«Κάποιος έψαχνε κάποιον, κι αυτός ήμουν εγώ».
Σωκράτης Μάλαμας

Γράφει η Μαρίνα Καρτελιά
Κάθε φορά όταν ξεκινώ να γράψω για το καινούργιο βιβλίο δυσκολεύομαι να το αποφύγω, επομένως γιατί να το παλεύω και τώρα; Ποιο;
Μα το να βρίσκω νήματα, ως πίσω, ως πέρα, ως ενδιάμεσα, σε όλο του το συγγραφικό έργο. Στις εκδόσεις ακόμα των σεφαραδίτικων τραγουδιών, στην σταχυολόγηση των απάντων για τον μεγάλο ποιητή Γιωσέφ Ελιγιά, στην χαρτογράφηση των βημάτων της επιστροφής των Ελλήνων Εβραίαων Ξανά στη Σαλονίκη, στο προηγούμενο βιβλίο για τον Θανάση Παπακωνσταντίνου, υπάρχουν νήματα που όλα αυτά τα συνδέουν, και όχι μόνο γιατί τα γράφει ο ίδιος άνθρωπος.
Τα γράφει η εξέλιξή του. Αυτός που έχει γινει ως τώρα, ως το παρόν βιβλίο, που μαζί με το διάβασμά του φτιάχνω ταυτόχρονα κατά παράδοση και τη λίστα αναπαραγωγής για τη γνωστή πλατφόρμα που θα βρείτε στο τέλος του κειμένου.
Το βιβλίο πάλι είναι ποτάμι, γεμάτο γέφυρες που είναι οι υπογραμμίσεις μου, και μου συνδέουν συνειρμικά, γιατί γράφτηκε; Και τι θέλει να πει ο συγγραφέας στον κόσμο, πέρα απ΄το να «πει παραμύθια για να ξορκίσει το κακό;». Γιατί ναι, ξεκάθαρα, ένας στόχος του γράφοντα είναι να πει παραμύθια, όχι μύθους, να εξιστορήσει την ιστορία, χωρίς πολλές φορές καν να την αρθρώσει, και μέσα απ΄τη διήγηση να ζωγραφίσει τον κόσμο κατά Λέοντα Α. Ναρ.
΄Ενας κόσμος που συναντιέται με αυτόν του Μάλαμα, γιατί υπάρχουν αύρες κοινές, ίσως κοινά ζητούμενα. Πάντως υπάρχουν στοιχεία που κάνουν κλικ για όλους μας και διψάνε, φωνάζουν για ανάδειξη. Κι ο Λέων Α. Ναρ, αναλαμβάνει με τη γραφίδα και την χειρουργική ακρίβεια της ακίδας της πένας, να βγάλει στην επιφάνεια αυτά τα μαγικά στοιχεία, ή στοιχειά, που κάνουν τα τραγούδια μεγάλα, τη μουσική απέραντη κι απέθαντη και την παράδοσή της αμετάκλητη.
Κι ως γνωστόν και σ΄όλους μας αλλά και στον συγγραφέα πρωτίστως, την παράδοση δεν την παραλαμβάνουμε, την παραδίδουμε στις επόμενες γενιές, στους ανθρώπους, στον έξω νου που δέχεται να την καταγράψει. Κι ο Μάλαμας, με τα αντιφατικά του ακούσματα, λαϊκά και ροκ, είναι πολύ σεμνός να το πει, όμως αυτό το παραμύθι του, η καταβολή του, η αποστολή κι ο στόχος που ίσως ερήμην πετυχαίνει, είναι να συνεχίσει την παράδοση, να την παραδώσει στους από κάτω, μια κι εκείνον τον «πρόσεξαν» οι αποπάνω. Ο Παπάζογλου, ο Θεοδωράκης, όλες οι καταβολές του και τα σημάδια τους που άφησαν στην «παραγωγή» της μουσικής του.
Και μήπως κι ο Ναρ δεν κάνει το ίδιο; Τον «πρόσεξαν» οι αποπάνω, και τώρα εκείνος διαφυλάττει, διηγείται και μας παραδίδει με τη γνωστή επαγγελματική του ευσυνειδησία αυτή την κοπιώδη, αναδιφιτική διπλωματική εργασία. Διπλά μάτια έχει, του έξω παρατηρητή και του εξωλκέα συναισθημάτων, αφού καταφέρνει το Μάλαμα να πει και να εκφράσει όσα δεν ελπίζαμε να μάθουμε ποτέ, ούτε «στα παραμυθια» που μας λέει για να ξορκίσει το κακό».
Ο Μάλαμας μιλάει για το σώμα της μουσικής, για τους ταπεινούς εργάτες, τους φάρους που τον οδήγησαν από το σκοτάδι στο φως της δημιουργίας. Στους λαϊκούς δρόμους και στο στίχο, που πρέπει να λέει την αλήθεια του Σωκράτη, που βασανίζει και βασανίζεται για να βγει, οι εικόνες πολλές φορές μπερδεύουν ή πνίγουν, δεν τον ενδιαφέρει η υστεροφημία, τον ενδιαφέρει να νιώσει πρώτα, ύστερα να διηγηθεί, να αναρωτηθεί και ν΄αφήσει όσες καρδιές αγγίξει με τα τραγούδια του να κυνηγήσουν την απάντηση.
Περί το μισό του βιβλίου, γιατί πριν ποτέ δεν «μαρτυρά» ο Ναρ προθέσεις και εσωτερικότητα, σιγά σιγά πάντα στα βιβλία του βγαίνει, και στα θεατρικά του σιγά σιγά, εκεί λοιπόν κάπου στα μισά, σκάει η αλήθεια του τίτλου και γιατί τον επέλεξε.
Ο Σωκράτης Μάλαμας και ο συγγραφέας, σε κάτι που φαίνεται εκ πρώτης όψεως χαλαρή κουβέντα αλλά είναι βαθιά εξομολόγηση, ανοίγουν αυτόν τον κόσμο του παραμυθιού για μας, αλλά μας μπάζουν σιγά-σιγά, αδιόρατα, σάμπως για να μη τρομάξουμε με τόση αλήθεια, ως για να μυηθούμε των αχράντων που τα έχουν κεντημένα στην ύπαρξη, με ρέγουλα. Κι όχι με το στανιό.
Γιατί ο Μάλαμας ξέρουμε καλά πως δεν εκβιάζει το συναίσθημα. Το κάνει να βγαίνει ακόμα και με την πιο «άνυδρη» φαινομενικά περιγραφή, υγραίνεται η καρδιά και τα μάτια μας τρέχουν.
Κι έτσι, σκλαβωμένοι στον ιστό του βιβλίου, ακολουθούμε πλέον το συγγραφέα που μας έχει πάρει απ΄το χέρι με εμπιστοσύνη να μας δείξει τον κόσμο αυτόν, της μουσικής, του έσω ψαξίματος, των δρόμων της έμπνευσης που γονιδιακά ο ίδιος ο συγγραφέας ίσως έχει νιώσει, ίσως τον καθορίζουν και που καθόλου δεν θέλει να τους κρατήσει για τον εαυτό του.
«Αν καθίσεις στη σιωπή μπροστά σε μια πέτρα, θα μιλήσει κι αυτή». Αυτή η πανανθρώπινη αλήθεια, τμήμα ενός παραμυθιού προς ένα παιδί, που διατυπώνεται στο βιβλίο, νομίζω ότι αποτυπώνει το λόγο, το στόχο, την αγιασμένη πρόθεση και την ευλαβική προσέγγιση της προσωπικότητας του Σωκράτη Μάλαμα.
Η διάσταση ανάμεσα στην ποιητική και τη στιχουργική, διατρανώνει την ταπεινότητα του Μάλαμα, ο οποίος δεν πιστεύει, – αντίθετα με όλους εμάς που έχουμε αγαπήσει τους στίχους και τους ψάλλουμε στις συναυλίες του -, ότι είναι ίσος με τους ποιητές. Η ποιητική στέκεται για κείνον ψηλότερα, είναι φάρος. «Οι στιχουργοί με τους ποιητές μπορεί να κάνουν παρέα στον άλλο κόσμο, αν, παρ΄ελπίδα, υπάρχει μια δυνατότητα συνύπαρξης των όντων σε ένα άλλο επίπεδο». Και στηρίζει τη δύναμη των στίχων του, σε τι άλλο, τα διαβάσματα. Μα αυτό δεν είναι για όλους τους λογοτέχνες, η βάση; Το Διάβασμα. Αυτό, που μέχρι και πυρετό, σε κάνει, όπως διατυπώνει, να ανεβάσεις. Κι εστιάζει στον ήχο που βγάζουν οι λέξεις μες στα ποιήματα…. Στον κραδασμό της φράσης.
Μια ιερή οφειλή στη ζωή, στη μουσική, στα παιδιά, στα κλαριά των δέντρων που μας αγκαλιάζουν, φαντάζει όσο προχωράμε στο βιβλίο απαραίτητη, ώστε να προσεγγίσουμε – όσοι δεν τον ξέρουμε απ΄τα τραγούδια , αλλά και πάλι, λίγο διαφορετικά απ΄ό,τι το κάναμε μέχρι τώρα, τον Σωκράτη Μάλαμα, και να τον αγαπήσουμε έτσι πιότερο και βαθύτερα και παντοτινά.
΄Οσο για τον συγγραφέα, ξέρουμε από τα τόσα βιβλία του και την συγγραφική ακεραιότητα και ακρίβεια που τον διακρίνει, ότι και το επόμενό του πόνημα θα μας κρατήσει στις σελίδες κολλημένους γιατί ό,τι γράφει έχει αυθεντικότητα, παρατηρητικότητα στις απειροελάχιστες λεπτομέρειες, κεντρικό καμβά με ασυνήθιστους πυλώνες και συγγραφική τιμιότητα.
Σας αφήνω, με τη σκέψη στριμωγμένη και αναβιβασμένη απ΄το όνειρο του Σωκράτη Μάλαμα και τη στάση ζωής που όλοι οφείλουμε στον εαυτό μας, σαν να ήταν η τελευταία μέρα, η ανατροπή του βίου όλου. Και πάω να βάλω τα τελευταία τραγούδια στη λίστα αναπαραγωγής και θα την επισυνάψω εδώ, στο τέλος του κειμένου.
«Η σοβαρή μας, ευκατάστατη ή ακατάστατη, ζωή», λέει ο Σωκράτης, «διέπεται από τα παραμύθια: τα παραμύθια των αρχών, της εξουσίας απέναντι στα όντα, στους υποτελείς τους. ΄Ολα όσα πιστεύει ο κανονικός καθημερινός άνθρωπος, ο έξυπνος άνθρωπος, είναι δοτά. ΄Ολα! Ελάχιστα πράγματα έχει εξερευνήσει από μόνος του και έχει διαπιστώσει ότι είναι αληθή, ελάχιστα πράγματα. ΄Ετσι λοιπόν, ας μην κατηγορούμε τα παραμύθια! Τα παραμύθια μας οδηγούν και σε άλλα φυλλώματα του δέντρου.»
Και κάτι τελευταίο εξαιρετικά σημαντικό για την αξία αυτού του βιβλίου. «Η δημιουργία», γράφει ο Λέων Ναρ στον επίλογο, «είναι συνομιλία με τις ρωγμές μας». Και τις δικές μας, των αναγνωστών, τις γέμισε κατά την προσεκτική γιαπωνέζικη τεχνική με χρυσάφι ο συγγραφέας, με την «συναισθηματική και εκφραστική ευθυβολία των λέξεων του».
«Λέω παραμύθια να ξορκίσω το κακό…»
Εκδόσεις Πατάκη


















