
Λακούβα
Μέσα στα πράγματα κι έξω απ’ αυτά
ό,τι κυλάει κι ό,τι σκαλώνει στα περιθώρια
στις όχθες
πάνω σε μικρά βρεγμένα ξυλαράκια
κομμάτια από δέντρα που έζησαν κάποτε.
–
Μέρες με πρωινή περιδίνηση
μέρες που περνούν
βαθουλώματα στον δρόμο και ποιον
να κατηγορήσεις
τον δήμο που δεν φροντίζει
το βάρος των αμαξιών
τα κτήνη.
–
Να τρέχεις στα πεζοδρόμια
αυτό κι αν είναι πάλη.

το ρέμβασμα

Είναι η ψυχή ένα σύννεφο
πάνω απ’ την γενέθλια πόλη
τις πλείστες μέρες, χωμένο, αδιαχώριστο
στο σώμα τ’ ουρανού
Όμως κατά τις διάφανες ώρες, για παράδειγμα
σε μια βόλτα πρωινή, σ’ ένα ρέμβασμα
πίνοντας καφέ με τον Θανάση
παίρνει το σχήμα του θάρρους
ακανόνιστο, εντυπωσιακό
διάτρητο και συμπαγές
δευτερολεπτιαία αιώνιο
σύννεφο περίοπτο
φύλακας αναπνοών.
γυναίκα σαμουράι φυλάει τον ουρανό

Η δίψα για ύλη που μετασχηματίζεται, εκφράζεται άριστα
μ’ ένα σύννεφο, άλογο
που καλπάζει στην οροσειρά της Ροδόπης μέχρι να γίνει
πέλαγος και κύκλοι ομόκεντροι, μπαμπάκια για τις πληγές μας, η Τομόε Γκοζέν στην ραχοκοκαλιά ενός ουράνιου ψαριού,
και τίποτα.
Τα περιγράμματα. Τα περιγράμματα παντός είδους, ακαθόριστα
σχήματα χωραφιών, δέντρα σε κινούμενη τροχιά, πυλώνες της ΔΕΗ,
τα νυχτερινά φώτα των αμαξιών που μόλις άναψαν, όλα μαζί,
φτιάχνουν σε κάθε ανοιγοκλείσιμο του ματιού
μια μοναδική χορογραφία.
Συναποτελούν το ιδεώδες. Τελικά,
το φευγαλέο σύνολο μιας εντύπωσης είναι κάτι παραπάνω
από αυτό που είναι.
καλοκαίρι ρεαλισμού

Επιστρέφοντας στο αθώπευτο
δε μπορείς παρά να εκτιμήσεις ό,τι
μεσολάβησε για να
μαλακώσει η αναλγησία.
–
Τα χέρια έχωνες στις ακανθώδεις βατσινιές
για μερικά νόστιμα βατόμουρα.
Ήλιος δεν ζέσταινε γλυκά, η θάλασσα
υστερούσε σ’ αλμύρα, άνθρωποι
στέκανε απειλητικοί
στο χώμα να καρφώσουν θυμωμένες
ομπρέλες.
–
Όταν αναπόδραστες αφορμές φέρανε τριγμούς
κοσμογονία
τρύπησε βαθιά την θάλασσα, χώρισε
στα δυο
κι ω του θαύματος
τριγμέ μου,
αέρας ξήλωσε τις εγωπαθείς επεκτάσεις
των εποχικών φτηνό-εγκαταστάσεων.
Σώζεται μια μάχη που δεν ήξερες ότι δίνεις.
–
Η καινούρια ακτή δεν καταπατά
καμία ελευθερία
φυκιασμένη κι ήσυχη, δροσίζεται
από κύμα που ξεβράζει η κάθε μέρα.
Μοναδική αυθαιρεσία
ο λουκουματζής με το σομπρέρο
και τα γέλια των παιδιών.
παγκόσμια ημέρα παραίτησης
Όλοι αυτοί οι άνθρωποι, κορίτσια καριέρας
μικροπόλεμοι μίας αδυσώπητης σφαίρας
Κωνσταντίνος Βήτα 2002
Έλαμπαν οι φύτρες
άστραφταν τα δόντια
ο ιδρώτας ευωδίαζε
γιόρταζες
όταν ήρθες να με βρεις
μετά την παραίτηση
ξαλαφρωμένη σαν λεχώνα
απ’ τ’ ατέρμονα υπολογιστικά φύλλα
τις προσθαφαιρέσεις
βρέφος σε ανυποταξία
ξέρω αυτό το αίσθημα
της ύπτιας πλεύσης
σου αφιερώνω
αναλογικά φιλιά με ήχους
ηλεκτρονικούς
κι απ’ το 2002 πολλά έχουν αλλάξει
αλλά η γιορτή σου
γλιτώνει το μέσα μου
απ’ την αποστροφή.

κυοφορώντας μιαν ήπειρο
beseeching
στην έξοδο
Αποχαιρετώντας την μεσαία μικρή πόλη
ανισόπεδοι δρόμοι τραντάζουν
τη νεογέννητη μελαγχολία των χεριών
θα αργήσει να κάνουν πως αγγίζουν ξανά
πως αγγίζονται
θα γίνουν συρματόβουρτσες για άτριχη κεφαλή
ως τα τέλη Μάρτη.
–
Γιατί η μικρή πόλη
επανασυστήθηκε
παίρνει σχήμα πολυδαίδαλο
και συμπαγές, χοντρής πλέξης.
–
Νυχτερινή η διαδρομή
λίγα φωτίζονται τριγύρω
μονάχος ένας μεθύστακας παραπατάει
σύρσιμο κανονικό
σε μια διασταύρωση στο Κοκκινόχωμα
δυο νεαρά παιδιά θέλουν
να κατεβούν στην Ελευθερούπολη
ένα κορίτσι έρχεται να καθίσει μπροστά
γιατί νιώθει ναυτίες
κι έχουμε δρόμο.
εποχή των βροχών
Έφτασαν οι βροχές και στο νησί
πάνω, λένε, κρυώνουν κάνα μήνα τώρα
εδώ είναι αλλιώς
Στρατή Μυριβήλη, τσαλαβουτώντας στο νερό της καταιγίδας
μούσκεψαν τα παπούτσια, πάνινα
ως την κάλτσα, ως το δέρμα, απελπίστηκαν τα πόδια μου
έτρεμα μην πάθω κακό
κουμπώθηκα σφιχτά στο στήθος
δυο κουμπιά όλα κι όλα το παλιό δερμάτινο
φερμουάρ ξεχαρβαλωμένο
μόνιμα
σε αποφυγή το πέταμα
κρυωμένη ήδη, έσερνα το ρίγος
από τα στενά
Μάντζαρου
δεξιά και φτάνουμε, μου έλεγα
ήρθα στην μικρή σπηλιά
να κουκουλωθώ, να με στεγνώσω
να ξαλεγράρω
μήπως καταλάβω τι στο καλό κάνω εδώ.
16.10.2021
Μυτιλήνη, οδός Ζακύνθου

φωτογραφία/Εύη Καραγιώργη

