Σελιδοδείκτης | «Λέω παραμύθια να ξορκίσω το κακό…» , Λέων Α. Ναρ

«Κάποιος έψαχνε κάποιον, κι αυτός ήμουν εγώ».

Σωκράτης Μάλαμας

Γράφει η Μαρίνα Καρτελιά

Κάθε φορά όταν ξεκινώ να γράψω για το καινούργιο βιβλίο δυσκολεύομαι να το αποφύγω, επομένως γιατί να το παλεύω και τώρα; Ποιο;

Μα το να βρίσκω νήματα, ως πίσω, ως πέρα, ως ενδιάμεσα, σε όλο του το συγγραφικό έργο. Στις εκδόσεις ακόμα των σεφαραδίτικων τραγουδιών, στην σταχυολόγηση των απάντων για τον μεγάλο ποιητή Γιωσέφ Ελιγιά, στην χαρτογράφηση των βημάτων της επιστροφής των Ελλήνων Εβραίαων Ξανά στη Σαλονίκη, στο προηγούμενο βιβλίο για τον Θανάση Παπακωνσταντίνου, υπάρχουν νήματα που όλα αυτά τα συνδέουν, και όχι μόνο γιατί τα γράφει ο ίδιος άνθρωπος.

Τα γράφει η εξέλιξή του. Αυτός που έχει γινει ως τώρα, ως το παρόν βιβλίο, που μαζί με το διάβασμά του φτιάχνω ταυτόχρονα κατά παράδοση και τη λίστα αναπαραγωγής για τη γνωστή πλατφόρμα που θα βρείτε στο τέλος του κειμένου.

Το βιβλίο πάλι είναι ποτάμι, γεμάτο γέφυρες που είναι οι υπογραμμίσεις μου, και μου συνδέουν συνειρμικά, γιατί γράφτηκε; Και τι θέλει να πει ο συγγραφέας στον κόσμο, πέρα απ΄το να «πει παραμύθια για να ξορκίσει το κακό;». Γιατί ναι, ξεκάθαρα, ένας στόχος του γράφοντα είναι να πει παραμύθια, όχι μύθους, να εξιστορήσει την ιστορία, χωρίς πολλές φορές καν να την αρθρώσει, και μέσα απ΄τη διήγηση να ζωγραφίσει τον κόσμο κατά Λέοντα Α. Ναρ.

΄Ενας κόσμος που συναντιέται με αυτόν του Μάλαμα, γιατί υπάρχουν αύρες κοινές, ίσως κοινά ζητούμενα. Πάντως υπάρχουν στοιχεία που κάνουν κλικ για όλους μας και διψάνε, φωνάζουν για ανάδειξη. Κι ο Λέων Α. Ναρ, αναλαμβάνει με τη γραφίδα και την χειρουργική ακρίβεια της ακίδας της πένας, να βγάλει στην επιφάνεια αυτά τα μαγικά στοιχεία, ή στοιχειά, που κάνουν τα τραγούδια μεγάλα, τη μουσική απέραντη κι απέθαντη και την παράδοσή της αμετάκλητη.

Κι ως γνωστόν και σ΄όλους μας αλλά και στον συγγραφέα πρωτίστως, την παράδοση δεν την παραλαμβάνουμε, την παραδίδουμε στις επόμενες γενιές, στους ανθρώπους, στον έξω νου που δέχεται να την καταγράψει. Κι ο Μάλαμας, με τα αντιφατικά του ακούσματα, λαϊκά και ροκ, είναι πολύ σεμνός να το πει, όμως αυτό το παραμύθι του, η καταβολή του, η αποστολή κι ο στόχος που ίσως ερήμην πετυχαίνει, είναι να συνεχίσει την παράδοση, να την παραδώσει στους από κάτω, μια κι εκείνον τον «πρόσεξαν» οι αποπάνω. Ο Παπάζογλου, ο Θεοδωράκης, όλες οι καταβολές του και τα σημάδια τους που άφησαν στην «παραγωγή» της μουσικής του.

Και μήπως κι ο Ναρ δεν κάνει το ίδιο; Τον «πρόσεξαν» οι αποπάνω, και τώρα εκείνος διαφυλάττει, διηγείται και μας παραδίδει με τη γνωστή επαγγελματική του ευσυνειδησία αυτή την κοπιώδη, αναδιφιτική διπλωματική εργασία. Διπλά μάτια έχει, του έξω παρατηρητή και του εξωλκέα συναισθημάτων, αφού καταφέρνει το Μάλαμα να πει και να εκφράσει όσα δεν ελπίζαμε να μάθουμε ποτέ, ούτε «στα παραμυθια» που μας λέει για να ξορκίσει το κακό».

Ο Μάλαμας μιλάει για το σώμα της μουσικής, για τους ταπεινούς εργάτες, τους φάρους που τον οδήγησαν από το σκοτάδι στο φως της δημιουργίας. Στους λαϊκούς δρόμους και στο στίχο, που πρέπει να λέει την αλήθεια του Σωκράτη, που βασανίζει και βασανίζεται για να βγει, οι εικόνες πολλές φορές μπερδεύουν ή πνίγουν, δεν τον ενδιαφέρει η υστεροφημία, τον ενδιαφέρει να νιώσει πρώτα, ύστερα να διηγηθεί, να αναρωτηθεί και ν΄αφήσει όσες καρδιές αγγίξει με τα τραγούδια του να κυνηγήσουν την απάντηση.

Περί το μισό του βιβλίου, γιατί πριν ποτέ δεν «μαρτυρά» ο Ναρ προθέσεις και εσωτερικότητα, σιγά σιγά πάντα στα βιβλία του βγαίνει, και στα θεατρικά του σιγά σιγά, εκεί λοιπόν κάπου στα μισά, σκάει η αλήθεια του τίτλου και γιατί τον επέλεξε.

Ο Σωκράτης Μάλαμας και ο συγγραφέας, σε κάτι που φαίνεται εκ πρώτης όψεως χαλαρή κουβέντα αλλά είναι βαθιά εξομολόγηση, ανοίγουν αυτόν τον κόσμο του παραμυθιού για μας, αλλά μας μπάζουν σιγά-σιγά, αδιόρατα, σάμπως για να μη τρομάξουμε με τόση αλήθεια, ως για να μυηθούμε των αχράντων που τα έχουν κεντημένα στην ύπαρξη, με ρέγουλα. Κι όχι με το στανιό.

Γιατί ο Μάλαμας ξέρουμε καλά πως δεν εκβιάζει το συναίσθημα. Το κάνει να βγαίνει ακόμα και με την πιο «άνυδρη» φαινομενικά περιγραφή, υγραίνεται η καρδιά και τα μάτια μας τρέχουν.

Κι έτσι, σκλαβωμένοι στον ιστό του βιβλίου, ακολουθούμε πλέον το συγγραφέα που μας έχει πάρει απ΄το χέρι με εμπιστοσύνη να μας δείξει τον κόσμο αυτόν, της μουσικής, του έσω ψαξίματος, των δρόμων της έμπνευσης που γονιδιακά ο ίδιος ο συγγραφέας ίσως έχει νιώσει, ίσως τον καθορίζουν και που καθόλου δεν θέλει να τους κρατήσει για τον εαυτό του.

«Αν καθίσεις στη σιωπή μπροστά σε μια πέτρα, θα μιλήσει κι αυτή». Αυτή η πανανθρώπινη αλήθεια, τμήμα ενός παραμυθιού προς ένα παιδί, που διατυπώνεται στο βιβλίο, νομίζω ότι αποτυπώνει το λόγο, το στόχο, την αγιασμένη πρόθεση και την ευλαβική προσέγγιση της προσωπικότητας του Σωκράτη Μάλαμα.

Η διάσταση ανάμεσα στην ποιητική και τη στιχουργική, διατρανώνει την ταπεινότητα του Μάλαμα, ο οποίος δεν πιστεύει, – αντίθετα με όλους εμάς που έχουμε αγαπήσει τους στίχους και τους ψάλλουμε στις συναυλίες του -, ότι είναι ίσος με τους ποιητές. Η ποιητική στέκεται για κείνον ψηλότερα, είναι φάρος. «Οι στιχουργοί με τους ποιητές μπορεί να κάνουν παρέα στον άλλο κόσμο, αν, παρ΄ελπίδα, υπάρχει μια δυνατότητα συνύπαρξης των όντων σε ένα άλλο επίπεδο». Και στηρίζει τη δύναμη των στίχων του, σε τι άλλο, τα διαβάσματα. Μα αυτό δεν είναι για όλους τους λογοτέχνες, η βάση; Το Διάβασμα. Αυτό, που μέχρι και πυρετό, σε κάνει, όπως διατυπώνει, να ανεβάσεις. Κι εστιάζει στον ήχο που βγάζουν οι λέξεις μες στα ποιήματα…. Στον κραδασμό της φράσης.

Μια ιερή οφειλή στη ζωή, στη μουσική, στα παιδιά, στα κλαριά των δέντρων που μας αγκαλιάζουν, φαντάζει όσο προχωράμε στο βιβλίο απαραίτητη, ώστε να προσεγγίσουμε – όσοι δεν τον ξέρουμε απ΄τα τραγούδια , αλλά και πάλι, λίγο διαφορετικά απ΄ό,τι το κάναμε μέχρι τώρα, τον Σωκράτη Μάλαμα, και να τον αγαπήσουμε έτσι πιότερο και βαθύτερα και παντοτινά.

΄Οσο για τον συγγραφέα, ξέρουμε από τα τόσα βιβλία του και την συγγραφική ακεραιότητα και ακρίβεια που τον διακρίνει, ότι και το επόμενό του πόνημα θα μας κρατήσει στις σελίδες κολλημένους γιατί ό,τι γράφει έχει αυθεντικότητα, παρατηρητικότητα στις απειροελάχιστες λεπτομέρειες, κεντρικό καμβά με ασυνήθιστους πυλώνες και συγγραφική τιμιότητα.

Σας αφήνω, με τη σκέψη στριμωγμένη και αναβιβασμένη απ΄το όνειρο του Σωκράτη Μάλαμα και τη στάση ζωής που όλοι οφείλουμε στον εαυτό μας, σαν να ήταν η τελευταία μέρα, η ανατροπή του βίου όλου. Και πάω να βάλω τα τελευταία τραγούδια στη λίστα αναπαραγωγής και θα την επισυνάψω εδώ, στο τέλος του κειμένου.

«Η σοβαρή μας, ευκατάστατη ή ακατάστατη, ζωή», λέει ο Σωκράτης, «διέπεται από τα παραμύθια: τα παραμύθια των αρχών, της εξουσίας απέναντι στα όντα, στους υποτελείς τους. ΄Ολα όσα πιστεύει ο κανονικός καθημερινός άνθρωπος, ο έξυπνος άνθρωπος, είναι δοτά. ΄Ολα! Ελάχιστα πράγματα έχει εξερευνήσει από μόνος του και έχει διαπιστώσει ότι είναι αληθή, ελάχιστα πράγματα. ΄Ετσι λοιπόν, ας μην κατηγορούμε τα παραμύθια! Τα παραμύθια μας οδηγούν και σε άλλα φυλλώματα του δέντρου.»

Και κάτι τελευταίο εξαιρετικά σημαντικό για την αξία αυτού του βιβλίου. «Η δημιουργία», γράφει ο Λέων Ναρ στον επίλογο, «είναι συνομιλία με τις ρωγμές μας». Και τις δικές μας, των αναγνωστών, τις γέμισε κατά την προσεκτική γιαπωνέζικη τεχνική με χρυσάφι ο συγγραφέας, με την «συναισθηματική και εκφραστική ευθυβολία των λέξεων του».

«Λέω παραμύθια να ξορκίσω το κακό…»

Λέων Α. Ναρ

Εκδόσεις Πατάκη

Σελιδοδείκτης | ζωή με λες | Γιάννης Φιλιππίδης

Η υποδόρια ενσυναίσθηση της πόλης

carview.php?tsp=

Γράφει η Μαρίνα Καρτελιά

΄Αρχισα να ρουφώ το ζωή με λες που συνέγραψε ο Γιάννης Φιλιππίδης και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις άνεμος εκδοτική ένα δροσερό απόγευμα. Κι η ανάγνωσή του αποδείχθηκε μακροσκελής και σπαρακτική ως το βαθύ ζεστό καλοκαίρι που διανύουμε.

Και οι λόγοι; Πολλοί, όλοι καλοί. ΄Ολοι έχουν να κάνουν κάπως με τη δική μου ιδιοσυγκρασία και με την ευαισθησία μου αυτόν τον καιρό. Μα κυρίως έχουν να κάνουν με το δικό του γράψιμο. Που δεν κατατάσσεται, ούτε θέλει σε συγκεκριμένο είδος λογοτεχνίας, παρά υψιπετεί με ήθος ανάμεσά τους συνεχώς. Και μόνο για να υπηρετήσει την αποτύπωση όσων έχει να πει.

Ο τρόπος γραφής είναι ιδιαίτερος, πηγαίος. Τα πρόσωπα και οι συνομιλητές, από τον ίδιο του τον εαυτό, ως τους μυστικούς ή ανεκπλήρωτους ή φανερούς ευτυχείς έρωτες και συντρόφους, ως την ίδια την πόλη, τα πλάσματά της, ανθρώπους, ζώα, πουλιά, δρόμους που είναι γνωστοί κι όμως ανοίγονται σε νέες διαδρομές εσωτερικού ψαξίματος με συχνά βαθιά ενδιαφέροντα ευρήματα.

Ευρήματα που κάνουν τον αναγνώστη να ταυτίζεται. Στα μικρά ή μεγάλα κείμενα, που η στοιχειοθεσία τους είναι επίσης ευφάνταστη, παιχνιδιάρα, οι λέξεις είναι και εικόνες, παιχνιδίσματα και σχέδια, στο βιβλίο αυτό, εκτός από πυρρέσσουσες έννοιες που ο Γιάννης Φιλιππίδης συνταιριάζει με μαεστρία καθώς κεντάει τις ιστορίες, σύγχρονες ή παλιές, σε πρώτο ή τρίτο πρόσωπο, σε συνομιλία άμεση και ζωντανή με τον έσω άνθρωπο.

Οι φωτογραφίες που ντύνουν τα κείμενα απλώς απογειώνουν την αλήθειά τους, ερεθίζουν το θυμικό μας με έναν τρόπο που επιβεβαιώνει μια γνώση που ήταν εκεί από πάντα σε μας, μα περιμέναμε την κεντήστρα γραφή του Γιάννη Φιλιππίδη, να αναδείξει.

Και τι πιο όμορφο να σε κάνει μια ιστορία, μια διήγηση, μια περιγραφή γεμάτη ενσυναίσθηση όπως αυτές του Γιάννη Φιλιππίδη, στο ζωή με λες, να συνειδητοποιείς, να αναγνωρίζεις κομμάτια σου, παναθρώπινες οικουμενικές αλήθειες με τόσο διαυγή υλικά που η βεβαιότητα του σου φέρνει δάκρυα θαυμασμού για τον τρόπο που η συγγραφή μπορει να γίνει εξωλκέας συναισθημάτων.

Συμπερασματικά, η δομή του βιβλίου δεν κουράζει καθόλου, όσο κι αν οι αλήθειες του είναι καταιγιστικές.

Η κοινωνική ματιά για τον κόσμο, τον πλανήτη, τα στοιχεία και στοιχειά και τη σχέση που έχουν τα γεγονότα και η κοινωνία ως επίδραση και διαμόρφωση της καθημερινότητας, της πραγματικής ζωής είναι πάντα παρούσα, μπαινοβγαίνει χορεύοντας με τον έρωτα, τις ανθρώπινες σχέσεις, τη συμπερίληψη, τη συνειδητότητα σ΄ένα ταγκό που είναι για παραπάνω από δυο, σε μια επιτακτική ήρεμη κραυγή που σε αναγκάζει να κάτσεις να προβληματιστείς κι ας γεμίζεις από ηδονική γραφή.

Μην χάσετε αυτό το βιβλίο – διαμάντι, τα μικρά κομψοτεχνήματά του συνθέτουν ένα πολύχρωμο καλειδοσκόπιο, ένα πολύτιμο σύντροφο για τις διακοπές αλλά και για το γυρισμό από αυτές, ένα χάδι και μια προτροπή από ένα βελούδινο φτερό που γαργαλάει το βόλεμα, ξεσηκώνει προς γνώριμους και καινούργιος δρόμους και δηλώνει αυτό που είναι:

Ζωή με λες

Γιάννης Φιλιππίδης

Εκδόσεις ΄Ανεμος Εκδοτική

Γιάννης Φιλιππίδης

Γιάννης Φιλιππίδης

Εργογραφία

Ο Γιάννης Φιλιππίδης είναι συγγραφέας και υπεύθυνος εκδόσεων της Άνεμος Εκδοτική. Σπούδασε υποκριτική στη Δραματική Σχολή του Βασίλη Ρίτσου. Είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών. Άρθρα του έχουν δημοσιευθεί σε περιοδικά και επώνυμες ιστοσελίδες.

Aπό την Άνεμος εκδοτική κυκλοφορούν τα βιβλία του:

  • «Η μυρωδιά σου στα σεντόνια μου», μυθιστόρημα, εκδόσεις Άγκυρα 2006, Άνεμος εκδοτική 2011.
  • «Ο εραστής, η μέλισσα κι ένα μικρούλι “αχ”», μυθιστόρημα, εκδόσεις Άγκυρα 2008, Άνεμος εκδοτική 2011.
  • «Μα, το ψάρι είναι φρούτο», οχτώ απρόβλεπτες ιστορίες για ενήλικους αναγνώστες, 2011.
  • «Κρατάς μυστικό;», μυθιστόρημα, 2011.
  • «Ζωή με λες», παιχνίδια πεζογραφίας, 2011.
  • «Λούσιfair, η βασίλισσα της Κυψέλης», μυθιστόρημα, 2012.
  • «Ο Απρίλης στάθηκε αλήτης», μυθιστόρημα, 2014.
  • «Το ασανσέρ των οκτώμισι», θεατρικό, 2015.
  • «Κωδικός ελευθερία», παιχνίδια πεζογραφίας, 2015.
  • «Εκείνος που άκουγε τις επιθυμίες των άλλων», μυθιστόρημα, 2017.
  • «Είχε λιακάδα σήμερα», μυθιστόρημα, 2019.
  • «Το σπίτι με τις κλειδαριές», μυθιστόρημα, 2020.
  • «Χτύπα το φίδι στο κεφάλι», μυθιστόρημα, 2021.
  • «Έτσι απλά συμβαίνουν όλα», μυθιστόρημα, 2023.
  • «Τα χρόνια της υπερέντασης», ποιήματα και πεζά. 2024.

Πολυσυμμετοχικά

  • «Το προσωπικό μου θέατρο σκιών», ιδιωτική έκδοση Black Duck multiplarte, 2011.
  • «Προσωπογραφίες», ιδιωτική έκδοση Black Duck multiplarte, 2011.

Σελιδοδείκτης | 18/9, Δώρα Χρυσικού – Η δύναμη της μαρτυρίας

Της Μαρίνας Καρτελιά

Σκοπός του θεάτρου ανέκαθεν, από καταβολής της τραγωδίας, ήταν μέσα απ΄την κατάθεση ψυχής η μέθεξη του ηθοποιού με το κοινό με απώτερο στόχο το αποτύπωμα που αφήνει στον ψυχισμό των ανθρώπων, μετά το τέλος του έργου και την αποχώρηση απ΄το θέατρο.

Πολύ περισσότερο, όταν η πλοκή και το κείμενο περιστρέφεται και αφορά ένα αληθινό γεγονό, τραυματικό για την ανάπαυση της συνείδησης της ελληνικής κοινωνίας και συνταρακτικό για την αφύπνισή της σε κάθε κοινωνικό στρώμα. Τη δολοφονία του Παύλου Φύσσα.

Αλήθεια, πώς να περιγράψεις αυτό το γεγονός, πώς να το αποδώσεις θεατρικά; Το δυνατό κείμενο της Μαρίας Λούκα και του Κοραή Δαμάτη, που υπογράφει και την αριστουργηματική σκηνοθεσία, το καταφέρνει, βασισμένο στην εξίσου αληθινή τραυματική εμπειρία και μαρτυρία της αυτόπτη μάρτυρα Δήμητρας, που είδε, έζησε και κατέθεσε και που χωρίς αυτήν θα ήταν αδύνατη η καταδίκη της Χρυσής Αυγής ως εγκληματικής οργάνωσης.

Ως θεατής, όταν ξέρεις τα γεγονότα, όταν δεν αφορούν κάτι μακρινό όπως το έπος του 40, ας πούμε, το Ολοκαύτωμα, που είναι τραύμα αλλά όχι βίωμα, μα έχει να κάνει με κάτι βιωμένο, με το σώμα σου στον ήλιο, με τον τρόμο στην πράξη, με τη μάσκα σου πέντε ώρες στο πρόσωπο στην Αλεξάνδρας ώσπου να ακούσεις την πολυπόθητη απόφαση απ΄τα μεγάφωνα, όλο αυτό παίρνει διαστάσεις ενσωμάτωσης στο δράμα που σου τρυπούν το δέρμα.

΄Οταν η καθηλωτική Δώρα Χρυσικού αναλαμβάνει να στα διηγηθεί όλα, με την αερική κίνηση μιας νεράιδας, ενός φοβισμένου αγριμιού, μιας ηρωικής εξόδου στο φως, με φωνή δυνατή τελικά υψωμένη στην εξάλειψη του ΄Αδικου, στην διεκδίκηση του Δίκιου, τότε όλα γίνονται απλά. Βιωμένα ή όχι, τα γεγονότα σου σκάνε αύτανδρα, μπροστά στα έκπληκτα μάτια που μόνο με σοκ και συγκίνηση μπορούν να παρακολουθήσουν. Τα τεκταινόμενα, την εσωτερική πάλη της κοπέλας, την εικόνα της κοινωνίας.

Η κοινωνία, για την οποία «δεν υπάρχουν πια Μεσσίες και θαύματα», αλλά της έμειναν μόνο άνθρωποι, που για να φέρουν φως «καίγονται για να φωτίσουν εμάς, τους υπόλοιπους». Το φως και το σκοτάδι της κοινωνίας, τα στενά όρια που κινείται αενάως μέσα σ΄αυτά τα δυο, πότε φωτισμένη πότε σκοτεινή, πότε μέσα στην αδιαφορία, «το νεκρό βάρος της Ιστορίας» κατά τον Γκράμσι, και πότε στην εμπλοκή στα πράγματα, στην αντίδραση, στην αλληλεγγύη, στην φυγή απ΄την ακινητοποίηση σε όσα αποτρόπαια συμβαίνουν δίπλα μας, και στο πέρασμα στην άμεση κίνηση που μας κάνει ανθρώπους. Στη βοήθεια στον πλησίον.

΄Ολα τα φασιστικά και ρατσιστικά στερεότυπα καταρρέουν και καταρρίπτονται με τη διήγηση της ηρωίδας μες στο έργο, όλα, η κριτική για την εξωτερική εμφάνιση, τη φυλή, το λυντσάρισμα προσφύγων, η δολοφονία του Παύλου Φύσσα, όλα είναι ενταγμένα στο ίδιο κάδρο, αφού στο ίδιο κάδρο είναι, κι η κοινωνία όλα τα βλέπει και επιλέγει.

Να κλειστεί στο καβούκι της ή να βγει στους δρόμους.

Να ορθώσει το ανάστημα και να πει την αλήθεια, ή να δειλιάσει και να κρυφτεί στο οικογενειακό κουκούλι της εσωστρέφειας.

Η κινησιολογία της Δώρας Χρυσικού είναι ένας ακόμα τρόπος να πει τα πράγματα: ΄Ενας ακόμα ήρωας και ένας ακόμα μάρτυρας είναι το σώμα της ηθοποιού που ενσαρκώνει και σωματοποιεί όλη τη γκάμα των συναισθημάτων, από την κλειστοφοβία, τον τρόμο και την εσωστρέφεια και την απελπισιά, ως την ελπίδα, τον ξεσηκωμό, την ψυχική ανάταση που δίνει η πράξη η δίκαιη, η σωστή, που είναι αυτή που υπερασπίζεται τον ίδιο τον ΄Ανθρωπο. ΄Ολα αυτά αποδειγμένα φυσικά, με το ταλέντο και την δραματουργική σωματοποίηση που η καριέρα και η εμπειρία της ηθοποιού την εφοδιάζουν ως εργαλεία θαυμαστής απόδοσης.

Το αίμα που κυλάει αλληγορικά στους δρόμους της πόλης και βγαίνει απ΄τους αρμούς των δοκαριών, το πρόσωπο της βίας που αποτυπώνεται στην αυτούσια μαρτυρία της Δήμητρας στο δικαστήριο με εκπληκτικής δραματουργικής ευκρίνειας βίντεο απ΄την κατάθεσή της, που περιέχει όλη την πάλη της να τα πει ενώ γύρω της βωμολοχούν κι ασχημονούν λεκτικά για να την εμποδίσουν να ολοκληρώσει την αποτύπωση των αληθινών περιστατικών, οι ίδιοι οι ένοχοι.

Το αίμα τελικά αυτό αντί να πνίξει αντιστάσεις χαλυβδώνει συνειδήσεις, το λυτρωτικό και αθέλητο κλάμα του σοκ μας, των θεατών, δεν έχει θλίψη, έχει συναίσθηση, υπόσχεση, συμμετοχή κι αλληλεγγύη.

΄Αλλωστε, » μετά τα πενήντα μας αρχίζουμε να πεθαίνουμε λίγο-λίγο, μαζί με άλλους θανάτους» κατά τη ρήση του Κορτάσαρ που αρθρώνει η ηρωίδα. Κι ίσως γι΄αυτό, αναζητούμε στην αποτίναξη του φασισμού, στην αντίδραση στο να το δεχόμαστε ως κάτι κανονικό, τη ροπή προς τη ζωή την ίδια.

Η παράσταση αυτή μπορεί να αποτελέσει και για σας, εμπειρία ζωής, ειδικά όταν ανάμεσα στους θεατές, βρίσκεται η ίδια η Δήμητρα που χάρη στη μαρτυρία της, επήλθε η καταδίκη των δολοφόνων, εκείνο το αξέχαστο μεσημέρι της 7ης Οκτωβρίου.

Εϊναι εξαντλημένα τα εισητήρια, αλλά δείτε το εφόσον επαναληφθεί. Το χρωστάμε στα παιδιά μας και στο ευχαριστώ που βγήκε απ΄τα χείλη μας αυθόρμητο.

Για τη Δώρα Χρυσικού

Για την παράσταση 18/9

Για τη Δήμητρα.

18/9

Δώρα Χρυσικού

Σκηνοθεσία : Κοραής Δαμάτης

‘Ιδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης

Για λίγες ακόμα παραστάσεις

Σελιδοδείκτης | Νώε | Παναγιώτης Χατζημωϋσιάδης

Της Μαρίνας Καρτελιά

carview.php?tsp=

Είχε αρχίσει να βρέχει σιωπηλά όταν μπήκα στο λεωφορείο μισοβρεμμένη, με καλοκαιρινά ρούχα και πέδιλα στα πόδια. Τι σκεφτόμουν; Μόνο το βιβλίο μου, το Νώε που κυκλοφόρησε απ΄τις εκδόσεις Κίχλη, ήθελα ν΄ανοίξω, να συνεχίσω το διάβασμα, δεν μπορούσα να σκεφτώ κάτι άλλο.

Κι ο Νώε, μου φανερώθηκε. Απ΄την αρχή ως το τέλος αφηγητής, ιστορητής, καταθέτης και καταγραφέας ενός δυστοπικού παραμυθιού και μιας αλληγορίας όπου θεά ήταν η λέξη.

Πράγμα καθόλου δύσκολο να οργανωθεί, να στηθεί ένας ιστός πλοκής, αφού ο Χατζημωϋσιάδης είναι εξαιρετικός υφαντής. Τα διαβάσματα, οι μελέτες, οι έρευνες είναι όλα παρόντα στο γράψιμό του, αλλά στην από κάτω στοιβάδα.

Για την ώρα, τον απασχολούσε η ύφανση. Η σκιαγράφηση. Να υφάνει το πρόσωπο ενός ήρωα χωρίς πρόσωπο, τον εσωτερικό διάλογο σ΄ένα βιβλίο χωρίς διαλόγους. Να αναμετρηθεί ο ήρωάς του θέλησε, με την Ιστορία, με την κληρονομιά, με την έννοια της πατρίδας, της πίστης, της κοινωνικής διαστρωμάτωσης. Να εκμεταλλευτεί στο έπακρο τις δυνατότητες που παρέχει στον συγγραφέα η δυστοπία να μιλήσει, για παρελθόν, για μέλλον, αλλά κυρίως για το παρόν.

Ο ήρωας Νώε, δεν χτίζει κιβωτό, ζει σ΄αυτήν και παραπλέει. Και ενίοτε παραπαίει, μετά από έναν καταποντισμό, ανάμεσα στην αλήθεια και το ψέμα, στην ακεραιότητα και στην ηθική κατάπτωση, στην ευτέλεια και στην ποιότητα, αναμετριέται με τις συνθήκες, με τους ανθρώπους, με τον ίδιο του κυρίως τον εαυτό.

Τεστάρει καθημερινά τα όριά του, είναι ευάλωτος, δεν κάνει παλληκαρισμούς, είναι μορφωμένος και καλλιεργημένος μα είναι φανερό από τον καμβά της ιστορίας του, ότι όλες οι γνώσεις του κόσμου όταν πρόκειται για τη μοναξιά ή την απεύθυνση στο βαθύ συνειδητό, καθίστανται ανίσχυρες να αποκρυσταλλώσουν τη γνώμη. Να βγάλουν συμπέρασμα για την μικρότητα ή το μεγαλείο του ανθρώπου.

Για τα αδιέξοδά του, τις προσωπικές του Ερινύες ακόμα, για την ακινητοποίηση που επιφέρει ο φόβος. Ο Νώε κινείται, αλλά για πολύ εντός του και εκτός στην ουσία παραμένει ακίνητος. ΄Ατολμος να βρει γρήγορα διέξοδο, παρακολουθεί σχεδόν παθητικά την καταστροφή ενώ μπορεί να φαίνεται ότι προσπαθεί να βρει άκρη.

Κι όντως προσπαθεί. Δοκιμάζει τρόπους να ξεφύγει απ΄τη σιγουριά του, να καταργήσει μια μια τις βεβαιότητες, θυμάται τα παιδικά του χρόνια και κρατάει εικόνες και αναμνήσεις δυνατές, στην πλεύση του στη θάλασσα του αγνώστου.

Η βασανιστική πρωτοκαθεδρία της μνήμης, η εσωτερική διαπάλη ανάμεσα στο καλό και στο κακό, στο παραμύθι και την αλήθεια, στους αρχέγονους μύθους και τις δογματικές γραφές, όλα τίθενται τώρα που υπάρχει χρόνος σε αμφισβήτηση.

΄Ολα, έρωτας, ζωή, θάνατος, αξίες, πίστη, κοινωνία, πατρίδα, επανασυστήνονται. Επανακαθορίζονται. Ξεδιπλώνονται και αναλύονται και συνθέτονται πάλι. Ο Νώε, δεν είναι ελευθερωτής, είναι δεσμώτης του εαυτού του.

Αυτό είναι ένα ταξίδι αυτογνωσίας υποχρεωτικό. Υπαγορεύτηκε απ΄τις επείγουσες συνθήκες και γι΄αυτό είναι επιτακτικό. Αμετάκλητο. Ο Νώε στέκεται μπροστά σε όλα όσα πιστεύει, η λέξη γίνεται το όπλο του για να ξαναγνωρίσει τον εαυτό του, να καταλάβει τον κόσμο.

Την έβλεπε την καταστροφή να έρχεται πριν επισυμβεί. Ο Νώε μας κρούει κουδούνια και κρόταλα και κύμβαλα σε όλους τους τόνους. Νιώθει ανίσχυρος να βρει λύση και μέσα απ΄την αδυναμία του μας δείχνει την επιτακτικότητα της δικής μας ενδοσκόπησης. Πριν να είναι αργά.

Πριν η ανθρωποφαγία μας γίνει εικόνα γραφική, καθημερινή. Σκεφτόμουν την παρουσίαση την πρώτη που πήγα και όσα ειπώθηκαν για την λογοτεχνική προφητεία και την διορατικότητα ενός συγγραφέα να προβλέπει. Για τη δύναμη της λογοτεχνίας να μιλάει εκεί που οι άλλες μορφές έκφρασης αδυνατούν. Εκεί που η πολιτική δεν καταφέρνει να εκφράσει τους πολίτες και η καταστροφή του περιβάλλοντος γίνεται μια μπίζνα χωρίς τέλος.

Μα εδώ ο Νώε περιγράφει και ζει το τέλος. Αλλά έχει όντως έρθει; Η ανάλυση, και το ξεδίπλωμα είναι επώδυνο, όπως κάθε τραύμα που αγγίζουμε και ενδοσκοπούμε όλοι μας. Ταυτίζεται ο αναγνώστης για όσα έγκαιρα ή άξαφνα έχει ανακαλύψει ο ίδιος, για τη ζωή και τον εαυτό του.

Κι εδώ καταλαβαίνει την αναγκαιότητα της εγρήγορσης. Την καταδεικνύει η ιστορία και η ροπή του Νώε προς την αλήθεια. Ποια είναι άραγε η αλήθεια; Μάλλον σε άλλο σημείο μπορεί να τη βρει ο καθένας μας μέσα στη νουβέλα.

Οι λέξεις που μας λείπουν, μπορεί να είναι «πυγολαμπίδες σ΄έναν καταπράσινο κάμπο». Κι ίσως να λαμπυρίζουν μονάχα όταν είμαστε έτοιμοι να τις αναγνωρίσουμε. Να τις αρθρώσουμε.

«Το συναίσθημα είναι ο χειρότερος σύμβουλος της επιβίωσης», διατυπώνει ο Νώε, αλλά την ίδια στιγμή μας κάνει να καταλάβουμε πως η ιστορία με τη μάνα, η μάνα η ίδια σ΄ένα απ΄τα περιστατικά, είναι το περιστέρι που στέλνει ο σύγχρονος Νώε.

Η καταστροφή και η απεικόνισή της δεν του εγείρει κανένα φανερό συναίσθημα, η περιγραφή της είναι ακριβή και στεγνή αισθήματος, γιατί άραγε; Μήπως επειδή, ο Νώε, σαν έτοιμος από καιρό σαν θαρραλέος, είναι έτοιμος να τη δει κατάματα, να την καταγράψει χωρίς πια να σοκάρεται;

Και ποιο είναι το γιατρικό; Ποια είναι η ερεθιστική άκανθος που κινητοποιεί τον παθητικοποιημένο μπροστά στη στυγνή πραγματικότηα άνθρωπο, να σηκωθεί, να αρθεί στο ύψος των περιστάσεων; Να ξαναβρεί το λόγο και τον Λόγο;

«Ας υπάρχουν όσο θέλουνε οι λέξεις, ας αντέχουν σαν ήχοι και σαν γράμματα στους αιώνες των αιώνων, ας τις λέμε κι ας τις γράφουμε. ΄Οταν ανθίσταται η πραγματικότητα, κενούνται, χάνουν το νόημά τους, γίνονται άδεια τσόφλια, πληγές που αιμορραγούν, νεκροταφεία εννοιών, προσώπων και πραγμάτων ή, αακόμα χειρότερα, γίνονται δόγματα, θρησκείες, μυστικισμοί και μαγγανείες.»

΄Ισως αυτή είναι η εξήγηση της απουσίας διαλόγου. Ο Νώε, δε μιλά ούτε με το σκύλο του. Ονειρεύεται και ζει και περιπλανιέται αποσυνάγωγος, τριγυρισμένος από θάλασσα και διψά για νερό.

Μα χάνει οριστικά τις λέξεις; Τη μια τις επιστρατεύει για να διηγηθεί, να εξηγήσει, και την άλλη τις καταργεί για να αφορίσει, να αποκλείσει κάθε πιθανή λύση. Ο Νώε, δεν βγαίνει στο ταξίδι για τις βόρειες πολιτείες, κινείται στην αυτοκόλλητη ασφάλεια μιας θολής περιμέτρου εδαφών όπου νιώθει ασφαλής στα γνωστά και τα τετριμμένα. Αυτά δηλαδή ακριβώς που οδήγησαν τον ίδιο και τους άλλους ανθρώπους, στην καταστροφή, στην αποξένωση, στο τραγικό ανεπίλυτο της ζωής, στο δράμα της απλής επιβίωσης. Μα και τόσον καιρό, πριν τον καταποντισμό, τι έκαναν οι άνθρωποι; Ζούσαν πραγματικά ή απλώς επιβίωναν; Τι κάνουμε σήμερα ευκολότερα, απ΄τα δυο;

Η λογοτεχνία είναι για να θέτει ερωτήσεις, όχι για να δίνει απαντήσεις. Ο ήρωας του Παναγιώτη Χατζημωϋσιάδη, έχει λόγο ύπαρξης όσο θέτει τις ερωτήσεις. Κι όσο κι αν φοβάται πως οι λέξεις χάνονται, αενάως τις επικαλείται, τις επιστρατεύει, γίνονται τα εργαλεία της νόησης και της εξεύρεσης της λύσης.

Γιατί ο Νώε, της Γραφής ή των Γραφών, είναι καταδικασμένος να τη βρει, ακόμα κι αν ξανανοίξει απ΄την αρχή έναν καινούργιο κύκλο επιβίωσης. Με σκοπό αυτή τη φορά να ζήσει.

Κι ας διατυπώνει:

«Κι ούτε έχω απαντήσει στο ερώτημα τι θα την κάνω τη ζωή μου σε περίπτωση που ζήσω, αν δηλαδή θ΄αλλάξω κάτι, αν θα βρω το νόημα που ψάχνω κι αν θα ξανακάνω ή θα αποφύγω τα ίδια λάθη».

Εσείς;

Νώε

Παναγιώτης Χατζημωϋσιάδης

Εκδόσεις Κίχλη

Οι μέλισσες του ‘Εβρου

Διήγημα

Της Μαρίνας Καρτελιά

carview.php?tsp=

Δίψασε πολύ ο πατέρας, έφερε νερό απ΄τ΄αμάξι και του το πήγε στην πεζούλα που τον άφησε να κάθεται. Βιάστηκε να γυρίσει μην τυχόν και του πέσει, για τέτοια είμαστε τώρα; Μα ο πατέρας ακίνητος πήρε απ΄τα χέρια του το προσκοπικό παγούρι που του χάρισε ο ομαδάρχης 45 καλοκαίρια και βάλε πριν και ήπιε χωρίς να παίρνει τα μάτια του απ΄τον άνθρωπο. 

Τον έφαγε ξυπνώντας σήμερα το πρωί, πάμε και πάμε, είχε αναλαμπή, εδώ και πολύ καιρό. Σαν η πυρκαγιά να έκαψε το πέπλο της άνοιας. Αξημέρωτα φώναζε να σηκωθεί και να τον πάει σπίτι, “Πάμε στο χωριό έλεγε, τα μελίσσια, να δω τι γίνανε τα μελίσσια”. Τραβούσε απ΄το μανίκι ο πατέρας τον άνθρωπο που δε γνώριζε πια, δεν ήξερε τ΄όνομά του να πει, μα τον εμπιστευόταν. 

Τα μελίσσια ήταν εικοσιτέσσερα, στοιβαγμένα εν σειρά στο μπροστινό μέρος του σπιτιού. ΄Ετσι κι έτσι κανείς δεν έμενε τώρα εκεί, άδειο το σπίτι, θεριεμένος ο παλιός κήπος, με όλα τα απαραίτητα για τις μέλισσες φυτά. Οι γέροι παρμένοι εδώ και ενάμιση χρόνο στην Αλεξανδρούπολη, στο χωριό τίποτε, εκεί όλα τα νοσοκομεία, οι γιατροί, άλλο που εκκενώθηκε με τη φωτιά και τη βγάλανε οι αρρώστοι στο πλοίο. 

Τον έφερε λοιπόν, αφού του ΄ψησε καφέ να πιεί, βούτησε και το κρίθινο παξιμάδι που τ΄άρεζε τόσο, τον έντυσε και ξεκίνησαν. Μόλις έφτασαν, σε αναλαμπή μετά από χρόνια, γνώρισε αμέσως το σπίτι, και το γιο του “Νίκο, καλά και ήρθαμε, κάτι δεν πάει καλά”, είπε ο μπαμπάς και βιάστηκε να πιάσει το πόμολο να βγει, μετά θυμήθηκε πως δεν μπορούσε να βάλει δύναμη πια, έγειρε το πρόσωπο, ίσα στα μάτια κατευθείαν τον κοίταξε βουβός. 

Το σπίτι και το χωράφι-κήπος μπροστά, σε ύψωμα να μην το φτάνουν τα νερά του Ποταμού. Απέναντι ακριβώς η Τουρκία, και τα χούματα, τα παλιά, κείνα π΄αφήσαν. Πρώτα η γριά είχε ηλιοτρόπια στην αυλή – “αλήθεια τόξερες πατέρα, είπε μια μέρα, τα ηλιοτρόπια είναι μύθος πως γυρίζουν προς τον ήλιο, αντίθετα στροφάρουν τα κεφάλια τους, αυτή είναι η αλήθεια” – είπε τον πατέρα του όταν περνούσαν απ΄τα απέραντα χωράφια τα εβρίτικα μια μέρα, τα σπαρμένα ήλιους που κιτρίνιζαν τον τόπο. Σήμερα είχαν γίνει στάχτη, μαύροι μίσχοι έστεκαν καχεκτικοί, πάτησε γκάζι κι απόστρεψε το βλέμμα. 

Τώρα κι ο ήλιος, κρυμμένος απ΄τον καπνό ήταν, πορτοκαλής με μαύρο δίσκο, ο Νίκος ανέβασε τ΄αυτοκίνητο απ΄το σκάμμα πάνω, ως την είσοδο, είχε το αγροτικό γερά αμορτισέρ, κάθισε τον πατέρα στην πεζούλα. Ο πατέρας ήπιε νερό κι άρχισε να κλαίει. 

Ο θείος Ανέστης είχε κάνει τη συνεννόηση με τον χωριανό. Του νοίκιασε το χωράφι να βάλει τα μελίσσια, έτσι κι έτσι δεν το κάναν τίποτε, άχρηστο πήγαινε. Βόλευε όμως τα μελίσσια, γύρω είχαν φυτρώσει άγρια δεντρολίβανα, λεβάντες και θυμάρια, σπουδαία τροφή για νέκταρ. Και για καιρό ευλογούσε τον πατέρα για τη συνθήκη αυτή, του δινε όλου του κόσμου τις ευχές, έστελνε πάντα ο μελισσοκόμος για ευχαριστίες μια νταμιτζάνα τσίπουρο της χρονιάς και μέλι απ΄τα μελίσσια και δεν παρέλειπε να διαβεβαιώσει πως άναβε τα καντήλια των παππούδων του Νίκου, αν και δεν του τόχε ζητήσει κανείς. 

Τώρα εκεί μπροστά καθόταν ο πατέρας. Τα μελίσσια τα πιο πολλά καμένα, κατεστραμμένα, σκέτο κάρβουνο μαζί με την ξύλινη περίμετρό τους,  σε μερικά μόνο είχαν σωθεί τα καπάκια, άσπρα βαμμένα και με νούμερα πάνω, έχασκαν άβολα πάνω στο καμένο κι αυτό χόρτο, εικαστική δυστοπία, η φωτιά πέρασε απ΄το χωράφι, το σπίτι, από θαύμα λες, δεν τ΄άγγιξε – πέρασε πέρα, αλλά τα ελληνοτουρκικά σύνορα, τόσο κοντά, μια δρασκελιά, δεν τα διέσχισε, σα να σκιάχτηκε κι αυτή τους συνοροφυλάκους, μάτια κρυμμένα στα χόρτα που θρέφαν το μελίσσι. 

Μερικές, λίγες μέλισσες είχαν διασωθεί, πεντάρφανες πέταγαν τώρα μην ξέροντας κατά πού να πάνε, να βρουν το μελίσσι ψάχναν, όμως μελίσσι δεν υπήρχε πια. Ο χωριανός, παλλίκαρος γύρω στα σαράντα, μα τώρα σα μικρό αγόρι και ζαρωμένος, ήταν εκεί ορθός και τριγύριζε όλο, άγγιζε τρυφερά τα καπάκια που είχαν απομείνει και μοιρολογούσε: 

“Πάνε τα γλυκά μου τα κορίτσια πάνε, τίποτε δεν έμεινε, βασανίστηκαν,  καήκαν όλα, ρημαδιό, πού να πάνε τώρα, τι να κάνουν, στάχτη όλα, κοίτα τες, χαμένα τάχουν, πάνε….” 

Ο πατέρας κρατούσε τα χέρια πεσμένα, το παγούρι το πέτσινο ακόμα στο δεξί, κρεμόταν κι έχασκε χωρίς καπάκι, τα χείλη του μόλις βρεμμένα απ΄το νερό, οι σακούλες των ματιών του υγρές. Βουβά έκλαιγε τις μέλισσες. ΄Υστερα το βλέμμα του καρφώθηκε πέρα, στο σύνορο με την Τουρκία. Κοιτούσε, μα δεν έβλεπε. 

Ο χωριανός ξανά ολοφυρόταν και θρηνούσε το μελίσσι, τα χέρια του μαύρα απ΄την τύρφη όπου άγγιζε, έπιαναν τα βρεμένα μάγουλα, τα μαύριζαν κι αυτά: 

“Πάνε τα πουλάκια μου, κοίτα τα, αυτά μοναχά σωθήκαν, μα σπίτι δεν έχουν πού να πάνε, τα πουλάκια μου…” τραβούσε θρηνητικά τη φωνή. 

Και ακολουθούσε με το βλέμμα τις δυο-τρεις μέλισσες, που αποσυνάγωγες έκοβαν βόλτες αργά πάνω απ΄τα κεφάλια τους. Μες στη σταχτιά νεκρική ησυχία. 

Σελιδοδείκτης| Πες του, θα το ξαναδιαβάσω | Πες της , Χρήστος Οικονόμου

Της Μαρίνας Καρτελιά.

Χρήστος Οικονόμου

carview.php?tsp=

Πες της

Τελείωσα το Πες της του Χρήστου Οικονόμου που κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πόλις, μέσα σε αναλογικά δυο μέρες. Το άρχισα τη μια και μέχρι το βράδυ είχα φτάσει στα μισά.

Δεν είναι τόσο ότι είναι μικρό. Ούτε ο ρέων χαρακτήρας της πλοκής του βιβλίου. Είναι το λέγειν της ηρωίδας που εργάζεται ως κούριερ {ουφ, είδατε; Απέφυγα το σκόπελο να βάλω γένος στη λέξη, κάτι που απασχολεί τις πρώτες σελίδες, αλλά εγώ σπόιλερ δεν κάμω, θα καταλάβετε τι εννοώ όταν το διαβάσετε}. Είναι ότι αυτή η γυναίκα, που τώρα καταλαβαίνω ότι δεν ξέρουμε το όνομά της και δεν μας απασχολεί, μοιράζεται μαζί μας μέρες από την επαγγελματική της ζωή, αφού μέσα απ΄΄΄’αυτή, ρεπορταζιακά καταγράφει και παρατηρεί τις ζωές των ανθρώπων.

Το μοντάζ και ντεκουπάζ των σκηνών και επεισοδίων, των ανθρώπων και των μικρών ιστοριών τους που διαρκούν όσο και μια παράδοση ή παραλαβή δ΄έματος είναι εξαιρετικά ενδιαφέρον, σφιχτό και αποδίδον το σασπενς που μας χρειάζεται. Δεν υπάρχουν κεφάλαια, ούτε ενότητες, η ιστορία είναι γραμμένη ως ρέουσα απ’την αρχή ως το τέλος, αλλά ούτε κι αυτό μας χρειάζεται, αφού η αφηγήτρια ξέρει να κόβει μόνη της τις ιστορίες χωρίς να μπερδευτούμε, τόσο όμορφα και τόσο φυσικά, ώστε προς το τέλος όταν θα ενωθούν τα περιστατικά στη γραφή της, να μπορούμε να συνάγουμε το απαύγασμα, το απόσταγμα και το γιατί.

Οι παράξενοι ήρωες παραλήπτες ή αποστολείς, είναι άνθρωποι που όλοι μας μπορεί να συναντήσουμε αλλά η αφηγήτρια, με την πένα του συγγραφέα καταφέρνει να ρίξει πάνω τους τον προβολέα, να φέρει φως απ’το σκοτάδι μέσα, όπως συχνά λέει.

Δυο φράσεις λάιτ-μοτίβ, επαναλαμβανόμενες δηλαδή ανά τακτά διαστήματα, δίνουν απ’τη μια το στίγμα της κεντρικής ηρωίδας, αυτό του παρατηρητή, κι απ’την άλλη μας ενώνουν αφηγηματικά με την τελευταία ιστορία που είναι και η αρχική του βιβλίου.

Η σοφία που ξεπετάγεται από το αύτανδρο χιούμορ, φ΄έρνει δάκρυ άλλοτε, και την ίδια στιγμή, κελαριστό, πηγαίο, αληθινό γέλιο όπως πριν από πάρα πολύ καιρό, κι αυτό είναι προσόν. Με την κυρία Χρυσοστόμου, μου ήρθε γέλιο έως δακρύων και αντηλαλούσε σ΄’όλα τα βότσαλα της παραλίας. ΄ ‘Αλλοτε πάλι είναι πικρό, καυστικό χιούμορ που σε σημαδεύει καλύτερα από την πιο σοβαρή ή σοβαροφανή ανάλυση.

Με αρχικό στίγμα τη διεύθυνση, την οδό του συμβάντος, ο συγγραφέας αποδεικνύει πόσο όσο ενδεικτική είναι, άλλο τόσο είναι και τυχαία, αφού τα όσα συμβαίνουν θα μπορούσαν να συμβούν οπουδήποτε. Και οποτεδήποτε.

Το θέμα του χώρου απασχολεί τον συγγραφέα όσο και το θέμα του χρόνου. Επομένως το θέμα του θανάτου αντάμα με το θέμα της αγάπης, κυρίαρχα πάντα θέματα της λογοτεχνίας, αποτελούν κι εδώ κι απλώνονται από την αφηγήτρια ως κεφαλαιώδη και ως ρυθμίζοντα τις εξελίξεις και το δρόμο της ζωής.

Ο πόνος, επίσης είναι ένα ζήτημα που απασχολεί. Η απώλεια και πώς τη διαχειρίζονται οι άνθρωποι. Η κοινωνική αντισυμβατικότητα και η συμβατικότητα, η μοναξιά και οι μικρές τραγωδίες που θραύσματα τους ανακαλύπτονται πίσω από κλειστές ή μισάνοιχτες πόρτες.

Συμπερασματικά, ο κόσμος μας περιγράφεται, με απλές λέξεις, με τρανταχτές εικόνες όσο κι απλές, με κινηματογραφικές λεπτομέρειες ενός διευθυντή φωτογραφίας, που δε θέλει να κάνει το Ραν, ή μια επική ταινία, δεν θέλει να φτιάξει ένα ρομαντικό αριστούργημα με τα ειδυλλιακά τοπία. Είναι περισσότερο μια αλμοδοβαρική ματιά, αυτή των κουρελιών που τραγουδάνε ακόμα, έχει πινελιές από τους Αισθηματίες, και την ίδια στιγμή από τους Ατσίδες με τα Μπλε, αλλά και από τις ταινίες του Ντε Σίκα, του Αντονιόνι, στιγμές του Αγγελόπουλου, για να καταλήξει στο Ρόμα ως ατμόσφαιρα, του Κουαρόν.

Η σκηνή από το χωριό ως το σπίτι και η ξιφομαχία στο χιόνι είναι υψηλή κινηματογραφία..

Οι ιστορίες του Χρήστου Οικονόμου έχουν αξία, χρώμα και μουσική. ‘Εχουν και διάρκεια ως αποτύπωμα στη μνήμη. Μένουν. Γι’αυτό, επειδή θέλω να το καλοχωνέψω,

Πες του, το αγάπησα και θα το ξαναδιαβάσω.

ΔΕΊΤΕ εδώ ένα απόσπασμα

Χρήστος Οικονόμου

Πες της

Εκδόσεις Πόλις

Χαμάμ

«Το καραντί, το καραντί

Θα μας μπατάρει

Σάπια βρεχάμενα τσιμέντο και σκουριά

Από νωρίς δεξιά στην μάσκα την πλωριά

Κοιμήθηκεν ο καρχαρίας που πιλοτάρει».

carview.php?tsp=

Δύομιση θάτανε που μπήκα. Τον φοβόμουν τον θάλαμο λίγο, τον ατμό φοβόμουν, έσερνα ένα παλιό αναπνευστικό, όχι σάουνα, θάνατος η σάουνα για τα πνευμόνια, θάνατος είναι οι κάριες που χτυπιούνται γιατρέ, τα ΄λεγε ο Καρυωτάκης πήγε φούνταρε.

Τουναντίον. Πολύ ήρεμος ο θολωτός χώρος του χαμάμ. Απέναντι δυο κοπέλες. Αμήχανες οδηγίες στ΄αυτιά μου για τη χρήση της γούρνας, της λούφας, το τάσι, το γκιουζέλ. Προσπαθώ αρχικά να βρω ανάσα και σκέφτομαι αν πανικοβληθώ να βγω. Είναι καλό που μπορώ να βγω. Τα παιδιά στο τραίνο δεν μπορούσαν. Γιατί το σκέφτηκα τώρα αυτό;Δεν σκέφτεσαι τίποτε άλλο τόσες μέρες.

Μπαίνει μουσική ανατολίτικη, πνευστά κι έγχορδα αγγέλων με παρασέρνουν σε κόσμους άλλους, το μυαλό φεύγει, κοιτάω το θόλο, θυμάμαι πως μπορώ πάντα να φύγω, αλλά αρχίζω να μη θέλω. Μια ακινησία, μια υγρασία γλυκιά, που υπνωτίζει, βρέχομαι λίγο, απέναντι δυο κοπέλες, το μοναδικό αγόρι έχει ξαπλώσει φαρδύς πλατύς στο κεντρικό στρογγυλό που θερμαίνεται κι αυτό, διαλογίζεται, τα μάτια κλειστά.Σκέφτομαι τον παππού στην Πολίτικη Κουζίνα, στο χαμάμ με τους φίλους του. Και το βλήμα απ΄τον πόλεμο που τον πονάει με τον καιρό. Εμένα, μέσα στον ώμο, τον αριστερό, με πονάει απ΄τον ατμό.

Σκέφτομαι τα παιδιά των Τεμπών. ΄Ισως εκεί μέσα στον ώμο είναι το δικό μου πριτσίνι των φτερών όταν έρθει η ώρα. Σ΄εκείνα οι άγγελοι δεν είχαν που να βιδώσουν τα φτερά, τα πέρασαν με σχοινιά μεταξωτά να μην πονούν τα τόσα τραύματα άραγε;

Παππού, το βλήμα ήταν το σημείο για το δικό σου πριτσίνι. Ο εγγονός δεν πρόλαβε μα εσύ είχες προλάβει να ζήσεις τόσα. Τα μάτια μου κλείνουν μόνα τους. Κανένας έλεγχος. Μισή ώρα εκτός πολιτισμού, κινητό μηδέν, αμηχανία μηδέν.Κοιτάω τους άλλους, νέα κορίτσια, νέο αγόρι, καμία αμηχανία, επικοινωνουν οι ατμοί μας, συστολή όμως καμιά, φοράμε μαγιώ και μια μικρή απορροφητική πετσέτα πάνινη στη μέση, κοιταζόμαστα στα κρυφά, καμιά ντροπή, ντροπή μονάχα στους φταίχτες, γιατί να ντραπούμε εμείς, έχουμε επιλογή, έχουμε ζωή μπροστά, τα βλέφαρα σφραγίζουν, δεν αντέχω βρέχομαι.

Ξεκινάω με τη λούφα να κάνω το δέρμα να πονά μα κείνο κοιμάται κάτω απ΄τους ατμούς. Κοιμάται ή ξυπνάει. Τρίβω λίγο το σώμα, τα χέρια τα πόδια, ξεπλένω, κλείνω τα μάτια. Ακούω τα όργανα κι από πίσω ψαλμωδίες, ψιθύρους «πάρε όταν φτάσεις», «όχι τώρα, όχι νωρίς είναι», «δεν έχω δοκιμάσει ουίσκυ», «ήθελα να πάω στο Παρίσι, δεν πρόλαβα», «Μαμά μη με περιμένεις», ψαλμοί αγγέλων, ή παιδιών, δεν ξεχωρίζω, ενώνονται και φεύγουν από την κεντρική οπή στο θόλο του χώρου.Τόσο φως στο ημίφως. Τόση λύτρωση. Τόση συγχώρεση απ΄το σύμπαν πού βρέθηκε; Μας στέλνουν σήματα τα θύματα, είναι άγγελοι τα θύματα και διάβολοι εδώ κάτω, αυτούς δεν πρέπει να τους αφήσουμε να μπουν στο πετσί μας, τρίβω με τους κόκκους απολέπισης, λέπια φεύγουν, δεν είμαι ψάρι πια, δεν είμαι γυναίκα, σήμερα είμαι μόνο μάνα, ολονών αυτών που φωνάζουν, που φώναζαν πριν λίγο, έγιναν η φωνή των παιδιών.

Καταβρέχομαι με το τάσι, απ΄την κορφή ως τα νύχια, τα νερά φεύγουν, το αίμα φεύγει, ξεπλένεται το αίμα; ΄Οχι τα πλακάκια είναι κόκκινα κι αυτά, ξεχωρίζω κάτι γράμματα μες στους ατμούς διαγράφονται από μοναχά τους, δηκεοσίνη γράφει, στρέφω το βλέμμα προς το θόλο. Κόκκινο φως κι εκεί.

Η ελευθερία είναι εδώ στο κέντρο του στρογγυλού κρεββατιού. Λευκή σαν το φως που βγαίνει τώρα. Ζωηρή. Φρέσκια. Ελπιδοφόρα. Μοιάζει της Εριέττας, της Ιφιγένειας, της Ελισάβετ. Φοράει μια ριγέ γκρι απορροφητική πετσέτα. Αισθανόμαστε λεύτεροι, τα μυαλά μας μιλάνε, συνομιλούν, αυτό λένε, είμαστε λεύτεροι, «το μυαλό είναι ο στόχος», «υπερασπίσου το παιδί, γιατί αν γλυτώσει το παιδί….»Με τους τελευταίους ατμούς καθαρίζει κάθε θλίψη. Τίποτα. Υπάρχει μόνο ηρεμία κι απόφαση.

Με το τελευταίο ξέβγαλμα φεύγει κάθε βάρος, κάθε κύτταρο φωνάζει πεντακάθαρο, βγαίνουν τα κύτταρά μας και μπερδεύονται. Είμαι κορίτσι, γυναίκα, άλλο. Είμαι 18 και διψάω για ζωή. Θα προλάβω, σκέφτομαι. Απ΄τους ατμούς που σβήνουν διακρίνεται απέναντι ο παππούς. ΄Εχει στη μέση του πετσέτα και στους ώμους χνουδωτά φτερά. Κουνάει το κεφάλι καταφατικά. Με έμφαση. Ξέρει την Αλήθεια.

Σελιδοδείκτης | Live streaming | Το στίγμα του κακού | Εχτές στο θέατρο Faust

Γράφει η Μαρίνα Καρτελιά.

Live streaming

Λέων Α. Ναρ

carview.php?tsp=

Ο χώρος, προϊδέαζε γι’αυτό που επρόκειτο να συμβεί επί σκηνής. Και το τελευταίο ποτό της βραδιάς μετά την παράσταση, ήταν ακριβώς αυτό. ΄Ενα Jameson Black Barell, ένα δυνατό ποτό, πολλαπλής και πολυετούς ωρίμανσης που βγαίνει από ένα μαύρο βαρέλι.

  • carview.php?tsp=
  • carview.php?tsp=
  • carview.php?tsp=

‘Οπως και η γραφή του Λέοντος Ναρ. Από το Δεν Σε ξέχασα Ποτέ, η σύλληψη και σκέψη και προπαντός η σύνδεση έχει προχωρήσει πολλά επίπεδα. Πολλές πίστες συγγραφικής ωρίμανσης και εμπειρίας. Αυτά που είναι πρώτες αναγνώσεις του κειμένου έχουν μυστικά νήματα που σε πάνε έξυπνα στα πιο κάτω, στα πιο βαθιά επίπεδα όσο σκέφτεσαι την παράσταση. Κυρίως ξεκάθαρα το επόμενο πρωί.

‘Ενα αυτοκινητιστικό ατύχημα γίνεται αιτία και αφορμή να ξεδιπλωθούν μπροστά μας ήδη αδιέξοδες ζωές, όπου αναγνωρίζουμε δικές μας πτυχές ή ολόκληρες ζωές όσο προχωράει το έργο.

carview.php?tsp=

«Είμαστε αντανάκλαση»

αναφέρεται, δε θα πω σε ποια στιγμή. Και είναι αλήθεια.

Το έργο αν δεν ήταν θεατρική παράσταση θα μπορούσε να είναι ένα μεστό, διόλου ξύλινο δοκίμιο πάνω στην κοινοτοπία του Κακού. Και στη μάχη του αενάως, ανά στιγμές κυριολεκτικά, με το Καλό. Το κακό και η λεπτή γραμμή που το χωρίζει από το καλό, είναι ο κύριος θεματικός κορμός. Αλλά όχι το μόνο θέμα. Βγαίνει όμως η αλήθεια του κειμένου με άμεσο, σκληρό τρόπο, όσο σκληρή είναι και η πραγματικότητα. Η καθημερινότητα. Απασχολεί στο έργο, το πόσο εύκολο είναι να περάσεις στην αντίπερα όχθη από το Καλό στο Κακό. Το πόσο γρήγορα μπορεί να συμβεί αυτό.

«Μέχρι μια ηλικία είμαστε αυτό που μας δίνει η Φύση. Μετά είμαστε αυτό που προσπαθούμε να γίνουμε.»

Απασχολεί το έργο η δισυπόστατη φύση του ανθρώπου, τα πρέπει και τα θέλω, ο καλός κι ο κακός εαυτός. Σκηνοθετούμε τη ζωή ή ζωή μας σκηνοθετεί; Αυτή η διττή κατάσταση, το συνεχές δίπολο, εφιαλτικό κάποιες φορές για την ισορροπία της ταυτότητας, υπηρετείται άριστα από τη σκηνοθετική απόδοση καθώς οι ηθοποιοί, δυο τον αριθμό, παίζουν και μπαινοβγαίνουν σε τέσσερις ρόλους. Πέμπτος υπέρτατος ρόλος ή χωρίς αριθμό, ο παππούς. Η συνείδηση. Με την παρουσία τη διαδικτυακή, που δικαιώνει τον τίτλο και στιγματίζει την εποχή – το στιγματίζει δεν το χρησιμοποιώ τυχαία, θα δείξω παρακάτω – με τη φωνή της Συνείδησης όπως την είδα, της Ρίζας, της κληρονομιάς, μιας ζωής αντίστασης και πάλης για το Καλό και τα Ιδανικά, γίνεται στην επόμενη γενιά, μια ζωή γεμάτη βία. ΄Οχι αυτός που δέχεται, αλλά αυτός που την ασκεί. Και ικανοποιείται.

Στα πρώτα επίπεδα του κειμένου βρίσκεται ο ρόλος των μέσων δικτύωσης και τεχνολογίας στη ζωή μας. Και πόσο αυτός συνδέεται με το Κακό. Πόσο το διευκολύνει, πώς το αναδεικνύει, αν ο αλγόριθμος και τα κλικ και οι σέλφις είναι ζωή ή παράσταση; Πόσο δύσκολο ή εύκολο το κάνουν τα μέσα, το να μπορείς να αντισταθείς, να μη συνηθίσεις την εικόνα του Κακού, να μην την προσπερνάς ως καθημερινότητα;

Πόσο, εντέλει, στο ρόλο του αφανούς γιού της οικογενειας, που βιώνει όλη τη ρίζα της αντίστασης, κι όλη την έκφραση του κακού, είναι εύκολο να εντοπίσεις τα στίγματα; Ηλεκτρονικά και μη; Πόσο, εντέλει αναρωτιέται μέσα απ΄το έργο ο συγγραφέας, είναι εφικτό, το παιδί να γλυτώσει; Να καταφέρει να αναγνωρίσει ανάμεσα στα μπερδευτικά στίγματα, το στίγμα του Κακού; Και να μην το αφήσει να το ρουφήξει;

Η πρόταση υπάρχει και είναι φωτεινή. Κι έχει να κάνει με τη μόνη ισχυρή άμυνα. Το ‘Oνειρο.

«Μπορείς να πάρεις από τα παιδιά το όνειρο; Αν πάρεις από τα παιδιά το όνειρο είναι σαν να παραδίδεις τον πλανήτη. Αμαχητί.»

Η μάχη αυτή δόθηκε χτες, στην πρεμιέρα, μπροστά μας. ΄Ολα ήταν ρόλος. Τα φώτα, η μουσική που έπαιζε πριν ακόμα αρχίσει η παράσταση, η σκηνοθετική ματιά με τον παππού, υπέροχο Ζουγανέλη απ ΄τη γιγαντοοθόνη σε ζωντανή σύνδεση, η διπολικότητα των ρόλων, τα απλά αλλά εμπνευσμένα σκηνικά, η κινησιολογία των χαρακτήρων, οι στοιχηματικές αλλά κερδισμένες ερμηνείες των ηθοποιών, που ενσάρκωναν τέσσερις χαρακτήρες, το Στέλιο τη Μελίνα τον Πωλ και τον Χέλμη.

Και το αφανές παιδί, ρόλος-κλείδί.

Κι ο συγγραφέας έγραψε γιατί θέλει να μας κάνει κοινωνούς:

‘Εχει αποφασίσει να το παλέψει.

Και μας έπεισε, με έπεισε να τον ακολουθήσουμε σε μια σκοτεινή πορεία προς στο φως. Το κατάλαβα, όταν μέσα στο σκότος της παράστασης προσπαθούσα να σημειώσω τις πύρινες λέξεις για να μη χαθούν. Χωρίς να βλέπω καν τι γράφω, πήρα μαζί μου την ουσία της παράστασης.

carview.php?tsp=

#WeRemember | Θυμόμαστε, δεν εκμεταλλευόμαστε | Ξανά στη Σαλονίκη | Λέων Α. Ναρ

Γράφει η Μαρίνα Καρτελιά.

ΛΕΩΝ Α. ΝΑΡ

carview.php?tsp=

ΞΑΝΑ ΣΤΗ ΣΑΛΟΝΙΚΗ

Το βιβλίο του Λέοντα Α. Ναρ, από τις εκδόσεις Πόλις, δεν είναι λογοτεχνικό, αλλά συμβάλλει σημαντικά.Για να πιάσουμε το νήμα. Κι αυτό γιατί κλείνει μέσα του τα άλλα που έχουν γραφτεί. Τ

Τιτλοφορείται «Ξανά στη Σαλονίκη (η μετέωρη επιστροφή των Ελλήνων Εβραίων στον γενέθλιο τόπο 1945-1946)» και ασχολείται με αυτό που λέει ο τίτλος και ο υπότιτλος : Την επιστροφή των Εβραίων στη γενέθλια πόλη τους και τις δυσκολίες που αντιμετώπισαν γυρίζοντας. Μέσα από ενδελεχή μελέτη, ως αντικείμενο της διδακτορικής έρευνας,στα ντοκουμέντα της εποχής από διάφορες πηγές, των οποίων αντίγραφα υπάρχουν μέσα στο βιβλίο, καταγράφεται η πραγματικότητά τους, η καθημερινότητά τους, όσων επέζησαν και γύρισαν στη Θεσσαλονίκη, προσπαθώντας να μαζέψουν τα κομμάτια μιας διαλυμένης ζωής και να συνεχίσουν, τιμώντας παράλληλα τα αγαπημένα τους πρόσωπα που θανατώθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Η καταγραφή αυτή είναι προσεκτική και λεπτομερής και γι΄αυτό ματώνει. Προσέχει με ευλάβεια και καταφέρνει με χειρουργική ακρίβεια και στοχοπροσήλωση να είναι αντικειμενική, να βλέπει τα πράγματα από απόσταση και να δώσει την τίμια εικόνα της κατάστασης όπως αποτυπώνεται στα έγγραφα και μαρτυρίες της εποχής. Ξεχώρισα ορισμένα σημεία και τα υπογράμμισα και αυτά σας παραθέτω, συστήνοντάς σας ανεπιφύλακτα την ανάγνωσή του.Εμένα μου ξεκλείδωσε πολλά, με ενημέρωσε για πράγματα που δεν ήξερα ότι έχουν συντελεστεί, μια και για τους Εβραίους και ειδικά της Σαλονίκης, για πολλά χρόνια μετά τον πόλεμο δε μιλούσε κανείς.

Στη σημερινή πραγματικότητα, όπου το τοπίο αλλάζει, αλλά παρουσιάζονται και κρούσματα βεβήλωσης του μνημείου με πρωτοφανή σκληρότητα, έχουμε χρέος να γνωρίζουμε και να θυμόμαστε. Το βιβλίο που έγραψε με πολλή φροντίδα ο Λέων Ναρ, βοηθάει ουσιαστικά προς αυτή την κατεύθυνση. Γιατί όπως σημειώνει στον επίλογο

«Η κοινωνία δεν έχει ακόμα συνειδητοποιήσει το μέγεθος και τη σημασία της λεηλασίας».

«Τα γεγονότα έδειχναν ότι η υπόμνηση της μνήμης μιας πληθυσμιακά συρρικνωμένης Κοινότητας, ενώ θα έπρεπε να αποτελεί καθήκον όχι μόνο των μελών και της ηγεσίας της, αλλά κεφάλαιο της εθνικής συλλογικής μνήμης, ήταν μηδαμινή».

«΄Ενα ακόμη θέμα το οποίο έθιγε το ίδιο υπόμνημα ήταν η κατάργηση του αντισημιτικού νόμου 205, ο οποίος εκδόθηκε κατά τη διάρκεια της γερμανικής κατοχής».

«Η ιστορική αυτογνωσία προϋποθέτει σίγουρα θαρραλέα οπτική.»

«Οι Ισραηλίτες ΄Ελληνες πολίτες, οι οποίοι είχαν υποστεί τον πρωτοφανή στα ιστορικά χρονικά διωγμό δεν κατέστη δυνατόν να αναλάβουν την περιουσία που τους ανήκε και την οποία στερήθηκαν κατ΄ακολουθία γερμανικών διαταγών και νόμων ελληνικών, οι οποίοι δεν έπρεπε να υφίστανται ακόμη».

«Στις 23 Μαρτίου 1946, το Δημοτικό Συμβούλιο αποφάσισε να επαναφέρει τα ισραηλιτικά ονόματα των οδών της πόλης και να δώσει σε δύο οδούς της πόλης τα ονόματα του συνταγματάρχη Φριζή και του ποιητή Γιοσέφ Ελιγιά».

«Η UNRA χορηγούσε μερικά φάρμακα και τα υπόλοιπα οι ασθενείς τα προμηθεύονταν από τα φαρμακεία Ασσέρ και Γαλλικόν».

«Σε διάστημα δεκατριών μηνών, ο αρχικός αριθμός των 7 φυματικών έφτασε τους 37 και από αυτούς οι 30 ήταν πρώην όμηροι, δηλαδή οι φυματικοί αυξάνονταν κατά δύο ανά μήνα. Η μεγάλη πλειοψηφία ήταν πρώην όμηροι και αυτό ήτα απόλυτα φυσικό για τους ανθρώπους που είχαν σωθεί από τα στρατόπεδα εξόντωσης και δεν ήταν δυνατόν να αντέξουν, εξαντλημένοι όπως ήταν, στις κακουχίες που αντιμετώπιζαν.»

«Ο Γυμναστικός Σύλλογος Μακαμπή την προπολεμική περίοδο είχε «σφυρηλατήσει στο γυμναστήριό του άνδρες με γερά σώματα και είχε προσφέρει στο αλβανικό έπος πενήντα ηρωικούς νεκρούς και ογδόντα περίπου τραυματίες. […] Είχε «πολλά μέλη που είχαν πάρει τον δρόμο της τιμής και του αγώνα στο αντάρτικο, στη Μέση Ανατολή, στο Ελ Αλαμέιν και στο Ρίμινι.»

«Αυτή ήταν η εικόνα της Κοινότητας το 1945. Μια Κοινότητας αμήχανης, μουδιασμένης, απόλυτα κλυδωνισμένης, μιας ομάδας ανθρώπων που προσπαθούσε να αναδυθεί από το απόλυτο μηδέν. Αναμετρώντας αποδεκατισμένη τις πληγές της, κατέβαλλε με δέος φιλότιμες και εξακολουθητικές προσπάθειες, […] πιέζοντας τους επίσημους φορείς να συντρέξουν το έργο της να αποκαταστήσει τις ανατιναγμένες και συλημένες Συναγωγές της, τα κατεστραμμένα σχολεία και τους γκρεμισμένους συνοικισμούς της.»

«Πολλοί από όσους γύρισαν από τα ναζιστικά στρατόπεδα είχαν την ευκαιρία να σταθούν στην επιστροφή τους σε άλλες χώρες της Ευρώπης. Τους προσφέρονταν παντού δουλειά, σπίτι, με δεδομένη την κατανόηση της συμφοράς τους, ακόμα και υπηκοότητα, για να μείνουν. «Kανείς δεν έμεινε. ΄Ενας-δυο σποραδικά και πού, στην παμψηφία τους βιάζονται να πατήσουν μια ώρα αρχύτερα το χώμα της πατρίδας τους».

΄Εχουν περάσει χρόνια απ΄όταν ήρθε στα χέραι μου αυτό το βιβλίο, μα πάντα θα ανατρέχω, τουλάχιστον στη διάρκεια του μήνα Γενάρη, αλλά και άλλες φορές, όταν θα βρίσκομαι σε άλλα βιβλία, που μιλάνε για την συγκεκριμένη πληγή, για την ανάσα της πόλης που ακούγεται να βγαίνει απ΄τα ιερά μάρμαρα της μνήμης των Εβραίων που χάθηκαν και σήμερα βρίσκονται σκορπισμένα στις γωνιές της πόλης. Κάθε φορά που πάω στη Σαλονίκη, ακούω αυτές τις μυστικές φωνές που ζητούν αποκατάσταση, και θυμάμαι το μαύρο τοίχο με τα ονόματά τους στο Εβραϊκό Μουσείο, με στοιχειώνει αλλά και με πεισμώνει εξακολουθητικά η αναγραφόμενη εκεί φράση:

Η καταμέτρηση συνεχίζεται….

Ακούστε στο 0:33 τον ίδιο τον συγγραφέα να μιλάει για το βιβλίο του, ή παρακολουθήστε από κοντά το σχετικό με την Ημέρα Μνήμης σεμινάριο του Εβραϊκού Μουσείου Θεσσαλονίκης στις 25 Ιανουαρίου 2023 με θέμα «Η Ισραηλιτική Κοινότητα Θεσσαλονίκης από το Μεσοπόλεμο στο Ολοκαύτωμα: Ιστορία, Λογοτεχνία και η διδακτική της αξιοποίηση στο οποίο συμμετέχει ο συγγραφέας Λεων Α. Ναρ και μιλά για το βιβλίο και το θέμα.

carview.php?tsp=

Ξανά στη Σαλονίκη,

Λέων Α. Ναρ,

Εκδόσεις Πόλις.

carview.php?tsp=

Ο Λέων Α. Ναρ γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1974. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία στο Α.Π.Θ. και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές Νεοελληνικής Φιλολογίας, Βιβλιολογίας και Διδακτικής της Λογοτεχνίας στο ίδιο Πανεπιστήμιο (2000), ενώ το 2007 αναγορεύτηκε Διδάκτωρ Νεοελληνικής Φιλολογίας. Τον Νοέμβριο του 2015 έγινε δεκτός ως μεταδιδακτορικός ερευνητής στο Πανεπιστήμιο Μακεδονίας και τον Δεκέμβριο του 2017 ολοκλήρωσε την μεταδιδακτορική του έρευνα.Το 2007 εξέδωσε (σε συνεργασία με τον Γιώργο Αναστασιάδη και τον Χρήστο Ράπτη) το βιβλίο Εγώ ο εγγονός ενός Έλληνα, η Θεσσαλονίκη του Νικολά Σαρκοζί[1], (Καστανιώτης) το οποίο μεταφράστηκε και στα γαλλικά. Το 2009 εκδόθηκε το δίτομο έργο του Ναρ με τίτλο Γιωσέφ Ελιγιά, Άπαντα[2] (Γαβριηλίδης), ενώ την ίδια χρονιά επιμελήθηκε το επετειακό λεύκωμα 25 χρόνια Ιανός[3]. Το 2011 κυκλοφόρησε το δίγλωσσο (σε ελληνική και αγγλική γλώσσα) βιβλίο του με τίτλο Το μέλλον του παρελθόντος, Θεσσαλονίκη 1912-2012[4] (Καπόν), (με φωτογραφίες του Γιώργη Γερόλυμπου), και η μελέτη Ισραηλίτες Βουλευτές στο Ελληνικό Κοινοβούλιο[5] που επιμελήθηκε το Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων. Το 2014 κυκλοφόρησε το βιβλίο Το παιχνίδι της εξέδρας σχολιασμένα συνθήματα από τα ελληνικά γήπεδα[6] (Μεταίχμιο).Το 2017 κυκλοφόρησε (Ευρασία) το θεατρικό έργο του «Δεν σε ξέχασα ποτέ»[7] (μαζί με cd των σεφαραδίτικων τραγουδιών της ομώνυμης παράστασης) που ανέβηκε από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδος το 2017[8]. Το 2018 κυκλοφόρησε το βιβλίο Ξανά στη Σαλονίκη. Η μετέωρη επιστροφή των Ελλήνων Εβραίων στον γενέθλιο τόπο (1945-46)[9][10] από τις εκδόσεις Πόλις. Κείμενά του, επίσης, έχουν δημοσιευτεί σε 8 συλλογικούς τόμους.

Στη συνέχεια, κυκλοφόρησαν δυο πονήματα σχετικά με τα σεφαραδίτικα τραγούδια της Θεσσαλονίκης, το «I REMEMBER, ΘΥΜΑΜΑΙ» τρίγλωσση έκδοση (ελληνικά, αγγλικά, ισπανοεβραϊκά) βιβλίου/CD που βασίζεται στο μουσικό αρχείο του Αλμπέρτου Ναρ, με επιμέλεια του Λέων Α.Ναρ, όπου επιζώντες του Ολοκαυτώματος τραγουδούν σεφαραδίτικα τραγούδια, (2020) και Τα τραγούδια μας. Aνθολογία σεφαραδίτικων τραγουδιών της Θεσσαλονίκης» ανθολόγηση του σχετικού προσωπικού αρχείου συλλογής σεφαραδίτικων παραδοσιακών τραγουδιών που συγκέντρωσε ο Αλμπέρος Ναρ (2021) και τα δυο από τις εκδόσεις Ιανός.

Το 2022 κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πατάκη, το βιβλίο του για τον Θανάση Παπακωνσταντίνου «Να βρω ξανά του Νήματος την άκρη….», σχεδίασμα ποιητικής βιογραφίας του Θανάση Παπακωνσταντίνου, ενώ σε λίγες μέρες ανεβαίνει το καινούργιο του θεατρικό έργο «LIVE STREAMING» στο θέατρο Faust, σε σκηνοθεσία Αντώνη Καραγιάννη.