αναζήτηση της λύτρωσης.
Ο Μίλεχ ταξιδεύει κι αναζητά απαντήσεις, σαν μοναχικός ήρωας φιλμ νουάρ, περιφέρεται σε έναν κόσμο προσπαθώντας να συμφιλιωθεί μαζί του. Ένας μοναχικός άνδρας, ταξιδεύει σε μια ανοίκεια πατρίδα, ανάμεσα σε σκιές, φαντάσματα κι ενοχές. Ένας κινηματογραφικός στοχασμός απάνω στην Ιστορία, μια ανθρώπινη κραυγή, ένας λυγμός της Ιστορίας, ένα ντοκιμαντέρ που διαπραγματεύεται τη θέση του ανθρώπου μέσα στα γεγονότα και πως μπορεί αυτά επηρεάζουν τη ζωή ακόμη κι αν συνέβησαν όταν ο ίδιος δεν βρισκόταν καν εκεί!
Οι σκηνοθέτες καταφέρνουν να τα πουν όλα, κρατούν το ρυθμό σε ισορροπία, δεν πλατειάζουν και η δίωρη διάρκεια της ταινίας έρχεται ως φυσιολογικός χρόνος που χρειάζεται για να ολοκληρωθεί η αφήγηση. (Η ΕΠΟΧΗ 24-25/1/2026)
]]>Είδα την ταινία στο ERT FLIX και επειδή που προξένησε ενδιαφέρον η άμεση αναφορά σε “πολιτικούς κρατούμενους”, είπα να γράψω δύο λόγια.
Η υπόθεση
Ένας πολιτικός κρατούμενος, ο Στέφος Πέργαμος, εκμεταλλευόμενος το ναυάγιο του πλοίου που τον μεταφέρει στον τόπο εξορίας, καταφέρνει να φτάσει κολυμπώντας στην κοντινή ακτή. Εκεί αναζητά καταφύγιο σε μια καλύβα που ανήκει στην καπετάν-Νικόλα, έναν κτηματία της περιοχής, ο οποίος θα του επιτρέψει να μείνει εκεί και θα του προσφέρει δουλειά. Η όμορφη και κατά πολλά χρόνια νεότερη γυναίκα του καπετάν-Νικόλα, η Κατερίνα, που αρχικά αντέδρασε στην απόφαση του συζύγου της να βοηθήσει τον Στέφος, σύντομα θα νιώσει μια ανεξέλεγκτη ερωτική σχέση γι’ αυτόν. Ο Στέφος από τη μεριά του, επειδή δεν θέλει να προδώσει τον άνθρωπό που τον βοήθησε προσπαθεί να αποκρούσει τα ερωτικά καλέσματα της Κατερίνας και δημιουργεί σχέση με τη Φωτούλα, μια φτωχή κοπέλα που, με τη σειρά της βρίσκει παρηγοριά στην αγκαλιά του νεαρού άνδρα αφού την έχουν εγκαταλείψει ήδη τρεις μνηστήρες. Και ενώ ο Στέφος, παρά τις αντιστάσεις του, τελικά υποκύπτει στο ερωτικό πάθος που νιώθει για την όμορφη σύζυγο του καπετάν-Νικόλα, εμφανίζεται ο πρώην εραστής της Κατερίνας, ο Άγαλος, ο οποίος την διεκδικεί. Και σα να μην έφταναν όλα αυτά, ο καπετάν-Νικόλας μαθαίνει για την ερωτική σχέση της γυναίκας του με τον νεαρό προστατευόμενό του. Έτσι καταλήγουμε σε ένα όχι αίσιο φινάλε της όλης ιστορίας.

Σύντομη κριτική και λογοκρισία
Πρόκειται για μια ταινία που είναι βασισμένη σε γνωστό μοτίβο: Παντρεμένο ζευγάρι με τη σύζυγο πολλά χρόνια μικρότερη από τον σύζυγο, φιλοξενεί νεαρό άνδρα. Σύντομα η γυναίκα και ο φιλοξενούμενος συνάπτουν ερωτική σχέση εν αγνοία tου συζύγου.
Υπάρχει μια πλοκή, συμβαίνουν διάφορα περιστατικά που συνδέονται από μια σειρά κλισέ. Η ταινία δε διαθέτει ξεχωριστές σκηνοθετικές αρετές. Παρόλα αυτά ο Στέλιος Ζωγραφάκης αναπτύσσει την αφήγηση και τους χαρακτήρες του με συνέπεια και με τέτοιον τρόπο που να διατηρεί το ενδιαφέρον του θεατή. Υπάρχουν κάποιες σεναριακές αδυναμίες. Για παράδειγμα δεν εξηγείται επαρκώς το πως ο Στέφος πηγαινοέρχεται στο χωριό ενώ τον αναζητά η αστυνομία. Παρόλες τις αδυναμίες όμως η ταινία του Ζωγραφάκη έχει ένα ξεχωριστό ενδιαφέρον και γι’ αυτόν το λόγο αποφάσισα να αναφερθώ σε αυτήν. Είναι η μοναδική -όσον είμαι σε θέση να γνωρίζω τουλάχιστον- η οποία αναφέρεται ανοιχτά στους πολιτικούς κρατούμενους που υπήρχαν εκείνα τα χρόνια στη χώρα μας. Μάλιστα, σύμφωνα με την ΕΡΤ (η ταινία διατίθεται στο ERTFLIX), η ταινία είναι του 1967, χρονιά που ξέσπασε το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου. Υποθέτω ότι η ταινία είχε ολοκληρωθεί πριν από τον Απρίλιο. Υποθέτω επίσης ότι θα παρενέβη η λογοκρισία είτε για να απαγορεύσει την προβολή της είτε για να κόψει τις επίμαχες αναφορές στους “πολιτικούς κρατούμενους”. Μάλιστα υπάρχει και μια θετική αναφορά σ΄αυτούς, όταν ο καπετάν-Νικόλας ικανοποιημένος από τη διαγωγή και από τη δουλειά του Στέφου του λέει “αναρωτιέμαι καμιά φορά γιατί να κυνηγούν ανθρώπους σαν εσένα”.

Ψάχνοντας εδώ κι εκεί για να βρω απαντήσεις, ανακάλυψα ότι το 1966, η λογοκρισία είχε κόψει την επίμαχη φράση «εξορία για πολιτικούς λόγους». Έτσι φαίνεται ότι η ταινία δεν είναι του 1967 αλλά ολοκληρώθηκε το 1966 και άρχισε να προβάλλεται από το επόμενο έτος. Και όχι με τον τίτλο «Ο δραπέτης» αλλά με τον πιο αβανταδόρικο «Έρωτας στην καυτή άμμο»!
Η λογοκρισία, λοιπόν, που εκείνα τα χρόνια “έδενε κι έραβε”, έκοψε εκτός από την αναφορά στους πολιτικούς κρατούμενους και δύο “τολμηρές” ερωτικές σκηνές. Οι οποίες δύο έγιναν τέσσερις το 1968, όταν πλέον η χούντα είχε κάτσει για τα καλά στο σβέρκο των Ελλήνων.
Στην ενδιαφέρουσα, για όλους τους λόγους που προανέφερα, αυτήν ταινία πρωταγωνιστούν σημαντικοί ηθοποοί του ελληνικού κινηματογράφου. Συγκεκριμένα οι:
Σπύρος Φωκάς (Στέφος), Έλενα Ναθαναήλ (Κατερίνα), Μάνος Κατράκης (καπετάν-Νικόλας), Τάκης Εμμανουήλ (Άγαλος), Νίκη Τσιγκάλου (Φωτούλα).
Ο Στέλιος Ζωγραφάκης έχει σκηνοθετήσει επίσης τις ταινίες:
«Νταντά με το ζόρι» (1959), «Ο καλός μας άγγελος» (1961), «Ο διάβολος και η ουρά του» (1962), «Όσα κρύβει η νλύχτα» (1963), «Ο Αριστείδης και τα κορίτσια του» (1964), «Έρωτας στην καυτή άμμο» (1966), «Κολωνάκι, διαγωγή μηδέν» (1967). Ο «Δραπέτης» ήταν η τελευταία ταινία του.
Στο διαδίκτυο δεν κατάφερα να βρω ούτε βιογραφικά στοιχεία ούτε φωτογραφία του Στέλιου Ζωγραφάκη.
]]>Στο Στάντφορντ, το 1580, ο νεαρός Ουίλιαμ διδάσκει Λατινικά στα παιδιά μιας οικογένειας, προδσπαθώντας έτσι να ξεπληρώσει ένα μέρος από τα χρέη που έχει απένατί του ο γαντοποιός πατέρας του.
Όμως ο Γουίλ ερωτεύεται τη μεγαλύτερη κόρη τους, την Άγκνες, που σαν ξωτικό περιφέρεται στο δάσος με το γεράκι της μαζεύοντας βότανα και κουβαλώντας τη φήμη πως είναι κόρη μάγισσας. ΟΙ δυο νέοι αποφασίζουν να παντρευτούν παρά τις αντιρρήσεις που εκφράζουν οι οικογένειές τους. Σύντομα αποκτούν μία κόρη, τη Σουζάνα και λίγο καιρό η Άγκνες θα γεννήσει και τα δίδυμα τον Άμνετ και την Τζούντιθ. Και ενώ ο Γουίλ φεύγει για ο Λονδίνο, όπου ζει για μεγάλα χρονικά διαστήματα για να βγάλει περισσότερα χρήματα ως γαντοποιός, η ασθενική Τζούντιθ αρρωσταίνει βαριά. Τότε είναι που ο Άμνετ, ο οποίος υπεραγαπά την αδελφή του, προσπαθεί να πάρει τη θέση της με αποτέλεσμα να συμβεί ακριβώς έτσι. Δηλαδή να πεθάνει αυτός και να ζήσει η Τζούντιθ. Η Άγκνες συντετριμμένη σπαράζει από τον πόνο ενώ ο Γουίλ που ήρθε στο Στάντφορντ και είδε το γιο του νεκρό, επιστρέφει στο Λονδίνο όπου και προσπαθεί να γλυκάνει το δικό του πόνο μέσα από την τέχνη.

Η ταινία της Κλόι Ζάο «Άμνετ» (Amnet), που είναι βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο τα ιρλανδής συγγραφέως Μάγκι Ο’ Φάρελ, είναι μια μυθιστορηματική μεταφορά μιας περιόδου από τη ζωή του Γουίλιαμ Σαίξπηρ, για την οποία ούτως ή άλλως τα στοιχεία είναι συγκεχυμένα, και ιδίως των γεγονότων εκείνων που τον ενέπνευσαν να γράφει το αριστούργημά του «Άμλετ». Άλλωστε το όνομα Άμνετ χρησιμοποιούνταν εκείνη την εποχή εναλλακτικά με το Άμλετ.
Η Κινέζα σκηνοθέτρια Κλόι Ζάο, μπήκε δυναμικά στη διεκδίκηση των Όσκαρ με 7 υποψηφιότητες, αφού προηγουμένως έχει κερδίσει τις Χρυσές Σφαίρες καλύτερης ταινίας και γυναικείου ρόλου για την Τζέσι Μπάκλει. Η αλήθεια είναι ό,τι η ταινία εντυπωσιάζει με την κομψότητά της. Τα πανέμορφα, ισορροπημένα και φωτισμένα πλάνα μοιάζουν με πίνακες ζωγραφικής που ξαφνικά απόκτησαν κίνηση. Είναι στιγμές που νιώθεις την εικόνα να εισχωρεί μέσα σου και να συνομιλείς με την ίδια την τέχνη. Δεν υπάρχει στιγμή που ως θεατής να μην απόλαυσα την πανδαισία των εικόνων που κυλούσε μπροστά στα μάτια μου. Η Ζάο “έπαιξε” με τις αισθήσεις του θεατή και έπαιξε καλά. Χωρίς να έχω διαβάσει το βιβλίο της Μάγκι Ο’ Φάρελ, έχω την εντύπωση ότι αφηγήθηκε με επιτυχία τη μυθιστορηματική εκδοχή της ζωής του μεγάλου Άγγλου δραματουργού. Και το άκρως ενδιαφέρον είναι πως ο μη ψυλλιασμένος θεατής, δηλαδή εκείνος που δεν γνωρίζει το θέμα της ταινίας κι ανακαλύπτει κάπου στο μέσο της ότι ο Γουίλ δεν είναι άλλος από τον Σαίξπηρ, νιώθει μία έκπληξη, σαν κάτι να ξεκλειδώθηκε μέσα του και να λύθηκε ο γρίφος.
Κατά τα λοιπά, και έχοντας ακούσει ότι πρόκειται για ένα δραματικό φιλμ που φέρνει δάκρυα στα μάτια των θεατών, πήγα προετοιμασμένος για πολύ κλάμα. Και καθώς -δεν το κρύβω- είμαι ευσυγκίνητος, εφοδιάστηκα, ας πούμε, με ένα πακέτο χαρτομάντηλα. Δεν ξέρω όμως τι μου συνέβη, ίσως ξαφνικά να έγινα κυνικός, αλλά η ταινία πέρα από μία φυσιολογική δόση συγκίνησης, δεν μου δημιούργησε τα συναισθήματα που δημιουργεί ο θάνατος ενός μικρού παιδιού! Γιατί συνέβη αυτό; Μήπως η επιδίωξη της πρόκλησης συγκίνησης εκ μέρους της σκηνοθέτριας έμοιαζε εκβιαστική και έφερε, σε μένα τουλάχιστον, το αντίθετο αποτέλεσμα;
Θα ήθελα ακόμη να ομολογήσω ότι το πρώτο μέρος, που ήταν κυρίως περιγραφικό και εισαγωγικό για τι θα επακολουθήσει, με κούρασε. Σεναριακά επίσης, υπήρχαν κάποιοι αναχρονισμοί. Για όλα αυτά με πρόλαβε και έγραψε αναλυτικά ο συνάδελφος Σωτήρης Ζήκος στο δικό του κριτικό σημείωμα. Ότι δηλαδή κάποιες συμπεριφορές των ανθρώπων του 21ου αιώνα δεν συνηθίζονταν από τους ανθρώπους του 16ου αιώνα, όπως αυτές εμφανίζονται στην ταινία. Για παράδειγμα, η ερωτική σκηνή στο τραπέζι μου έφερε στο μυαλό τον «Ταχυδρόμο χτυπάει πάντα δυο φορές» Και όπως πρόλαβε και έγραψε ο Ζήκος “(…)τότε οι ερωτευμένοι νέοι δεν πρωτοέκαναν σεξ σε τραπέζια της κουζίνας (…)” όπως η Τζέσικα Λανγκ και ο Τζακ Νίκολσον!
Βέβαια υπάρχουν και εκείνα τα σημεία που απογειώνουν την ταινία. Το πρώτο είναι όταν ο μικρός Άμνετ αγκαλιάζει την άρρωστη αδελφούλα του Τζούντιθ ώστε η αρρώστια να πάρει εκείνον. Και βέβαια το φινάλε, ένα λυτρωτικό από όλες τις απόψεις φινάλε που επιχειρεί να συνοψίσει τη λειτουργία της τέχνης, τη σχέση της με την αληθινή ζωή και τον ανεξήγητο εκείνον μηχανισμό που συνδέει την ψυχή με το πνεύμα.
Η Τζέσι Μπάκλεϊ είναι συγκλονιστική. Συμμετέχει ολόκληρη, γίνεται ένα με την Άγκνες, με κάθε κίνηση του σώματός της, με κάθε σύσπαση των μυών του προσώπου της, με τα μάτια της. Μια μεγάλη ερμηνεία που, δεν ξέρω αν θα της χαρίσει το Όσκαρ, αλλά που σίγουρα δε να ξεχαστεί εύκολα.
Πάντως αν κάτι επιτυγχάνει η Κλόε Ζάο είναι το δέσιμο της αληθινής ζωής με το θέατρο. Το πως δηλαδή το δεύτερο επηρεάζεται από την πρώτη, πως επιχειρεί να την αντιγράψει. Και εν προκειμένω πως έρχεται μια άλλη τέχνη, ο κινηματογράφος για να συνδέσει τους δύο κεντρικούς χαρακτήρες. Αφενός την Άγκνες που αντιπροσωπεύει τον αληθινό κόσμο αφετέρου τον Γουίλ που είναι ο κόσμος της απόδρασης, της φαντασίας, του θεάτρου. Δυο κόσμοι που συγκρούονται αλλά και αλληλοσυμπληρώνονται, καθώς, όπως φαίνεται, έχει ανάγκη ο ένας τον άλλον.
Εν τέλει νομίζω ότι η Κλόε Ζάο έκανε μια ταινία στην οποία βασική πρωταγωνίστρια είναι η Άγκνες. Η γυναίκα που συγκρούστηκε, αμφισβήτησε, πόνεσε, αγάπησε και τέλος προσπάθησε να μάθει την αλήθεια που την οδήγησε στην προσωπική της λύτρωση.
]]>Συνέντευξη: Γιώργος Κέρεκες
Ο Τίτους Μίλεχ, Γερμανός ψυχίατρος, μετά από πολλά χρόνια άρνησης της καταγωγής του, λόγω της ναζιστικής κληρονομιάς, ξεκινά ένα ταξίδι επιστροφής στη γενέτειρά του, τη Γερμανία. Ένα ταξίδι στον χώρο και στον χρόνο των εγκλημάτων του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου.
Επισκέπτεται τόπους μνήμης και ανθρώπους σε μια προσπάθεια κατανόησης της ιστορικής αλήθειας, και αναζήτησης απαντήσεων για τον παραλογισμό του παρελθόντος. Περισσότερο από μια βιογραφία, πρόκειται για την υπαρξιακή αναζήτηση ενός ανθρώπου που διασχίζει το χρονικό της ανθρώπινης σκληρότητας, με στόχο την αυτογνωσία και τη συμφιλίωση με το παρελθόν.

Η ταινία «Επιστροφή στην πατρίδα», της Χρύσας Τζελέπη και του Άκη Κερσανίδη είναι βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο του Τίτους Μίλεχ.
Βραβείο της Πανελλήνιας Ένωσης Κριτικών Κινηματογράφου στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ Θεσσαλονίκης και Βραβείο Κοινού στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου των Χανίων.
Στον κινηματογράφο ΔΑΝΑΟΣ Πέμπτη 22, Παρασκευή 23, Σάββατο 24, Κυριακή 25 και Τετάρτη 28 Ιανουαρίου.
ΜΙΑ ΣΥΖΗΤΗΣΗ ΜΕ ΤΟΥΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΟΥΣ ΤΗΣ ΤΑΙΝΙΑΣ ΧΡΥΣΑ ΤΖΕΛΕΠΗ ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΚΗ ΚΕΡΣΑΝΙΔΗ
- Ποιο ήταν το ερέθισμα για να κάνετε τη συγκεκριμένη ταινία;
Το αρχικό ερέθισμα ήταν ο τρόπος που αντιμετωπίζει ο Τίτους Μίλεχ τα εγκλήματα του Β’ παγκοσμίου πολέμου που προκάλεσε η χώρα του στο βιβλίο του «Ο τόπος του εγκλήματος – Γερμανία ανοίκεια πατρίδα». Ένας άνθρωπος αναλαμβάνει να κουβαλήσει στις πλάτες του το Ιστορικό βάρος μιας ολόκληρης χώρας. Το θάρρος, η ενσυναίσθηση, αλλά και η έκθεση του ίδιου του συγγραφέα στην προσπάθεια της διαχείρισης του τραύματος μέσα από μια προσωπική οδύσσεια έτσι όπως καταγράφεται στο βιβλίο ήταν για εμάς ένα πρωτόγνωρο σοκ. Στη συνέχεια συζητώντας μεταξύ μας για τις εντυπώσεις που μας προκάλεσε το βιβλίο διαπιστώσαμε ότι όλες αυτές οι σκέψεις, τα συναισθήματα και οι φόβοι που περιγράφονται εκεί αξίζει να αποκτήσουν κινηματογραφική οντότητα. Να καταγραφούν σε φιλμ, να γίνουν εικόνες και ήχοι. Και ξεκινήσαμε το ταξίδι.

- Πώς αντιμετωπίζει σήμερα μετά από τόσα χρόνια που ζει εκτός Γερμανίας τη γερμανικότητά του ο ήρωάς σας;
Ο Τίτους Μίλεχ μέσα στο βιβλίο του ασκεί κριτική στην έννοια της «γερμανικότητας» θεωρώντας την ως ένα στοιχείο που οδήγησε στην αίσθηση ενός είδους ανωτερότητας που αξιοποιήθηκε στο έπακρο από το ναζιστικό καθεστώς. Με αυτούς του όρους η «γερμανικότητα» είναι κάτι που ο ήρωας της ταινίας μας προσπαθεί να αποτινάξει από πάνω του. Έχει επιλέξει έναν τρόπο ζωής αποστασιοποίησης από την πατρίδα του εδώ και αρκετά χρόνια αλλά βέβαια όπως λέει ο ίδιος δεν μπορεί κανείς εύκολα να ξεφύγει από τις ρίζες του. Κάθε επιστροφή στην πατρίδα του είναι μια αναμέτρηση με την ιστορία και ταυτόχρονα με την προσωπική και συλλογική μνήμη.
- Πώς βιώσατε ως συνταξιδιώτες το ταξίδι του ήρωά σας στο χώρο και στο χρόνο;
Ξεκινήσαμε αυτό το συναρπαστικό ταξίδι με τον Τίτους Μίλεχ με αποσκευές όλο το συγκινησιακό φορτίο που κουβαλάει ο ίδιος. Συναντήσαμε ανθρώπους που το κουβαλούν κι αυτοί για να διαπιστώσουμε ότι το τραύμα είναι ακόμη ανοιχτό και το συναντάς σε κάθε σου βήμα. Κάθε ταξίδι είναι ένα διαφορετικό βίωμα, «ποτέ δεν περνάς το ίδιο ποτάμι». Το σώμα μας περιηγήθηκε στο παρόν, η ψυχή μας ταξίδεψε στο παρελθόν και οι σκέψεις μας ήταν προσηλωμένες στο μέλλον. Αυτό το ταξίδι ελπίζουμε ότι θα κάνουν μέσα από την ταινία και οι θεατές. Αντικρίσαμε τη φρίκη του εγκλήματος μέσα από τα απόκοσμα παγωμένα τοπία των στρατοπέδων συγκέντρωσης. Όπως λέει και η μητέρα του Ζαν Λουί κρατούμενη στο στρατόπεδο Ράβενσμπρικ (Ravensbrück), «περπατήσαμε επάνω στη στάχτη από τα κρεματόρια». Ανασάναμε τον ψυχρό αέρα των τελευταίων αναπνοών όλων αυτών των ανθρώπων που άφησαν εκεί τις ψυχές τους. Αυτές οι εικόνες του παρελθόντος παραδόξως μοιάζανε σαν εικόνες από το μέλλον. Γιατί δεν φαίνεται ο σύγχρονος κόσμος μας να έχει κατανοήσει σε βάθος το σκοτάδι που φέρνει το μίσος προς τον συνάνθρωπό. Το βλέπουμε καθαρά σήμερα με το μεταναστευτικό. Η σημερινή κατάσταση στην Ευρώπη και στον κόσμο δυστυχώς δεν δείχνει ότι το μέλλον θα είναι πολύ διαφορετικό. Υπάρχει βέβαια πάντα η ελπίδα να αλλάξει η ροή των πραγμάτων. Ίσως όπως λέει ο Τίτους αυτό να συμβεί μόνο όταν «σταματήσουμε να λέμε στον εαυτό μας παραμύθια και αφήσουμε τον καθένα να διηγηθεί τη δική του ιστορία. Ας ακούσουμε την ιστορία του άλλου. Ας σταματήσουμε κι ας αφουγκραστούμε για να ακούσουμε καλύτερα.»
- Μέχρι τώρα σκηνοθετείτε αποκλειστικά ντοκιμαντέρ. Το προτιμάτε ή είναι κάτι τυχαίο; Σκέφτεστε να γυρίσετε κάποια ταινία μυθοπλασίας;
Πρόκειται για μια συνειδητή επιλογή που έχει να κάνει περισσότερο με την ελευθερία που προσφέρει η φόρμα του ντοκιμαντέρ όσον αφορά τη διαδικασία αλλά και για μια τάση – αγάπη προς το «πραγματικό» ή το «αληθινό» αν θέλετε, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι αυτά τα δύο δεν μπορούν να υπάρξουν και σε ταινίες μυθοπλασίας. Άλλωστε όπως έχει ειπωθεί « κάθε μυθοπλασία τείνει προς το ντοκιμαντέρ και κάθε ντοκιμαντέρ στην μυθοπλασία». Για μας είναι και τα δύο κινηματογράφος και φέρνουν το ίδιο βάρος. Επεξεργαζόμαστε κάποιες ιδέες για μυθοπλασία. Πάντως όλα τα σχέδια για μυθοπλασία που κατά καιρούς συζητάμε έχουν σαν σημείο εκκίνησης την πραγματικότητα, ή την αντίληψή της. (Η ΕΠΟΧΗ 17-18/1/2026)
]]>