ξύπνησα
μετά από δυο αιώνες
ανάμεσα στα πεύκα με τα τζιτζίκια
να γελάω όπως τότε
με ανθρώπους που μένουν ίδιοι
όμως δεν είμαι πια η ίδια
γίνομαι πιο ξένη σε αυτόν τον κόσμο
που προσπαθώ να κρατηθώ
μα κάθε τόσο πέφτω στη γη
και φυτρώνουν τρομαγμένα όνειρα στο χώμα
και μετά πετώ στον ουρανό
τεντώνοντας τα χείλη μου
μη πάει και χαμηλώσουν
και κάθε φορά ο ίδιος κύκλος
να σκληραίνει το καβούκι για να μη σπάσει η ψυχή
να σ’ αποχαιρετήσω
δεν ξύπνησα
δώρο
από κάποιο άλλο σύμπαν
που ταξίδεψες
στον κόσμο μας
για να συναντηθούμε
κάτω
από έναν ψίθυρο του Dowland
δίψα
είσαι εσύ
που με με κάνεις να σκέφτομαι επικίνδυνα γιατί
διψάω
για σκοτάδι
τώρα
και τότε
εσύ που
πάντα
περιμένεις το φεγγάρι κοιτώντας τα σύννεφα
κι εγώ
που αναπνέω
μονάχα
δυο αιώνες
μακριά
σου
στο σκοτάδι
ψιθύρισε
κουράστηκα να χάνω τον εαυτό μου
κοιτούσε με κείνα τα υγρά μάτια
και περίμενε
λύσ’ το, είπες
whatever it takes
οι εαυτοί
είναι εκείνο το τρελό πράγμα
που μας ενώνει
και μας χωρίζει
εμείς
που πολεμάμε αυτό που είμαστε
γιατί δεν το θελήσαμε
έγινε
γίναμε
μα εκείνο δεν σβήνει
θέλει να είναι αυτό που είναι
κι εμείς δεν το αφήνουμε
αυτό είναι που με ταράζει
Χέρια
με ρούφαγες και σου δινόμουν
κι αφηνόμουν στα χέρια σου
που ξέρουν πως να κρατάνε ένα κορμί μου τρέμει
χέρια που ξέρουν εμένα
τα χέρια σου
πως είσαι
εγκλωβισμένη σ’ εναν κόσμο χωρίς την ποίηση των λέξεών σου
έχω για να κρατιέμαι μονάχα κάτι λίγα ψίχουλα
σκόρπια
στην αιωνιότητα που βυθίστηκα γιατί λείπεις
εσύ με την αοριστία σου που μ’ έμαθε πως κλίνεται η αμηχανία
μα -πόσο μάταιο- τώρα όλα ένα μηδέν
δίχως αρχή και τέλος
δεν ανασαίνω
δεν σε φτάνω
εγώ στο μηδέν
εσύ στο άπειρο
Τι γύρευες;
Τύφλα στο μεθύσι
μ’ έλουσες με τέτοιον έρωτα
που ονειρεύομαι ακόμα την ανάσα σου
που μ’ απαρνήθηκε
κι οι κόρες βούρκωσαν
κι έσταξαν θάλασσες γεμάτες αρμύρα
σαν το πρώτο μας φιλί
που ‘χε μια γεύση τρικυμίας -ε, μπύρας-
μα τι γύρευες;
Nocturne
δυο πληγωμένες ψυχές
που ζητάνε η μια την άλλη
μέσα σε άδειες φωτογραφίες
και κενά μηνύματα
αυτό μας έμεινε
αυτό που λείπει
άφησε εμένα να σε ψάξω
εγώ δεν ήθελα μια ήσυχη ζωή
…….
ένα γκρίζο σύννεφο
σκέπασε τον μπλε ουρανό
και γέμισε ο κόσμος σκιές
κι έβρεξε
και πλημμύρισα ήχους