| CARVIEW |
«Και να ξαποστείλουμε τους κακομούτσουνους»[1] …
Δεν είναι εύκολο να θυμηθεί κάποιος πότε ξανά οι Έλληνες οδηγήθηκαν στις κάλπες με τέτοια παντελή έλλειψη ελπίδας. Η απερχόμενη κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ πρόλαβε και κατέστρεψε όχι μόνο ό,τι ελάχιστο είχαν αφήσει όρθιο οι προηγούμενοι μνημονιακοί σε επίπεδο οικονομίας αλλά και την αίσθηση που είχε διαμορφωθεί σε ένα μεγάλο τμήμα του λαού ότι «κάτι θα γίνει, θα δεις» και θα χαλαρώσει η μέγγενη της εξάρτησης από τα μνημόνια και τους δανειστές.
Η πρόσφατη τηλεμαχία των πολιτικών αρχηγών και το όλο αξιοθρήνητο επίπεδο της προεκλογικής αντιπαράθεσης επιβεβαιώνουν με τον χειρότερο δυνατό τρόπο αυτό το βαθύ αίσθημα απελπισίας και ανημπόριας. Η ουσιαστική αλαλία τόσο αυτών που θέλουν να μας (ξανα)κυβερνήσουν – είτε σαν κύριος κορμός είτε σαν κυβερνητικές τσόντες (ΣΥΡΙΖΑ, ΝΔ, ΑΝΕΛ, ΠΑΣΟΚ, ΠΟΤΑΜΙ συν ο απών αλλά ορμητικά ερχόμενος από τη λούμπεν γωνίτσα του Λεβέντης) – όσο και η πλήρης ανυπαρξία πραγματικού σχεδίου εξόδου από την κρίση από τους υπόλοιπους (ΚΚΕ, ΛΑ.Ε), τίποτα καλό δεν προοιωνίζονται για μετά τις εκλογές, όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα. Ο ελληνικός λαός πηγαίνει στις κάλπες για τρίτη φορά μέσα σε 8 μήνες εν μέσω ενός ανατιναγμένου οικονομικού, κοινωνικού και γεωπολιτικού τοπίου, με το χειρότερο δυνατό πολιτικό προσωπικό, χωρίς κινήματα στη βάση της κοινωνίας και με καμένες όλες τις εφεδρείες που πίστευε ότι διέθετε. Θα πρέπει να είναι αθεράπευτα αισιόδοξος κάποιος για να πιστεύει ότι η συγκεκριμένη κάλπη θα δώσει λύσεις άλλες από αυτές που έχει ήδη δρομολογήσει η Μέρκελ, τη συνεπικουρία του θιάσου που μας κυβέρνησε για 7 μήνες.
Είναι φανερό ότι αν κάποιος προχωρήσει στην παραπάνω εκτίμηση δεν έχει άλλη λύση μπροστά στις κάλπες από το άκυρο, το λευκό ή την αποχή καθώς αυτή η επιλογή αποτυπώνει πιο καθαρά από ποτέ την αναντιστοιχία ανάμεσα στις ανάγκες της πατρίδας και του ελληνικού λαού και την υπαρκτή κατάσταση των πολιτικών υποκειμένων που ζητούν την ψήφο μας. Βέβαια, η πλειοψηφία των συμπολιτών μας, είτε από συνήθεια είτε από υποχρέωση, θα βρεθεί στην κάλπη και θα επιλέξει κάποιο ψηφοδέλτιο τελικά. Αυτοί που θα το κάνουν έχουν παρ’ όλα αυτά τη δυνατότητα να τιμωρήσουν παραδειγματικά αυτούς που θέλουν να μας κυβερνήσουν, με δύο τρόπους. Πρώτον, να τιμωρήσουν το δίδυμο της συμφοράς και της πολιτικής απάτης, ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, που με ξεδιάντροπα ψέματα υφάρπαξε την ψήφο του λαού το Γενάρη τάζοντας λαγούς με πετραχήλια και σκισίματα μνημονίων για να φέρει νέα σκληρότερα μνημόνια και αποικιοκρατικές συμβάσεις, υψώνοντας ταυτόχρονα νέους σωρούς οικονομικών και κοινωνικών ερειπίων. Δεύτερον, να ψηφίσουν έτσι ώστε να εξαναγκάσουν τις κυβερνώσες δεξιά, αριστερά και κέντρο να συγκυβερνήσουν ώστε να λάβουν στο τέλος όλοι μαζί τα επίχειρα της μνημονιακής ενσωμάτωσής τους και των τραγικών πολιτικών επιλογών τους. Οι κυβερνητικοί «κακομούτσουνοι» του άταφου πτώματος του μεταπολιτευτικού πολιτικού συστήματος – μετά τη μνημονιακή νέκρωση και του τελευταίου ακμαίου μέρους του, της τάχα ριζοσπαστικής αριστεράς – θα πρέπει να καταδικαστούν στη διακυβέρνηση της χώρας χωρίς να έχουν τη δυνατότητα να ξεφύγουν αποδρώντας στη θέση κάποιας υποτιθέμενης «αντιπολίτευσης». Οι διαφορές τους εξάλλου στα μεγάλα και σημαντικά είναι ελάχιστες πια. Είτε ακούς σήμερα το μεταμνημονιακό Τσίπρα, είτε άκουγες τους απελθόντες Σαμαρά και Βενιζέλο, το ίδιο και το αυτό είναι. Μέχρι και τα ίδια επιχειρήματα χρησιμοποιούν για να δικαιολογήσουν τα αδικαιολόγητα. Εξάλλου, σε αυτό το σχέδιο φαίνεται να έχουν κατ’ αρχήν συμφωνήσει όλοι τους και με τους επικυρίαρχους, εξ ου και η επίσπευση των εκλογών και οι πρωτοφανείς θετικές εκδηλώσεις των ευρωπαίων αξιωματούχων και της Μέρκελ για τις πρόωρες εκλογές στην Ελλάδα. Μια τέτοια ευρεία συγκυβέρνηση όλων των μνημονιακών δυνάμεων, πέρα του ότι αντικατοπτρίζει την ωμή πολιτική πραγματικότητα, παράλληλα θα οδηγήσει σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα στη συντριβή όλου του παλαιού πολιτικού κόσμου (όσο και αν φτιασιδώνονται ως «νέο», π.χ. ΠΟΤΑΜΙ) καθώς τα αδιέξοδα που έχουν σωρεύσει η ανικανότητα, η ιδεοληψία και ο ενδοτισμός τους είναι ανυπέρβλητα.
Τέλος, για εκείνους τους λίγους που εξακολουθούν ακόμη να πιστεύουν στην ύπαρξη του πολιτικού δίπολου μνημόνιο/αντιμνημόνιο (παρά την οριστική ενσωμάτωση του «αντιμνημόνιου» στο «μνημόνιο» δια της κυβερνητικής οδού των κύριων πολιτικών εκπροσώπων του πρώτου, ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ) τότε η επιλογή της ΛΑΕ (αν κάποιος έλκεται από δραχμαυταπάτες) ή του ΚΚΕ (αν κάποιος επιθυμεί κάτι μαυσωλειωδώς «σοβαρό») δείχνουν μονόδρομος. Αρκεί να αντιλαμβάνεται ότι η ικανοποίηση πολιτικών φαντασιώσεων δεν αποτελεί σώνει και καλά και πολιτική πράξη με χειροπιαστό αποτέλεσμα…[2]
Τελειώνοντας, τίθεται εύλογα το ερώτημα τι μπορεί να γίνει, λοιπόν, μέσα σε τόση «μαυρίλα» και όταν το πανηγύρι των εκλογών παρέλθει; Nec spe, nec metu υποστήριζαν οι Λατίνοι («Χωρίς ελπίδα, χωρίς φόβο»). Η κατάρρευση της ελπίδας του ελληνικού λαού για μια γρήγορη και σχετικά αναίμακτη απεμπλοκή από την εξάρτηση του μνημονίου θα φέρει βαρύ το αποτύπωμά της στα κοινωνικά και πολιτικά πράγματα από εδώ και πέρα. Μπορεί να έχει όμως απελευθερωτικές συνέπειες, ιδιαίτερα αν αναλογιστεί κανείς ότι την ελπίδα αυτή επεδίωξαν τέσσερα χρόνια τώρα να την εκφράσουν πολιτικοί απατεώνες, εξουσιοφρενείς και διαταραγμένοι. Ελπίδα που ανατέθηκε σε πρόσωπα όπως ο Τσίπρας, ο Καμμένος, ο Φλαμπουράρης, ο Παππάς, η Ζωή, ο Βαρουφάκης, όπως παλιότερα ο ΓΑΠ και ο «αντιμνημονιακός» Σαμαράς δεν είναι ελπίδα αλλά αυταπάτη… Τέτοια ελπίδα και τέτοιοι εκφραστές να μας λείπουν πια! Μια τέτοια εξέλιξη, όσο κόπο και δάκρυα αν σωρεύει, αποδιώχνει το φόβο της υποτιθέμενης διάψευσης και μπορεί να λειτουργήσει λυτρωτικά. Τώρα έρχεται η ώρα που ο ίδιος ο λαός, σιγά-σιγά και επώδυνα, καταλαβαίνει ότι πρέπει να βγει μπροστά ο ίδιος και ότι η λογική της ανάθεσης συνάντησε τα καταστρεπτικά της όρια. Τώρα, που όλοι οι «κακομούτσουνοι» του πάση θυσία κυβερνητισμού και του σεσηπότος πολιτικού συστήματος θα βρεθούν αντιμέτωποι με τα καταστροφικά αποτελέσματα των επιλογών τους, έρχεται η ώρα για την κινητοποίηση της ίδιας της κοινωνίας. Έρχεται η ώρα για τη δημιουργία ενός δημοκρατικού πολιτικού σχεδίου σωτηρίας του λαού και της πατρίδας μας από τα κάτω καθώς οι κάθε λογής ελίτ βουλιάζουν στην ανεπάρκεια και την παρακμή. Το σχέδιο αυτό θα εκφραστεί από νέα πολιτικά υποκείμενα στα οποία θα αποτυπώνεται αδιαμεσολάβητα η μέγιστη κοινωνική και εθνική ανάγκη για μια ριζική αλλαγή σε όλα τα επίπεδα που συνθέτουν την νεοελληνική πραγματικότητα. Στους πολιτειακούς θεσμούς, στην παραγωγή, στην δημόσια και την τοπική αυτοδιοίκηση, στην Παιδεία, στον πολιτισμό. στις διεθνείς σχέσεις… Τώρα που οι ελπίδες που έταξαν με το αζημίωτο οι πάσης φύσεως και ιδεολογικού προσανατολισμού πολιτικοί απατεώνες διαψεύδονται με κρότο, τώρα μπορούμε πραγματικά να ελπίζουμε ξανά ως λαός!
Θόδωρος Ντρίνιας
Πάτρα, Σεπτέμβρης ’15
[1] Ελαφρά παράφραση τίτλου του μεταπολεμικού αλληγορικού έργου του Μπορίς Βιάν που αποδόθηκε στα ελληνικά ως «Και να καθαρίσουμε τους κακομούτσουνους».
[2] Συνειδητά δεν γίνεται αναφορά στη Χρυσή Αυγή καθώς δεν κρίνεται σωστό να μπλέκουμε ένα πολιτικό σχόλιο με το ποινικό ρεπορτάζ.
]]>7 μήνες δεν κυβέρνησαν σχεδόν σε κανέναν τομέα, με ελάχιστες εξαιρέσεις. Ο ένας, υπεύθυνος για την Παραγωγική Ανασυγκρότηση τάχα, ασχολιόταν με την αρθρογραφία της Ίσκρα (αν δεν έψαχνε Ρώσικες κατουρημένες ποδιές να φιλήσει), το ζεύγος ικανοποιούσε την φαντασίωσή του για ανοιχτά σύνορα, ο άλλος περίμενε να τον παρακαλέσουν οι δανειστές να μας …δανείσουν για να σώσει το ασφαλιστικό, έτερος αναγνώριζε το Κόσοβο, κλπ, κλπ, κλπ.
Ο εσμός αυτός τσαρλατάνων, γνωστός πλέον μετά τις αποχωρήσεις των διαφωνούντων, ως ΣΥΡΙΖΑ-Μαξίμου, έχει το θράσος να ζητάει επειγόντως την ψήφο μας για να «δικαιωθεί» για τις άοκνες προσπάθειές του για το «καλό της χώρας και του λαού». Τι απάντηση θα του δώσουμε ως λαός; Επιτρέψτε μου να μην είμαι ιδιαίτερα αισιόδοξος. Είμαστε τόσο αλαλιασμένοι που τη ζητάει την πολιτική απάτη το αίμα μας. Ο Χαντζόπουλος τα σκιτσάρει καλύτερα:
![]()
«Ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένας οργανισμός. Το ενιαίο κόμμα έχει διασπαστεί στα τρία. Αυτοί που είναι στο Μαξίμου, η ομάδα του Λαφαζάνη και η ΚΟΕ». Αυτά δήλωσε ο Μανώλης Γλέζος, στις 18 Αυγούστου 2015 στο Mega.
Η πολεμική που έχουν αναπτύξει εκπρόσωποι αμφότερων των τάσεων, εναντίον του «Μαξίμου» και της ηγετικής ομάδας του ΣΥΡΙΖΑ, δείχνουν να την επιβεβαιώνουν. Ωστόσο, αν κάτι έπρεπε να ξαναμάθουμε ως λαός αυτούς τους επτά μήνες της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, είναι –ακριβώς– να μην δίνουμε και μεγάλη σημασία στο τι λέει αυτή η αριστερά, αλλά στο τι πραγματικά κάνει.
Το πρόβλημα, βέβαια, είναι ευρύτερο, ιστορικό θα λέγαμε: Αν έχεις ανατραφεί με μια κοσμοαντίληψη η οποία ορίζει ότι η «ιδεολογία είναι αντανάκλαση» –και έτσι έχει ανατραφεί η αριστερά τουλάχιστον από την μεταπολίτευση και μετά– τότε πολύ απλά τα λόγια χρησιμοποιούνται ως άδεια πουκάμισα. Είναι σαν την μουσική, στις «μουσικές καρέκλες». Όσο ακούγεται, στριφογυρίζεις γύρω τους, και σαν σταματήσει τρέχεις να δεις σε ποια καρέκλα θα κάτσεις.
Η ΚΟΕ και η Πλατφόρμα, είναι δύο διαφορετικές συσσωματώσεις. Μάλιστα η δεύτερη είναι πιο μαζική από την πρώτη. Η πρώτη, όμως, είχε παραδοσιακά πιο ολοκληρωμένες θέσεις δείχνοντας κατά καιρούς ότι συμπεριλαμβάνει στην ανάλυσή της τα εθνικά θέματα, τον γεωπολιτικό παράγοντα, ζητήματα ταυτότητας και πατριωτισμού.
Απέναντι στον Τσίπρα, όμως, υποστηρίζουν την ίδια αφήγηση: «Πρόδωσε», ισχυρίζονται, τον αντιμνημονιακό χαρακτήρα της διακυβέρνησής του, καθώς και την προτεραιότητα της αναδιανεμητικής πολιτικής του «προγράμματος της Θεσσαλονίκης» (αυτό το οποίο πλέον πολλοί από τους κατοίκους της συμπρωτεύουσας αποκαλούν εν είδει αστεϊσμού ως «μπουγάτσα με μνημόνιο»).
Στην πραγματικότητα, η θεωρία περί «προδοσίας» συγκαλύπτει την λογική αλληλουχία των γεγονότων που μας οδήγησαν στην υπογραφή του τρίτου, χειρότερου μνημονίου, καθώς και στην εμβάθυνση της αποικιοποίησης της χώρας μας. Για να ίσχυε, θα προϋπέθετε να πήγαιναν όλα καλά, μέχρι την στιγμή της ‘κωλοτούμπας’ και ότι ο Τσίπρας αιφνιδίασε με μια ανεξήγητη στροφή 180ο μοιρών. Προφανώς, δεν συνέβη έτσι. Γιατί όμως επιμένουν;
Στην πραγματικότητα επιμένουν διότι η θεωρία της «προδοσίας» είναι εύκολη, και συγκαλύπτει την χρεοκοπία των δικών τους θέσεων. Αρχικώς, η δραχμή του Παναγιώτη Λαφαζάνη. Οι οπαδοί της, έχουν κάνει ένα τρομακτικό σφάλμα ερμηνείας, ακόμα και της ίδιας της λέξης. «Νόμισμα» δεν σημαίνει «αυτό που νομίζουμε». Ο Αριστοτέλης στα Ηθικά Νικομάχεια τους απαντάει: «οἶον δ’ ὐπάλλαγμα τῆς χρείας τὸ νόμισμα γέγονα κατὰ συνθήκην, καὶ διὰ τοῦτο νόμῳ ἐστί». Το νόμισμα καθορίζεται κατά συνθήκη, από τον νόμο, και στις μέρες μας η ελληνική κοινωνία και πολιτεία δεν έχει την ισχύ να τον θεσπίσει άμεσα.
Ακριβώς γι’ αυτόν τον λόγο, η καταστροφή του Τρίτου Μνημονίου προέκυψε από μια διαπραγματευτική στρατηγική που ήταν προγραμματισμένη να προσποιείται έναντι των δανειστών ότι είναι διατεθειμένη μέχρι και να συγκρουστεί και να πάει σε εθνικό νόμισμα. Ο Σόιμπλε, βέβαια, αντί να τρομάξει είπε «καλώς τα τα παιδιά». Με τα λόγια του Γιάννη Δραγασάκη, τάχατες από τους σοβαρούς της κυβέρνησης: «Πιστεύαμε πως αν απειλούσαμε με έξοδο, οι Ευρωπαίοι θα τρόμαζαν. Αποδείχθηκε λάθος εκτίμηση. Πριν από 3 χρόνια μπορεί αυτό να ίσχυε, αλλά στο μεταξύ κι εκείνοι πήραν τα μέτρα τους. Προς έκπληξή μας ο κ. Σόιμπλε, πρότεινε αν θέλαμε να βγούμε από το ευρώ, να μας βοηθήσει κιόλας». Συνεπώς, νυξ! Η διαπραγματευτική αποτυχία της κυβέρνησης, ευθύνης Αλέξη Τσίπρα και δια χειρός Γιάννη Βαρουφάκη, απέτυχε ακριβώς γιατί η επιστροφή στο εθνικό νόμισμα όντως αποτελεί «διακεκαυμένη ζώνη», όπως ξαφνικά θυμήθηκε ο Αλέξης Τσίπρας μετά την κωλοτούμπα του. Η δε ήττα του 3ου μνημονίου, παρήχθη ακριβώς γιατί το όλον του ΣΥΡΙΖΑ (όπως παλιά λέγαμε όλον ΠΑΣΟΚ για να καταδείξουμε ότι Τσοχατζόπουλος και Σημίτης αποτελούν δύο διαφορετικές όψεις του ιδίου νομίσματος) επέλεξε να δώσει την σύγκρουση με τους δανειστές δίχως πραγματικές δυνάμεις, και μάλιστα στο ανώτατο δυνατό σημείο: Πολιτική διαπραγμάτευση, με το «πιστόλι» της εξόδου από το ευρώ στο χέρι.
Τι μας λέει λοιπόν ο Λαφαζάνης; Ότι απλά πρέπει να κάνουμε fast backwards, να γυρίσουμε δηλαδή γρήγορα τον χρόνο προς τα πίσω, να κάνουμε το ίδιο σφάλμα, και να το ολοκληρώσουμε. Αυτό είναι «το σχέδιο της δραχμής» των Λα.Λα.Λε (Λαφαζάνης – Λαπαβίτσας – Λεουτσάκος). Έχει στην πράξη κανένα νόημα; Μα φυσικά και όχι. Ωστόσο χρησιμεύει πολύ στις μουσικές καρέκλες που παίζει σήμερα το κυβερνών κόμμα. Η μουσική παίζει, τα στελέχη τρέχουν γύρω γύρω από τις καρέκλες, ο Τσίπρας πάντα κάθεται στην θέση του Πρωθυπουργού, η χώρα μένει στο ευρώ, για να μπορεί ο Λαφαζάνης να λέει «δραχμή».
Εξ ου και οι απίστευτες παλινωδίες της Αριστερής Πλατφόρμας σε σχέση με την ψήφο εμπιστοσύνη προς την κυβέρνηση: Είναι, λέει, εκβιασμός! Να φανταστούμε ότι από «προδότες» οι της Αριστερής Πλατφόρμας περίμεναν διαφορετική αντιμετώπιση; Στην πραγματικότητα, διστάζουν, ακόμα να κάνουν το «μεγάλο βήμα» γιατί είναι ακόμα ετερόφωτοι. Και είναι ετερόφωτοι, γιατί το εναλλακτικό τους σχέδιο περί δραχμής δεν είναι καθόλου βιώσιμο. Ποια είναι όμως η πραγματική συνέπεια των όσων υποστηρίζουν; Απλώς, εγκλωβίζουν έναν ολόκληρο κόσμο που στέκεται εντελώς κριτικά πλέον απέναντι στο ΣΥΡΙΖΑ στην φρεναπάτη της δραχμής. Και εξουδετερώνουν πλήρως την αντιπολιτευτική τους δυναμική. Εάν, βέβαια, κάποια στιγμή αποφασίσουν να διασπαστούν από τον ΣΥΡΙΖΑ, αυτή θα είναι και η κύρια συνεισφορά τους στην ελληνική κοινωνία.
Από την άλλη, είναι η ΚΟΕ του Ρούντι Ρινάλντι. Η εκτίμησή της, για το εγχείρημα ΣΥΡΙΖΑ, ήταν λίγο πιο πολύπλοκη γιατί δεν διέθετε το «πασπαρτού» του εθνικού νομίσματος, που είχε η αριστερή πλατφόρμα. Η ΚΟΕ υποστήριζε, ότι όντως υπάρχουν πολλά προβλήματα στην συγκρότηση του ΣΥΡΙΖΑ και στην πορεία του προς την εξουσία, ωστόσο εκείνο που θα τα έλυνε ως δια μαγείας ήταν «ο λαϊκός ριζοσπαστισμός». Δηλαδή η κινητοποίηση του κόσμου, που αίφνης θα μεταμόρφωνε τον Τσίπρα από βάτραχο σε πρίγκιπα. Μέχρι να συμβεί αυτό το πράγμα, σύμφωνα με την ΚΟΕ, θα έπρεπε να ενισχύεται ο Τσίπρας ως πόλος μέσα στο κόμμα, γιατί αυτός ήταν που διατηρούσε την μεγαλύτερη επαφή με τον «λαό», και ήταν πιο κοντά στο αίσθημά του. Οι υπόλοιποι, ήταν εγκλωβισμένοι μέσα στις μάχες χαρακωμάτων της αριστεράς, ανίκανοι να συλλάβουν την έκταση και την εμβέλεια του διάχυτου αντιμνημονιακού αισθήματος, για το οποίο οι επικεφαλής της ΚΟΕ πάντοτε επαναλάμβαναν κατά την διάρκεια της προηγούμενης πενταετίας ότι είναι «πιο μπροστά» από τον ελληνικό πολιτικό κόσμο.
Γι’ αυτό, εξ άλλου, οι οργανωτικές θέσεις που έλαβαν στο κόμμα, και η πολιτική τους τοποθέτηση, ήταν κατά την τελευταία περίοδο κοντά στο Δραγασάκη και πίσω από τον Τσίπρα. Ενώ για ένα μεγάλο μέρος του τελευταίου εξαμήνου πριν τις εκλογές του 2015, έφτασαν να εκτελούν ακόμα και χρέη «συγκεντρωσιάρχη» του (μικρού) Αλέξη.
Η στιγμή της χρεοκοπίας των θέσεων της ΚΟΕ, ήρθε όντως όταν ο Αλέξης ήρθε σε ευθεία επαφή με τον λαϊκό ριζοσπαστισμό του 60%+ ΟΧΙ στο δημοψήφισμα. Όμως τα πράγματα έγιναν αντίστροφα απ’ ό,τι ανέμεναν: Ο Τσίπρας, έφτυσε τον λαό σαν να ήταν βάτραχος. Γεγονός που ήταν απολύτως αναμενόμενο, αν κανείς είχε την στοιχειώδη κοινή λογική να αντιμετωπίσει την λογική αλληλουχία των πραγμάτων. Μια μικρή χώρα όπως είναι η Ελλάδα, δεν μπορεί να νικήσει σε μια «μάχη χαρακωμάτων» με την… υπόλοιπη Ε.Ε., ακόμα και αν επικαλείται το λαϊκό αντιστασιακό φρόνημα[1].
Τότε γιατί σύρθηκε σε αυτό; Πολύ απλά γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ είναι ένα ιδεολογικά χρεοκοπημένο αριστερό κόμμα, δίχως όραμα, βαθύτατα εθισμένο στο «πόκερ της συγκυρίας», δηλαδή στον οπορτουνισμό. Γι’ αυτό εξ άλλου, μεταχειρίζεται το ψεύδος με τόση ευκολία και αποτελεσματικότητα –τέτοια, που κατάφερε το πρωτοφανές μέσα στην μνημονιακή Ελλάδα: να υπογράψει την χειρότερη συμφωνία από τις τρεις (λογικό, καθώς κάθε συμφωνία είναι χειρότερη από την προηγούμενη, πόσο μάλλον όταν είναι προϊόν μιας μείζονος διαπραγματευτικής ήττας) και ταυτόχρονα να μεταβάλει προς το παρόν τη λαϊκή οργή σε απελπισία και αποστράτευση.
Επομένως, δεν είναι αλήθεια, αυτό που υποστηρίζει ο Ρούντι Ρινάλντι ότι «για άλλο ΣΥΡΙΖΑ ξεκίνησαν, και άλλος ΣΥΡΙΖΑ τους βγήκε». Δεν τους βγήκε τίποτα. Ήξεραν πολύ καλά, πολύ καλύτερα από εμάς που βρεθήκαμε συνειδητά εκτός αυτών και των ΑΝΕΛ, με τι έμπλεκαν. Γιατί δεν φεύγουν τότε; Πολύ απλά γιατί ο ΣΥΡΙΖΑ έχει καταφέρει να τους μεταμορφώσει και τους ίδιους. Και να τους γραφειοκρατικοποιήσει μέσα από τις κοινοβουλευτικές έδρες, τον εσωκομματικό μηχανισμό, τον ιδρυματισμό που συνεπάγεται η συμμετοχή σε αυτόν –πόσο μάλλον όταν μιλάμε για την υπερ-γραφειοκρατία του ΣΥΡΙΖΑ, η οποία έχει καταφέρει να «ιδρυματοποιήσει» ακόμα και το κοινοβούλιο με τις μεταμεσονύχτιες πολύωρες συνεδριάσεις. Γι’ αυτό οι βουλευτές του προς το παρόν όλο «παραιτούνται» για να μην παραιτούνται. Διότι έχουν καταστεί κι αυτοί ετερόφωτοι πλανήτες του άστρου Τσίπρα.
Ωστόσο, η θεωρία που κομίζουν τώρα, έχει τα δικά της προβλήματα. Πρέπει να κάνουμε αυτοκριτική, έγραφε τις προάλλες ο Ρινάλντι, αλλά προς το παρόν προέχει να διαχωριστούμε πλήρως από τον «κακό ΣΥΡΙΖΑ». Μα πως θα διαχωριστείς ριζικά, αν δεν κάνεις αυτοκριτική, γιατί συνέπραξες στην συγκρότηση του όλου, κακούΣΥΡΙΖΑ; Γιατί υπήρχε και «καλός» ΣΥΡΙΖΑ; Και αν υπήρχε πρέπει να δώσουμε μια μάχη να τον αποκαταστήσουμε; Μήπως πρέπει να φτιάξουμε άλλον έναν καλό ΣΥΡΙΖΑ, δίπλα στον κακό; Η ΚΟΕ διατηρεί μικρή απήχηση, ωστόσο απευθύνεται σε πολύ πιο «ψυλλιασμένο» κόσμο από τους εργατομανδαρίνους της Αριστερής Πλατφόρμας. Αυτά που λέει αυτή τη στιγμή, εγκλωβίζουν τον κόσμο σε μιαν ατέρμονη συριζολογία. Και σε μιαν αντίληψη του στυλ «υπήρχε εναλλακτική λύση απέναντι στο αδιέξοδο των δανειστών», όπως επαναλάμβανε διαρκώς τις μέρες της κωλοτούμπας ο βουλευτής Αργολίδας της ΚΟΕ,Δημήτρης Κοδέλας. Ποια ήταν η εναλλακτική; Η μη-πρόταση του Λαφαζάνη; Κάποια άλλη πρόταση; Να κάνει απεργία σιωπής η ελληνική κυβέρνηση στα Γιούρογκρουπ επί έναν χρόνο; Να κρατήσει την αναπνοή του ο Αλέξης Τσίπρας μέχρι να σκάσει;
Ας μην γελιόμαστε. Η έκβαση της διαπραγμάτευσης δεν κρίθηκε μετά το δημοψήφισμα της 6ης Ιουλίου 2015. Είχε εν πολλοίς κριθεί από την 25η Ιανουαρίου 2015, οπόταν ο ΣΥΡΙΖΑ ανέλαβε την εξουσία με τους ΑΝΕΛ, τον Λαφαζάνη, την ΚΟΕ και τους λοιπούς σε ρόλο βαστάζου του αρχηγού, για να θυμηθούμε και τον Αστερίξ. Διότι, από τις πλατείες μέχρι τον κυβερνητικό θώκο δεν είναι «ένα τσιγάρο δρόμος», όπως ισχυρίζονταν όλοι αυτοί εδώ και πέντε χρόνια. Ούτε ο λαϊκός ριζοσπαστισμός, εν πολλοίς στιγμιαίος, η τουλάχιστον σποραδικά εκδηλωνόμενος στις πλατείες, στις παρελάσεις κ.ο.κ., δεν αρκούσε. Ούτε βέβαια, ο ΣΥΡΙΖΑ, το κόμμα του ιδεολογικού ανφάν γκατέ του συστήματος, μπορούσε να παίξει ρόλο πολλαπλασιαστή του λαϊκού ριζοσπαστισμού. Λειτούργησε, προσωρινά ελπίζουμε, ως ο νεκροθάφτης του.
Και είναι μεγάλες οι ευθύνες της ΚΟΕ και των συνοδοιπορούντων μαζί της, γιατί ακριβώς δεν παρέμεινανέξω από τον ΣΥΡΙΖΑ, ή γιατί δεν τον εγκατέλειψαν εγκαίρως , ούτε καν τον κριτίκαραν στην πρώτη περίοδο της διακυβέρνησης, για να συμβάλουν προκειμένου να καταστεί εφικτή μια σταδιακή ωρίμανση του λαϊκού ριζοσπαστισμού, και να δημιουργηθούν οι προϋποθέσεις συγκρότησης ενός αυθεντικά αντιστασιακού πολιτικού μορφώματος. Όχι κόμματος εξουσίας, αλλά αντιστασιακού μετώπου, που αρχικώς θα αναλάμβανε να μετασχηματίσει την διάχυτη οργή σε κίνημα με όραμα, στόχους, και πολιτική ωριμότητα.
Γι’ αυτούς τους λόγους, εξ άλλου, αποφασίσαμε να κάνουμε μια ειλικρινή κριτική τόσο στην Αριστερή Πλατφόρμα όσο και κυρίως στα πεπραγμένα της ΚΟΕ . Διότι από τη στιγμή που δείχνουν να συμμερίζονται τουλάχιστον ένα μέρος της κριτικής που εμείς κάνουμε από καιρό, τόσο πολλαπλασιάζονται και οι ευθύνες τους γιατί δεν έμειναν έξω από τις δυνάμεις που την καταστρέφουν. Και γιατί δεν έχουν βγει ήδη, όταν κάθε μέρα που περνάει αυτές οι καταστροφές πολλαπλασιάζονται. Αντ’ αυτού έμειναν τόσα χρόνια μέσα, και τώρα στέκονται εντός, εκτός και επί τα αυτά.
Τελικά, σε αυτό το κόμμα, τόσο οι «προεδρικοί» όσο και οι αντίπαλοί τους αντικαθιστούν την έλλειψη οράματος και σχεδίου για τη χώρα, κοινή σε όλους τους, με τακτικισμούς χωρίς τέλος. Τακτικισμούς ο Τσίπρας, τακτικισμούς ο Λαφαζάνης, τακτικισμούς και ο Ρινάλντι (ακόμα περιμένουμε την παραίτηση του Κοδέλα την οποία δήλωσε ότι θα κάνει από τις 13 Ιουλίου). Αυτή την πολιτική μάθανε τόσα χρόνια στα αμφιθέατρα όπου πλακωνόντουσαν για «τρεις πουτάνες», και στις εσωτερικές διαμάχες των γραφειοκρατιών και των μικρογραφειοκρατιών.
Τα πράγματα είναι σαφή. Καμία εναλλακτική δυνατότητα δεν υπάρχει μέσα στον ΣΥΡΙΖΑ ή τουλάχιστον μετον ΣΥΡΙΖΑ. Η μόνη εναλλακτική που υπάρχει, είναι εναντίον του ΣΥΡΙΖΑ, με έξοδο από αυτόν όσων υγιών δυνάμεων σε επίπεδο βάσης παραμένουν στο εσωτερικό του, –διότι σε επίπεδο «στελεχών» πολύ αμφιβάλουμε για την ύπαρξή τους– εδώ και τώρα. Θα πρέπει επί τέλους με όραμα και σχέδιο να επιτύχουμε τη συσπείρωση όσων υγιών αντιστασιακών διαθέσεων έχουν απομείνει σε αυτόν τον λαό προς άλλες κατευθύνσεις. Προς εκείνες τις δυνάμεις της τοπικής αυτοδιοίκησης, η οποία δεν έχει προσχωρήσει τόσο πολύ μέσα στο αποικιακό πλέγμα, προς την ενδογενή παραγωγική ανασυγκρότηση και την ανάπτυξη της χώρας από τα κάτω, προς τους χώρους δουλειάς, όπου πρέπει να συγκροτηθούν οι πιο αδύναμοι για να μην τους πετσοκόψουν η κυβέρνηση και οι μεγαλο-εργοδότες τους, στους χώρους της εκπαίδευσης που εδώ και τριάντα χρόνια έχουν ζωτική ανάγκη από μια πολιτιστική επανάσταση την οποία κανένας δεν την αναλαμβάνει, και οι περισσότεροι δεν την επιθυμούν. Προς την υπεράσπιση της Κύπρου, την οποία ετοιμάζεται να εκποιήσει ο Αλέξης σε αντάλλαγμα μιας διευθέτησης για το χρέος, προς την παρέμβαση στο μεταναστευτικό αδιέξοδο, ώστε να μην γεμίσει η Ελλάδα σε μερικούς μήνες Άγιους Παντελεήμονες, κοινωνίες-πεδία μάχης με τσακισμένη την πολιτισμική και κοινωνική τους συνοχή. Προπαντός δε προς την πρόταξη μιας πολιτικής με όραμα κοινωνίας
[1] Το οποίο ειρήσθω εν παρόδω, είναι αρκετά πιο πάνω από 60%+, γύρω στο 75%+, ωστόσο περιορίστηκε κατά το δημοψήφισμα εξαιτίας των βοναπαρτιστικών κινήτρων και προθέσεων που είχε αυτό: Ενός ηγεμόνα (Αλέξη) που ζητούσε την άποψη του ελληνικού λαού γύρω από το αυτονόητο (αν θέλει να ζει με αξιοπρέπεια και δίχως μνημόνια, ή αν θέλει να ζει δίχως αξιοπρέπεια με μνημόνια) για να ισχυροποιήσει την εξουσία του έναντι όλων των άλλων.
]]>Μπρός γκρεμός και πίσω ρέμα, η ο ορισμός στην πράξη της φυγής προς τα μπρός
Ιστορικό
Ανήκω σε εκείνους που είχαν επιφυλάξεις για την ορθότητα της επιλογής της εκλογικής αναμέτρησης του περασμένου Ιανουαρίου. Γνωρίζαμε ήδη από τότε οι παροικούντες την Ιερουσαλήμ πως, τουλάχιστον στο κομμάτι “παραγωγική ανασυγκρότηση”, πόσο μάλλον “ενδογενής” αντίστοιχη, υπήρχε από τα καθ ύλη αρμόδια πολιτικά μας όργανα πλήρης σιγή ασυρμάτου. Παντελής έλλειψη συγκροτημένου σαφούς σχεδίου και στρατηγικής, πόσο μάλλον ενδογενούς εθνικής στρατηγικής. Αυτή η έλλειψη στρατηγικής και από μόνη της, συνιστούσε εκ των πραγμάτων, και πέρα από τις όποιες καλές προθέσεις, την αποδοχή της στρατηγικής των όποιων ξένων κέντρων έχουν την δύναμη να παρεμβαίνουν στον γεωπολιτικό μας χώρο.
Όταν κάποτε ρωτήσαμε τον σ. Δραγασάκη σε ανοικτή συγκέντρωση για το ζήτημα, εισπράξαμε την φοβερή απάντηση πως το ζήτημα θα το επιλύσει “η ίδια η ελληνική κοινωνία”. Επρόκειτο άραγε για εκδήλωση αυξημένης δημοκρατικής ευαισθησίας, πλήρους αμηχανίας η και, ακόμη χειρότερα, πλήρους υποτίμησης και αδιαφορίας για το μόνο αληθινό ζήτημα που ταλανίζει την ελληνική κοινωνία; Πλήρους υποτίμησης και αδιαφορίας δηλαδή για την μητέρα όλων των προβλημάτων που καταστρέφουν την όποια εναπομείνασα αυθυπαρξία, ταυτότητα και παραγωγική υπόσταση αυτής της χώρας;
Ο πολιτικός μας χώρος, “μιμούμενος” την “ιατρική βιομηχανία”, αναλώθηκε με την αντιμετώπιση των συμπτωμάτων της “κρίσης”, τον μαρασμό της δημόσιας σφαίρας, τους χαμηλούς μισθούς και συντάξεις κτλ, υποτιμώντας παντελώς τα αληθινά αίτια της ασθένειας, την αληθινή ρίζα του κακού. Με μοναδικό “εργαλείο παγίδα” τον “ευρωπαϊσμό” μας, το ιδεολόγημα “της Ευρώπης των λαών”, οδηγηθήκαμε, παντελώς άοπλοι και απροετοίμαστοι επί της ουσίας, σαν κοινωνία και λαϊκό σώμα, σε μια κατά μέτωπο ανοιχτή σύγκρουση με το φάντασμα των “θεσμών” και την πραγματικότητα των κυνικών και ανεγκέφαλων ευρωπαϊκών μηχανισμών εξουσίας.
Οι μέρες και τα έργα της μικρής κυβερνητικής θητείας, επιβεβαίωσαν πέραν πάσης αμφιβολίας τους φόβους μας. Και δεν μιλάμε μόνο για τα δύσκολα, τις κατανομές των ελαχίστων διαθέσιμων κονδυλίων και πόρων. Πέρα από τα όποια μέτρα πρόσκαιρης αντιμετώπισης της ανθρωπιστικής κρίσης, βοηθήματα, 100 δόσεις κτλ., δεν καταγράφηκε το παραμικρό δείγμα πνοής μιας άλλης βούλησης, υπέρ ενός άλλου παραγωγικού μοντέλου και υποκειμένου. Η παραγωγική ανασυγκρότηση έτσι συνιστά το πιο πικρό ανέκδοτο. Στις σπάνιες περιπτώσεις που ο δημόσιος διάλογος υπερβαίνει την “διαπραγματευτική” κοινοτυπία, οι αμήχανοι εκπρόσωποι της κυβερνητικής πλειοψηφίας αναμασούν την ξαναζεσταμένη πραμάτεια της ίδιας αδιέξοδης “αναπτυξιακής” συνταγής με σαντιγί περί δήθεν ανακατανομών και αριστερότροπης διαχείρισης. Μιλάμε και για τα εύκολα, την ΕΡΤ για παράδειγμα. Που στην νέα ΕΡΤ μιλά ο παλμός της εξαναγκασμένης σε πλήρη βουβαμάρα ελληνικής κοινωνίας; Που βρίσκεται η όποια υγεία και ικμάδα της; Τα ίδια η αντίστοιχα πρόσωπα, η ίδια γλυκανάλατη και επί της ουσίας αδιάφορη αντιμετώπιση και αποσιώπηση της σκληρής πραγματικότητας μιας βαθειά πληγωμένης ελληνικής κοινωνίας. Η ίδια παντελής απουσία ενός εναλλακτικού, οραματικού, πειστικού και ελπιδοφόρου αφηγήματος. Μια υποβόσκουσα μιζέρια, μια από τα ίδια και διαφυγή καμιά.
Η διαλεκτική μιας εύκολης ελπίδας
Η πρώτη ομιλία του πρωθυπουργού στην Βουλή, μέσα στην ειλικρινή της συγκίνηση, αναπτέρωσε ηθικό και συνειδήσεις. Για κάποιες λίγες μέρες όλοι οι έλληνες ένοιωσαν γεμάτοι εθνική υπερηφάνεια αρκετούς πόντους ψηλότεροι. Σύντομα όμως αποκαλύφθηκε με τον πιο οδυνηρό τρόπο η “γύμνια του βασιλέα”.
Στις μέρες μας έρχεται και το κλείσιμο της πρώτης αυλαίας του δράματος. Μέσα σε ένα απόλυτο αδιέξοδο, μέσα σε ένα απόλυτο “μπρός γκρεμός και πίσω ρέμα”, μέσα σε μια ακόμη χειρότερη σύγχυση και απελπισία από εκείνην της αρχικής πολύχρωμης και πολύβουης παράστασης, “συσκευάζεται” ο κατ αρχήν λογαριασμός. Η χώρα άβουλη, ανήμπορη και μοιραία, οδηγείται σε μια φυγή προς τα μπρος, φυγή η οποία χάρη στην απουσία κάποιου στρατηγικού σχεδίου, έχει ήδη την οσμή μιας πλήρους υποταγής στους σχεδιασμούς και τις βουλές των ξένων κέντρων εξουσίας. Εκείνα διαθέτουν δεκάδες εναλλακτικά σενάρια πίεσης και επιβουλής, ιδιαίτερα όσον αφορά στα οικονομικά και τα ανοικτά εθνικά μας θέματα. Εμείς άραγε ποιες από τις εφεδρείες μας έχουμε εγκαταστήσει σε θέση μάχης πέρα από έναν υπαρκτό αλλά απονευρωμένο υπονομευμένο και θολό από την περιρρέουσα σύγχυση πατριωτισμό;
Το ΝΑΙ ή στο ΟΧΙ στο τί;
Η όψιμη επίκληση στην λαϊκή κυριαρχία μέσω ενός θολού διλήμματος, μέσω ενός ΝΑΙ η ΟΧΙ, στις προτάσεις των “θεσμών”, στα χρονικά όρια των ορίων, χωρίς την παραμικρή σαφή και ειλικρινή περιγραφή “του πως” και “του τι” της “επόμενης μέρας”, δεν συνιστά παρά έναν ακόμη αδιέξοδο αλλά και απολύτως επικίνδυνο τακτικισμό, είδος στο οποίο από ότι φαίνεται διαθέτουμε ιδιαίτερο τάλαντον. Αναρωτηθήκαμε άραγε το τι πολιτικά και θεσμικά θα σήμαινε ένα, όχι μεγάλο, αλλά οριακό 50,1 ΝΑΙ; Είναι δυνατόν σε αυτή την τόσο επικίνδυνη για τη χώρα συγκυρία, μια στοιχειωδώς σώφρων κυβέρνηση, να θέτει ένα δίλλημα με μια υποβόσκουσα υπόσταση τόσο επικίνδυνα διχαστική; Την ίδια φυσικά ευαισθησία δεν επιδείξαμε στο θέμα της ιθαγένειας. Ένα τέτοιο ζήτημα δεν αφορούσε φαίνεται στον ελληνικό λαό. Ο πρωθυπουργός της ελπίδας αποδεικνύεται καθηλωμένος από τα οραματικά και πραγματικά όρια, τόσο του ίδιου, όσο και του κεντρικού κυβερνητικού πυρήνα που τον περιστοιχίζει, από ένα ανάπηρο δυτικότροπο νεωτερικό φαντασιακό που αυταπατάται και αδυνατεί να διακρίνει τα αληθινά διακυβεύματα. Ο Δαυίδ δεν θα νικούσε ποτέ τον Γολιάθ αν δεν διέθετε σφενδόνη. Και η σφενδόνη στην περίπτωση μας θα ήταν ένα συγκροτημένο εναλλακτικό στρατηγικό σχέδιο που απουσιάζει. Το μόνο που φαίνεται είναι κάποιες αίολες νεοκεϋνσιανές διακηρύξεις, εργαλεία εις χείρας τρίτων, με πολύ φτωχά έως ανύπαρκτα ερείσματα στο ίδιο το πραγματικό της εποχής μας, με φτωχά έως ανύπαρκτα ερείσματα στην ίδια την γεωπολιτική μας πραγματικότητα.
Η ανυπαρξία ενδογενούς στρατηγικού παραγωγικού σχεδίου
Ποιο είναι άραγε το υπ αρ. ένα πρόβλημα της χώρας, πρόβλημα που αρνείται πεισματικά να αντιμετωπίσει το υφιστάμενο πολιτικό προσωπικό της; Δεν είναι άλλο από την ενδογενή η όχι δυνατότητα της να παράξει πλούτο. Η μέγιστη δυστυχία του τόπου προκύπτει από το γεγονός του ότι η μέγιστη πλειοψηφία αυτού του πολιτικού προσωπικού δεν πιστεύει στην ύπαρξη μιας τέτοιας ρεαλιστικής δυνατότητας. Όλοι ψάχνουν την λύση των προβλημάτων μας μέσω και μόνο εξωγενών παραγόντων. Μικρή σημασία έχει αν ο παράγοντας αυτός ονοματίζεται αγορές η Ευρώπη των λαών. Όταν στηρίζεις τις ελπίδες σου κυρίως στους ξένους, δεν διαθέτεις παρά την υπόσταση του δούλου η του ζητιάνου όσο και αν σκούζεις περί του αντιθέτου.
Τέτοιο σχέδιο παραγωγής ενδογενούς πλούτου δεν φαίνεται στον ορίζοντα. Αυτό συνιστά και την δραματική έλλειψη εθνικής παραγωγικής στρατηγικής, είτε στα πλαίσια του ευρώ είτε και εκτός αυτού. Συστατικό αυτής της δυστυχούς συγκυρίας είναι το ότι, και αυτοί ακόμη που μιλούν για παραγωγική ανασυγκρότηση, μιλούν μεγαλόσχημα για ορυκτό πλούτο και πρωτογενή τομέα με όρους εσωστρέφειας. Δεν έχουν αντιληφτεί πως το κατ εξοχήν προνομιακό χαρτί του τόπου στην συγκεκριμένη διεθνή συγκυρία είναι η ενδογενής εξωστρέφεια και μάλιστα στον τομέα της δύσκολης και υψηλής ιδιαιτερότητας μεταποίησης. Είμαστε ένας μικρός λαός που θα μπορούσαμε να κάνουμε θαύματα εκεί που οι άλλοι σήμερα λόγο μεγέθους αδυνατούν. Εκεί και μόνο εκεί κατοικεί η δυνατότητα μας να υπερβούμε την κρίση. Στην παραγωγή πολύτιμων μονάκριβων πραγμάτων υψηλής προστιθέμενης αξίας, συμβατών με την ιδιοπροσωπεία μας, από τον πρωτογενή έως τον τριτογενή τομέα, που θα συνδυάζουν υπερσύγχρονη τεχνολογία και υψηλή μαστορική δεξιότητα. Δεν έχουμε κανένα μέλλον στην μαζική παραγωγή. Δεν μπορούμε και δεν μας παίρνει. Το δυστύχημα της χωράς είναι το ότι οι κρατούντες αδυνατούν να κατανοήσουν πως παραγωγή στην σημερινή διεθνή συγκυρία δεν είναι μόνο η μαζική παραγωγή αλλά και η μικρή σύγχρονη και ευέλικτη αντίστοιχα. Οφείλουμε να γεννήσουμε μεγέθη μέσα από την συνέργεια μικρών και πολύ μικρών πολύτιμων και σπάνιων δραστηριοτήτων. Ο τόπος μας προσφέρει άπειρες τέτοιες δυνατότητες. Δεν χρειαζόμαστε “απασχόληση”, είδος που ανήκει σε ένα ήδη νεκρό για την Ευρώπη παραγωγικό πρότυπο. Χρειαζόμαστε χιλιάδες μικρούς η και αυτοαπασχολούμενους παραγωγούς, διαδικτυωμένους μεταξύ τους σε διεθνώς αναγνωρίσιμο μέγεθος. Όλα τα παραπάνω βρίσκουν εμπόδιο στις ιδεοληψίες των κυβερνώντων όχι σήμερα αλλά εδώ και 40 χρόνια. Δυστυχώς οι μορφωμένες ελίτ αυτού του τόπου μιλούν με όρους κυρίαρχου Δυτικού μοντέλου, παραβλέποντας πως η όποια ικμάδα του τόπου δεν εγγράφεται σε αυτό το μοντέλο. Αυτή η εγγραφή, αυτές οι περίφημες μεταρρυθμίσεις για τις οποίες μιλούν τα απανταχού παπαγαλάκια, μόνο παραπέρα καταστροφή μπορούν να επιφέρουν, μια και ισοπεδώνουν το όποιο ενδογενές “κοινοτικό” υπόδειγμα υπέρ ενός εξωγενούς αντίστοιχου. Ο ίδιος ο πρωθυπουργός μας, στην πρώτη επίσημη επίσκεψη του στο Βερολίνο μίλησε για ενδογενή αίτια της κρίσης. Παρέλειψε να μιλήσει για ενδογενείς δυνατότητες. Είπε δηλαδή την μισή αλήθεια, και η μισή αλήθεια συνήθως συνιστά δυστυχώς ένα μεγάλο ψέμα.
Με την κραυγαλέα έλλειψη ενός τέτοιου σχεδίου, η πολιτική ατζέντα εξαντλείται στο πως δήθεν θα προασπιστούν οι κατακτήσεις των εργαζομένων και των συνταξιούχων. Το ζήτημα όμως αυτό δεν επιλύεται κάτω από οποιαδήποτε συνθήκη, αν η χώρα δεν υπερβεί την παρασιτική της πραγματικότητα και χαράξει τον δικό της παραγωγικό δρόμο και τρόπο. Σε αυτό το τελευταίο τα μνημόνια δεν είναι εκείνα που γεννούν από μόνα τους την καταστροφή, παρά την παράνομη φύση τους. Αυτό και συνιστά την ψευδεπίγραφη υπόσταση του πρόσφατου δήθεν κύριου πολιτικού διακυβεύματος στον τόπο. Η αποσιώπηση και υποτίμηση δηλαδή του γεγονότος του ότι τα μνημόνια συνιστούν κυρίως αποτέλεσμα και όχι αιτία. Η καταστροφή σε υπνώζουσα κατάσταση προϋπήρχε και τα μνημόνια δεν έκαναν τίποτε άλλο από τον να την “αφυπνίσουν”, διευθετώντας τις συνθήκες της επόμενης μέρας επ ωφελεία σύγχρονων ξένων αποικιοκρατικών κέντρων, κέντρων τα οποία διαθέτουν τόσο στρατηγική όσο και δυνατότητα υλοποίησης. Αν δεν αντιληφτούμε αυτή την αδήριτη πραγματικότητα, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτε άλλο από να την εκβιάζουμε αδιέξοδα σαν αφελή νεογνά, αντιδρώντας σπασμωδικά και χωρίς σχέδιο στον δικό της εκβιασμό. Τότε, η επίκληση του πατριωτισμού των Ελλήνων απλά εκφυλίζει και εκμηδενίζει την αληθινή αξία του. Πόσο μάλλον όταν αυτή η επίκληση έρχεται εγκληματικά αργά και άδοξα, πόσο μάλλον όταν τούς παγιδεύει σε ένα διχαστικό ψευτοδίλημμα, διχαστικό και ψευτοδίλημμα ακριβώς επειδή έρχεται “κατόπιν εορτής” με πολύ λάθος τρόπο, χάρη στην αστοχία των κυβερνώντων.
Έτσι, γυμνοί από παραγωγική στρατηγική, αγναντεύουμε τρομαγμένοι τα όποια οικονομικά μέτρα, τα οποία από μόνα τους δεν συνιστούν παρά την κορφή του παγόβουνου, τη μικρή κορφή του που φαίνεται δια γυμνού οφθαλμού. Ο κύριος όγκος του, σε πρώτη ματιά δυσδιάκριτος, εκείνος των μεταρρυθμιστικών ιαχών που προσδοκούν να αφανίσουν την όποια αληθινή μας δύναμη, την όποια πολύτιμη για την συγκυρία ιδιαίτερη παραγωγική μας υπόσταση, εκείνη που αντλεί την αξία της από το μικρό, αυθεντικό πολύτιμο και μονάκριβο, κρύβονται από κάτω, κάτω από μάσκες ανάπτυξης της πυρκαγιάς, κάτω από μάσκες εκπόρνευσης του ότι μας έχει απομείνει, στο όνομα ενός φαντάσματος μιας δήθεν “αντιλιτότητας”. Στο όνομα μιας ψευδεπίγραφης αντιμετώπισης της λιτότητας, θυσιάζεται η όποια εναπομένουσα ταυτότητα. Στο όνομα της απασχολισιμότητας, μιας απασχολισιμότητας της μιζέριας, θυσιάζεται η όποια δυνατότητα ενδογενούς ανάπτυξης, ανάπτυξης που δεν μπορεί παρά να στηρίζεται σε ένα παραγωγικό μοντέλο στην άλλη άκρη του κυρίαρχου, μοντέλου που δεν μπορεί παρά να στηρίζεται στην συνέργεια πολύ μικρών και μικρομεσαίων επιχειρήσεων, συνέργεια που δεν μπορεί παρά να στηρίζεται σε μια ομότιμη συν-λειτουργία που προϋποθέτει συν-ευθύνη και δημοκρατία.
Αντ’ αυτού, δείχνουν να κυριαρχούν και πάλι σήμερα, με αριστερό η δεξιό προσωπείο παντελώς αδιάφορο, οι ίδιες αυταρχικές λογικές, λογικές που εύκολα και αβασάνιστα χαρακτηρίζουμε “νεοφιλελεύθερες”, αρνούμενοι ακόμη και τώρα να ενδοσκοπήσουμε στις βαθύτερες αιτίες τους, αιτίες που έχουν να κάνουν με το κυρίαρχο διεθνώς παραγωγικό πρότυπο. Αν και εμείς εννοούσαμε αυτό το πρότυπο σαν αναγκαστικό μονόδρομο θα προτείναμε η το Κούγκι η την υποταγή. Δεν το κάνουμε γιατί ακόμη πιστεύουμε πως έχουμε την δυνατότητα σαν μικρή και πολύ ιδιαίτερη ιστορικά χώρα, να αποτελέσουμε την εξαίρεση στον κανόνα. Αυτή είναι και η μοναδική αληθινή ελπίδα που διαθέτουμε σαν λαός και σαν έθνος.
Που βρισκόμαστε σήμερα;
Κανείς λογικός άνθρωπος δεν μπορεί να φανταστεί μια προοπτική για τον λαό αυτού τόπου, στα πλαίσια των μνημονειακών δεσμεύσεων. Κανείς επίσης λογικός άνθρωπος δεν μπορεί να δει πως η χώρα θα μπορούσε εδώ και τώρα, με τον μηδενικό βαθμό αυτοδύναμης παραγωγικής προετοιμασίας αλλά και συναίσθησης που διαθέτει, να αντιμετωπίσει, με έναν λαό παντελώς άβουλο και σε σύγχυση, τον Αρμαγεδδώνα ενός εγχειρήματος “αποδέσμευσης” εδώ και τώρα. Το όποιο ενδογενές εφικτό μοντέλο προϋποθέτει ουσιαστική συμμετοχή, δηλαδή συν ευθύνη και δημοκρατία. Το εδώ και τώρα δραχμή ερήμην της μεγίστης πλειοψηφίας του ελληνικού λαού, δεν θα ευνοήσει παρά αυταρχισμούς κάθε είδους, από τεχνοκρατικούς έως νεοσταλινικούς και νεοναζιστικούς, αφανίζοντας δια παντός την όποια δυνατότητα αληθινής ενδογενούς ανάπτυξης, ανάπτυξης άμεσα συναρτημένης με βαθιά δημοκρατικές διαδικασίες και νοοτροπίες.
Πάω αργά γιατί βιάζομαι
Έναν και μόνο δρόμο διαθέτουμε και αυτός είναι πάρα πολύ δύσκολος. Μόνο μέσα από το κεφάλι της καρφίτσας μπορούμε να περάσουμε. Κινητοποιώντας όλη την φαντασία και ευρεσιτεχνία μας, δεν μπορούμε πάρα να βρούμε τρόπους να αναπτύξουμε αποκλειστικά δικές μας διεξόδους, αξιοποιώντας τις ρωγμές και αντιφάσεις των έξωθεν μεταρρυθμιστικών οδηγιών. Και αυτό προϋποθέτει πλήρη συναίσθηση και συνείδηση για πολύ σκληρή δουλειά έξω από εύκολες και εύπεπτες συνταγές.
Από κυβερνητικούς και άλλους θώκους διαρρέουν πληροφορίες για δήθεν επενδύσεις που περιμένουν έτοιμες στην πόρτα, τρομάρα μας. Επενδύσεις από ξένα κοράκια, προκειμένου να διαλυθεί με την δική μας συναίνεση και το ότι μας έχει απομείνει. Αυτά τα παραμύθια μας πουλάνε. Τουρισμός, ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και άλλα πράσινα άλογα. Όλα κινούνται επί της ουσίας στη σφαίρα της κατανάλωσης. Για να μην τους αδικώ υπάρχουν και εκείνοι που μιλούν για μονάδες που θα μοντάρουν τα κινέζικα προϊόντα. Για “μονταδόρους” των κινέζων μας έχουν. Μιλάμε για την πλήρη παραχάραξη της πλούσιας τεχνικής ταυτότητας αυτού του τόπου. Μιλάμε για την πλήρη ευτέλεια και απελπισία. Ο θεός να βάλει το χέρι του.
Όταν είμαστε παντελώς ανίκανοι στο να συνεισφέρουμε στη γέννηση ενός ενδογενούς πραγματικού πλούτου, έχουμε σαν γενικευμένη πανάκεια την φορολόγηση ενός φανταστικού μεγάλου πλούτου. Στην πραγματικότητα δεν φορολογούμε πάρα τον ήδη φτωχοποιημένο μέσο πολίτη, ο οποίος, δεν θα είχε αντίρρηση να φορολογηθεί και στυφτεί μέχρι κεραίας, αν θα έβλεπε έναν ρεαλιστικό ορίζοντα διαφυγής για εκείνον και τα παιδιά του. Στο όνομα μιας νεφελώδους και επί της ουσίας ανύπαρκτης αναδιανομής, στο όνομα μιας διαπραγμάτευσης που σέρνεται χωρίς να καταλήγει κάπου, οι όποιοι εναπομείναντες μικροί παραγωγοί σιγά σιγά αφανίζονται εντελώς. Τι καλύτερη εθνομηδενιστική στρατηγική από αυτήν θα μπορούσαν να φανταστούν τα ξένα κέντρα για την χώρα; Μετά τον πλήρη αφανισμό κάθε μικρής παραγωγικής δραστηριότητας, είτε από την υπερφορολόγηση είτε από την παντελή ανυπαρξία της παραμικρής πρόνοιας από το κράτος, ο δρόμος θα είναι ορθάνοικτος και η παραμικρή αντίσταση απούσα, για τα όποια ξένα σχήματα, υπό ελληνικό η όχι προσωπείο παντελώς αδιάφορο, θέλουν να εισρεύσουν και να ψωνίσουν το οτιδήποτε για ένα κομμάτι ψωμί. Το πλήρες ξεπούλημα στο μεγαλείο του.
Αυτή όμως η αγωνία και αυτός ο παραγωγικός ορίζοντας δυστυχώς σήμερα απουσιάζουν παντελώς από τον κυβερνητικό πολιτικό σχηματισμό. Είναι πλέον αμφίβολο και το εάν θα μπορέσει ποτέ αυτός ο σχηματισμός να διατυπώσει ένα τέτοιο σχέδιο, αν δεν μεταλλαχτεί εκ βάθρων ο ίδιος. Η χώρα έχει ανάγκη όσο ποτέ από έναν πολιτικό φορέα που θα εκφράσει το όραμα και την πραγματικότητα της σύγχρονης δυναμικής παραγωγικής της υπόστασης. Αν δεν δυνηθεί να απαντήσει σε αυτό το στοίχημα, απλά θα πάψει να υφίσταται σαν αυτοδύναμο ιστορικό και εθνικό υποκείμενο. Τότε ξένα κάρα θα κληθούν να μαζέψουν τα εναπομείναντα πτώματα ενός εξαθλιωμένου λαού, προκειμένου να μην παρενοχλούνται οι τουρίστες περιηγητές.
Υ.Γ. Νοιώθουμε την θλίψη ενός προαναγγελθέντος θανάτου. Την ματαίωση μέσα από εγκληματικά άστοχους χειρισμούς του μόνου εναλλακτικού οράματος σήμερα ενός ολόκληρου λαού. Οράματος απόλυτα εφικτού και βάρβαρα χακαρισμένου. Ο καλός μαχητής γνωρίζει να χάνει μάχες προκειμένου να κερδίσει τον πόλεμο. Νοιώθουμε βαριά την αίσθηση μιας μεγάλης ήττας. Χάσαμε μια μάχη. Δεν χάσαμε ακόμη τον πόλεμο αρκεί να μην συντριβούμε από έναν ανόητο και άδοξο διχασμό προς όφελος τρίτων. Κάποιοι έχουν μεγαλύτερη δυνατότητα σχεδιασμών από εμάς. Και εμείς όμως δεν είμαστε άμοιροι ευθυνών, ευθυνών που εδράζονται σε φαντάσματα εύκολων και ανώδυνων λύσεων. Φτάσαμε η γείτονας Τουρκία να προτείνει να καλύψει δικές μας διεθνείς οικονομικές υποχρεώσεις. Από αγάπη και αβρότητα άραγε; χωρίς ανταλλάγματα; Ας αναρωτηθούμε τι παιχνίδια παίζουν ξένες “φίλιες” δυνάμεις στην δική μας καμπούρα. Ποιος Έλληνας δεν θέλει να βροντοφωνάξει ένα μεγάλο όχι σε όλα αυτά;
Στο ψευδοδίλλημα όμως της εβδομάδας, σε αυτό το υπονομευμένο όχι, η ταπεινότητα μας θα απέχει με κρύα καρδιά, στο όνομα της ελαχίστης εναπομείνασας αυτοεκτίμησης και αξιοπρέπειας του ελληνικού λαού, ελπίζοντας στο θαύμα μιας όποιας “ευρωπαϊκής” λύσης, λύσης της απόλυτης ήττας σε αυτή τη μάχη, σαν λύσης “μη απομόνωσης της χώρας”, προκειμένου να αποφευχθούν τα χειρότερα “αχαρτογράφητα” νερά. Και θα το πράξουμε, γιατί δυστυχώς αποδεικνύεται πως δεν διαθέτουμε σήμερα εκφρασμένη, την κατάλληλη πολιτική ηγεσία για “να τα διαβούμε”, κι ας είμαστε πανάρχαιος ναυτικός λαός. Παρά την όποια πλήρη απογοήτευση μας από την κυβερνητική διαδρομή, δεν θα μπορούσαμε να δικαιώσουμε ούτε τους μεταλλαγμένους ποταμίσιους ούτε τους σαμαροβενιζέλους.
Ας ελπίσουμε πως ο υπερψεκασμένος από τα media ελληνικός λαός, έστω και την ύστατη στιγμή, θα καταλάβει πως πρέπει να αλλάξει ριζικά ρότα. Πως πρέπει να εγκαταλείψει τον παρασιτισμό, το τέρας που λέγεται Αθήνα, να ξανακερδίσει την περιφέρεια και τα χωριά του, όπου τουλάχιστον θα μπορεί να λύσει καλύτερα το διατροφικό του πρόβλημα, και να ξεκινήσει από το “υπό το μηδέν” να ξαναστήνει τον τόπο του στα δικά του πόδια.
Αφού πρώτα αποκτήσει αληθινή δημοκρατική πολιτική εκπροσώπηση, να ξαναγεννήσει πλούτο, παύοντας να περιμένει την επίλυση των προβλημάτων του δια της “ανάθεσης” σε “γοητευτικούς” τρίτους. Όταν και όποτε πάρει μια τέτοια απόφαση στ αλήθεια και στα σοβαρά, τότε θα αποκτήσει και την κατάλληλη πολιτική ηγεσία, προκειμένου να εκφραστεί οραματικά και πρακτικά. Αλλιώς, ας υποστείλει την σημαία του και ας γίνει υπήκοος των όποιων αποικιοκρατών της αρεσκείας του. Εξ άλλου, ελευθερία και υποτέλεια παίζουν σαν δύο αντιδιαμετρικοί πόλοι και από κοινού σε όλο το ιστορικό βάθος αυτού του έθνους.
Ανδρέας Κυράνης
Ιούνιος 2015
]]>Συνεπώς, το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου δεν πρόκειται να εμποδίσει, πόσο μάλλον να αναστρέψει την καθοδική πορεία. Όποιο και αν είναι το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος! Μπορούμε να ερίζουμε αν το ΝΑΙ ή το ΟΧΙ θα επιβραδύνουν τις συνέπειες της κατηφόρας αλλά όλες οι παράμετροι δείχνουν ότι τα πράγματα έχουν πάρει τον ιστορικό τους δρόμο και μια νέα δύσκολη και επικίνδυνη εποχή ανοίγεται μπροστά μας. Το ΝΑΙ σημαίνει μια τεράστια δημοσιονομική προσαρμογή που μια ημιθανής χώρα και κοινωνία δεν πρόκειται να την σηκώσει παραπάνω από μερικούς μήνες πριν παραδοθεί οριστικά σε μια ανεξέλεγκτη κρίση. Το ΟΧΙ σημαίνει την έξοδο από την Ευρωπαϊκή Ένωση και την τελική παράδοση σε μια επίσης ανεξέλεγκτη κρίση που θα κρύβει και γεωπολιτικούς κινδύνους. Θα ήταν, λοιπόν, λάθος να θεωρήσουμε ότι το δημοψήφισμα είναι αυτό που θα φέρει την καταστροφή καθώς αυτή έχει τις ρίζες της αλλού.
Θα ήταν όμως λάθος και να απαλλάξουμε από τις ευθύνες τους αυτούς που μας οδηγούν σε ένα δημοψήφισμα χωρίς επίδικο, διότι εμπλουτίζουν τον καμβά της καταστροφής με νέα μελανά χρώματα. Ο ΣΥΡΙΖΑ διεκδίκησε και κατέκτησε την ψήφο των πολιτών σχηματίζοντας κυβέρνηση με τους ΑΝΕΛ στη βάση τεσσάρων μεγάλων αιτημάτων που ο ίδιος έθεσε: α) Να καταργήσει τα Μνημόνια («με ένα νόμο και ένα άρθρο»). β) Να κουρέψει ή αρνηθεί το χρέος. γ) Να δώσει 12 δις ευρώ στις ευπαθείς κοινωνικές ομάδες (Πρόγραμμα Θεσσαλονίκης). δ) Να διατηρήσει τη χώρα στην ευρωζώνη και την Ε.Ε. μέσα από την επιτυχή διαπραγμάτευση μιας νέας σχέσης με τους εταίρους/δανειστές/δυνάστες (την οποία δεν θα μπορούσαν «ούτε μια στο ένα εκατομμύριο» να αρνηθούν). Αντί αυτού επέτυχε: α) Να διατηρηθεί πέντε μήνες τώρα η ίδια μνημονιακή πραγματικότητα. β) Το χρέος να μείνει εκεί που ήταν. γ) Να καταθέσει πρόταση στους εταίρους για λήψη μέτρων που θα επιβαρύνουν τη χώρα με άλλα 8 δις. δ) Να διακινδυνεύσει τη συμμετοχή της χώρας στην Ε.Ε..
Επομένως, το δημοψήφισμα δεν είναι τίποτε άλλο από μια μανούβρα της νυν κυβέρνησης που σηματοδοτεί το πλήρες και οριστικό αδιέξοδο του όλου πολιτικού συστήματος που κλήθηκε να διαχειριστεί την κρίση (ΠΑΣΟΚ-ΝΔ-ΔΗΜΑΡ πριν και τώρα ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ). Το επίδικο του δημοψηφίσματος δεν είναι η σωτηρία της χώρας ή τουλάχιστον μια άλλη πορεία εξόδου από την κρίση. Είναι δυστυχώς η διατήρηση της εξουσίας ακόμα και σε βάρος των συμφερόντων της χώρας. Η μεν κυβέρνηση επιθυμεί να πετάξει το μπαλάκι στο λαό για να νομιμοποιήσει την ανικανότητά της και να πάρει παράταση ζωής, οι δε μνημονιακοί της αντίπαλοι επιζητούν τη ρεβάνς που είτε θα τους επαναφέρει στην εξουσία (ο θλιβερός Σαμαράς και πιθανόν ο θλιβερότερος ψευδο-εθνάρχης Καραμανλής) είτε θα τους αναδείξει στο νέο πόλο του επίσημου πολιτικού συστήματος (Στ. Θεοδωράκης).
Απέναντι σε αυτήν την πραγματικότητα και με όλες τις εξόδους διαφυγής κλειστές, η συμμετοχή στο δημοψήφισμα δεν μπορεί παρά να έχει το χαρακτήρα συμμετοχής σε μια μαζική αυταπάτη ότι τάχα ο λαός αποφασίζει για τη μοίρα του ενώ στην πραγματικότητα απλά εκτονώνεται (και φανατίζεται) αποφασίζοντας για το ποιός από τους εξουσιαστές του θα έχει το πάνω χέρι (για λίγους μήνες ακόμη). Στο δίλημμα «Σόιμπλε ή Χρεοκοπία» η μόνη αξιοπρεπής και υπερήφανη απάντηση είναι «Κανένα από τα δύο»! Δεν μπορεί να γίνει πρόβλημα του λαού η ανικανότητα του πολιτικού συστήματος που οδήγησε τη χώρα στο συγκεκριμένο ψευδοδίλημμα. Είναι απαράδεκτο να καλείται ένας λαός να αποφασίσει για τη μέθοδο της καταστροφής του, στο βαθμό που δεν υπάρχει στο τραπέζι κανένα συγκροτημένο πρόγραμμα ή σχέδιο για το τι μέλλει γενέσθαι την Δευτέρα του δημοψηφίσματος.
Κι ενώ το δημοψήφισμα δεν λύνει κανένα πρόβλημα έρχεται να προσθέσει καινούρια. Διαιρεί το λαϊκό σώμα σε «πατριώτες» και «προδότες» (ενώ τα πάσης φύσεως λαμόγια και μεγαλοκαρχαρίες, «πατριώτες» και «ενδοτικοί», καραδοκούν για τη λεία τους). Αποπροσανατολίζει την κοινωνία από το πραγματικά ομόθυμο αίτημα που είναι μια άλλη πορεία για τη χώρα, καθώς κάτι τέτοιο προϋποθέτει επαναστατικές αλλαγές και όχι μανούβρες και τακτικισμούς. Επαναφέρει στο πολιτικό προσκήνιο τους φασίστες της Χρυσής Αυγής (και όχι μόνο) νομιμοποιώντας τους στη λαϊκή συνείδηση ως υπερασπιστές του «τίμιου ΟΧΙ».
Ο γράφων το παρόν σημείωμα ανήκει σε εκείνους που έγκαιρα είχαν παρατηρήσει την αρνητική τροπή που έπαιρναν τα πράγματα ήδη από το 2004 με την ολυμπιακή καταστροφή. Με τις ισχνές πολιτικές μας δυνάμεις, όσοι συμμεριζόμασταν παρόμοιες ανησυχίες, συμμετείχαμε σε όλα τα κινήματα που ξέσπασαν από το 2010 και μετά προσπαθώντας να επηρεάσουμε τις εξελίξεις προς τη δημιουργία ενός πλατιού αντιστασιακού ρεύματος που θα έβαζε στόχους επαναστατικής αναγέννησης της χώρας και όχι απλής ανάθεσης σε άλλο διαχειριστή. Γι αυτό και πολεμήσαμε αταλάντευτα τους μνημονιακούς την περίοδο 2010-14, σταθήκαμε κριτικοί στη βεβιασμένη έφοδο προς την εξουσία που επιχείρησαν οι ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ το Γενάρη και στεκόμαστε σήμερα απόλυτα επικριτικοί στα πεπραγμένα μιας κυβέρνησης που αδυνατεί να κυβερνήσει και πετάει την μπάλα στην κερκίδα. Για μας, ο λαός πρέπει να γυρίσει την πλάτη στο δημοψήφισμα της εξαπάτησης και της πολιτικής μανούβρας. Πρέπει να οργανωθεί για την επόμενη μέρα ώστε με τη δική του αυτενέργεια και ενότητα να σώσει τη χώρα από τα χειρότερα. Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος, όποιο και αν είναι, αφήνει τη χώρα απροπαράσκευη και έρμαιο στην πρέσσα της παγκοσμιοποιημένης μεγαμηχανής.
Είναι κατανοητή η απελπισία των απλών ανθρώπων που θα ψηφίσουν ΟΧΙ καθώς τόσα χρόνια μνημονίων επισώρευσαν μόνο πόνο, καταστροφή, απελπισία και έλλειψη οποιουδήποτε ορατού διεξόδου στο τούνελ της λιτότητας. Είναι κατανοητός και ο τρόμος των απλών ανθρώπων που θα ψηφίσουν ΝΑΙ διότι τρομοκρατούνται στην προοπτική μιας εξόδου από την Ε.Ε. που θα άφηνε τη χώρα πέραν των αξεπέραστων οικονομικών προβλημάτων, στο έλεος των Νέο-Οθωμανών, των βαλκανικών εθνικισμών και του αναδυόμενου εσωτερικού αυταρχισμού. Και αυτοί που θα ψηφίσουν ΟΧΙ και αυτοί που θα ψηφίσουν ΝΑΙ και αυτοί που θα ρίξουν άκυρο/λευκό ή θα απέχουν, όσοι δεν ανήκουν στις παρασιτικές ελίτ της χώρας (οικονομικές, πολιτικές, πνευματικές), είναι αυτοί που όλοι μαζί θα χρειαστεί να βγάλουμε τα κάστανα από τη φωτιά τη Δευτέρα.
Για όλους τους παραπάνω λόγους η απάντηση στο δημοψήφισμα είναι: ΟΧΙ ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΜΑΣ! Επιστρέφουμε ως απαράδεκτο και παρελκυστικό το δίλημμα του δημοψηφίσματος στους εμπνευστές του. Δεν θα νομιμοποιήσουμε εμείς με την ψήφο μας τα αδιέξοδα του πολιτικού συστήματος, όλων των πλευρών του! Δεν θα διχαστούμε εμείς για να γελάνε σε βάρος μας οι Ευρωπαίοι κυρίαρχοι ή οι ντόπιοι διαχειριστές! Εργαζόμαστε για τη λαϊκή ενότητα. Προετοιμαζόμαστε μαζί με το λαό για την επόμενη μέρα και την απόλυτα επικίνδυνη περίοδο που ανοίγεται.
]]>Τα πράγματα διολισθαίνουν σε μια επικίνδυνη παράνοια. Σαν να μην μας έφτανε η οριακή κατάσταση της ελληνικής οικονομίας, οι εκβιασμοί των δανειστών, οι παλινωδίες της κυβέρνησης Τσίπρα και το γενικό πολιτικό αδιέξοδο που αντιμετωπίζει η χώρα, έχουμε να αντιμετωπίσουμε κιόλας ενδείξεις διχαστικού παροξυσμού της ελληνικής κοινωνίας!
Από την μία το… μνημονιακό κίνημα, που δείχνει να συγκροτείται αυτές τις μέρες. Μια… επιτυχία της παρούσας κυβέρνησης, που με την τρομακτική ανικανότητά διασύρει και υπονομεύει το διάχυτο αντιμνημονιακό αίσθημα της ελληνικής κοινωνίας, που μέχρι πρότινος άγγιζε το 80% στις δημοσκοπήσεις, και διαπερνούσε όλους τους πολιτικούς χώρους. Η ανεξαρτήτως «ναι μεν αλλά» ευθυγράμμιση όλων των πολιτικών φορέων του αντμνημονιακού χώρου με την παρούσα κυβέρνηση, το ότι σέρνονται πίσω από τον Τσίπρα, τον Καμμένο ή τον… Λαφαζάνη και την Ζωή Κωνσταντοπούλου, έχει εκχωρήσει το μονοπώλιο της αντιπολίτευσης στον Σαμαρά, τον Άδωνι και τους Θεοδωράκη-Ψαριανό. Με αποτέλεσμα να κυοφορείται η νεκρανάσταση του μνημονιακού πόλου και να συντελείται η ευθυγράμμιση των αντιπολιτευόμενων φωνών με τις θέσεις του… Σόιμπλε!
Από την άλλη, το κίνημα υποστήριξης της κυβέρνησης διολισθαίνει καθημερινά σε θέσεις… αυτοκτονίας, καλώντας την κυβέρνηση να παίξει τον ρόλο ‘καμικάζι’ για λογαριασμό ενός ολόκληρου λαού. Ο οποίος μάλιστα έχει δώσει νωπή λαϊκή εντολή στην κυβέρνηση να διαπραγματευτεί καλύτερους όρους παραμονής στην Ευρωζώνη, πράγμα που επαναλαμβάνει συστηματικά στις δημοσκοπήσεις, και δείχνει με την καθημερινή του στάση, όταν οι άνθρωποι συρρέουν προς τις τράπεζες κάθε μέρα που αυτό το βασανιστικό εκκρεμές βαίνει προς την μεριά της ρήξης με την ΟΝΕ.
Η σύγκρουση, κοινώς, των δύο πόλων, κρατάει όμηρο την κοινωνική πλειοψηφία που δεν ταυτίζεται με κανέναν εκ των δυο. Απειλεί δε να επιταχύνει και να πολλαπλασιάσει την προοπτική του χειρότερου δυνατού σεναρίου για την χώρα και τον ελληνικό λαό.
Απαιτείται η ταχεία συγκρότηση ενός τρίτου πόλου, που θα προσπεράσει τις κραυγές αυτής της συλλογικής παράνοιας, και θα βάλει τα πράγματα στην θέση τους: Ναι, είμαστε Έλληνες και «Μένουμε στην Ελλάδα», που είναι αποικιοποιημένη από την Δύση επί οκτώ αιώνες, και αντιμετωπίζει εκ νέου απειλές αποικιοποίησης από την Ανατολή. Είμαστε μια κοινωνία παρασιτική, με εξαιρετικά αναιμική εσωτερική δυναμική, που στενάζει από μια βάναυση πολιτική φτωχοποίησης, με κρίση ιστορικής συνείδησης και ταυτότητας, σε δημογραφικό τέλμα, ενώ στην γύρω περιοχή εξελίσσονται διάφορες εφαπτόμενες ζώνες αποσταθεροποίησης.
Κανένας από τους δύο πόλους της αντιπαράθεσης δεν δίνει δεκάρα για όλες αυτές τις παραμέτρους, που αποτελούν την βάση του εφιάλτη που ζούμε αυτά τα τελευταία πέντε ή έξι χρόνια. Και όλοι καμώνονται προς το προηγούμενο ψεύτικο ευρωπαϊκό-αμερικάνικο όνειρο, που επαναλάμβανε μονότονα ότι θα πρέπει να ξεχάσουμε πως ως λαός επιβιώνουμε εδώ και… αιώνες στην κόψη του ξυραφιού, και ότι η ελευθερία και η αυτοδιάθεσή μας αποτελούσε μόνιμο αντικείμενο αγώνων και διεκδικήσεων, για να ενταχθούμε ως άτομα-καταναλωτές-υπήκοοι της Δύσης δεν φέρει καμία ευθύνη για τις καταστροφές που επακολούθησαν.
Γι’ αυτό και τώρα μας ζητούνε να επιλέξουμε μεταξύ της παράδοσης άνευ όρων και της αυτοκτονίας –εν μέσω μιας απίστευτης εκατέρωθεν υστερίας και αλληλοκαταγγελιών περί ‘προδοσίας του λαού’.
Ούτε στις πλάτες μας, ούτε στ’ όνομά μας. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι η γενική οικονομική αποτελμάτωση και το καθολικό πολιτικό αδιέξοδο ήρθε για να μείνει. Αρνούμαστε να επιλέξουμε μεταξύ μιας ανίκανης κυβέρνησης εξειδικευμένων υπαλλήλων του προηγούμενου συστήματος, που κυβέρνησε την χώρα τα τελευταία 40 χρόνια, και μιας ψευδοαντιπολίτευσης στην οποία τα παλαιά κόμματα εξουσίας διαγκωνίζονται για να ξεπλύνουν τις πρότερες εγκληματικές τους επιλογές.
Το μόνο που απαιτούμε από σύσσωμο το πολιτικό σύστημα είναι να αναλάβει την υπαρκτή συλλογική του ευθύνη για το παρόν αδιέξοδο, και να δώσει χρόνο στον ελληνικό λαό ώστε να ανασυγκροτήσει τις αντιστάσεις του, για να διεκδικήσει ένα βιώσιμο μέλλον μακριά από τον Ιανό του εμφυλίου και της υποταγής.
Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι η παρούσα κατάσταση της κοινωνίας μας, το γήρας του πληθυσμού της, η δημογραφική και πολιτιστική καθίζηση θα καθιστούσαν έναν πιθανό διχασμό, τον τελευταίο, που θα οδηγήσει το ελληνικό του έθνος στον ιστορικό του θάνατο, μέσα στον 21ο αιώνα.
Και δεν είμαστε διατεθειμένοι να πετάξουμε στα σκουπίδια το συλλογικό μας μέλλον, ως λαός, για να αλληλοφαγωθούμε μεθυσμένοι από τις αυταπάτες και τις ψευδαισθήσεις, κραδαίνοντας τρύπιες σημαίες.
Υστερόγραφο: Αυτοί που αξιώσαν να πάρουν στα χέρια τους την διακυβέρνηση της χώρας, ισχυριζόμενοι ότι τάχα θα επιβάλουν στους δανειστές μια κοινά αποδεκτή εγκατάλειψη των μνημονίων, καλούνται επί τέλους να θέσουν τέλος σε μια καταστροφική διαπραγμάτευση που έχει θέσει σε ομηρία έναν ολόκληρο λαό. Θα υπογράψουν λοιπόν, αφού τόσο πολύ πάσχισαν για να πάρουν αυτοί στα χέρια τους τα “στιλό της εξουσίας”. Κι εμείς δικαιούμαστε να τους πάρουμε με τις πέτρες μετά, πολύ απλά γιατί μας εξαπάτησαν. Ο,τιδήποτε άλλο ισοδυναμεί με μια πανάθλια τακτική μεταβίβασης του πολιτικού κόστους μιας κυβέρνησης στην κοινωνία, που πλασάρεται μάλιστα στ’ όνομα της υπεράσπισης της τελευταίας.
Κίνηση Πολιτών Άρδην
21-6-2015
]]>- Το χρέος προς το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο πρέπει να χαρακτηριστεί παράνομο αθέμιτο, επονείδιστο.
- Το χρέος προς την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα πρέπει να χαρακτηριστεί παράνομο αθέμιτο και επονείδιστο.
- Το Ευρωπαϊκό Ταμείο Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας παρέχει δάνεια χωρίς μετρητά (cash-less loans) τα οποία πρέπει να θεωρηθούν παράνομα. Τα συγκεκριμένα χρέη είναι αθέμιτα και επονείδιστα.
- Τα διμερή δάνεια πρέπει να θεωρηθούν παράνομα, είναι αθέμιτα, και επονείδιστα.
- Το χρέος προς τους ιδιώτες δανειστές πρέπει να θεωρηθεί παράνομο. Μέρος του χρέους προς τις ιδιωτικές τράπεζες και τα κεφάλαια αντιστάθμισης κινδύνου είναι αθέμιτο. Τέλος, το χρέος προς τις ιδιωτικές τράπεζες και τα κεφάλαια αντιστάθμισης κινδύνου είναι επονείδιστο.
Φυσικά, η καταληκτική πρόταση είναι: άρνηση πληρωμής όλου του χρέους και …πτώχευση (και δραχμή, για να μην κάνουμε τους ανήξερους)! Τάχα, η Επιτροπή αυτή (ο Θεός να την κάνει Επιτροπή) θα έβγαζε το πόρισμα ώστε να ενισχυθεί η διαπραγματευτική ισχύς της κυβέρνησης. Αν βρεθεί έστω ένας άνθρωπος που θα μου πει ότι το πόρισμα αυτό, το οποίο έχει βγει μάλιστα από Επιτροπή της Βουλής(;), μπορεί να αποτελέσει διαπραγματευτικό χαρτί σε οποιαδήποτε διαπραγμάτευση με άνθρωπο άνω των έξι ετών και ο άνθρωπος αυτός να πάρει σοβαρά τον συνομιλητή του, εγώ σηκώνω τα χέρια ψηλά. Ως εκ τούτου, πέραν του αυτόνομου προσωπικού, επικίνδυνου παιχνιδιού της εξουσιοφρενούς που παριστάνει την Πρόεδρο της Βουλής, αυτό το κουρελούργημα καίει την ίδια τη διεκδίκηση διαγραφής μέρους του χρέους με όρους επιστημονικής σοβαρότητας και ορθολογικού σχεδιασμού.
Ένα-ένα τα γεγονότα των ημερών δείχνουν σε ουσιαστικό (κατάρρευση οικονομικών στοιχείων, έξοδος καταθέσεων) και συμβολικό επίπεδο (πολιτικός λόγος, πορίσματα) ότι πιθανόν η όλη συζήτηση είναι μάλλον μάταιη και η καταστροφή της χώρας μετατρέπεται σε αυτοεκπληρούμενη προφητεία…
ΥΓ. Ας δούμε τι έλεγε το μακρινό 2011 ο πολύς Βαρουφάκης για την Επιτροπή Ελέγχου (αλλά και για την συνακόλουθη έξοδο από την Ευρωζώνη καθώς θεωρούσε την μονομερή παύση πληρωμών ως ενέργεια άμεσα συνοδευόμενη από έξοδο από την Ευρωζώνη…): https://www.protagon.gr/?i=protagon.el.article&id=6245
]]>[…]Ποτέ δεν ξεχάσαμε τους αγώνες του λαού μας για το συλλογικό του δικαίωμα στην εθνική του ανεξαρτησία και την βίαιη καταπάτηση από ιμπεριαλιστικές δυνάμεις που υλοποιούσαν την πολιτική των κυβερνήσεων τους και μία εκ των οποίων ήταν και οι ΗΠΑ. Οι ΗΠΑ υπεύθυνοι και σήμερα για τις διώξεις και τα βάσανα εκατομμυρίων ανθρώπων που εξαιτίας των πολιτικών τους, αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τα σπίτια τους και να πάρουν τον δρόμο της προσφυγιάς.
Από την πρώτη στιγμή που τέθηκε το θέμα της συμμετοχής και παρουσίας του Αμερικανού Προξένου και για τους λόγους που εκφράζουμε παραπάνω, ως συλλογικότητα δηλώσαμε την αντίθεση μας. Στην τελευταία συνάντηση που έγινε την Παρασκευή 5/6/2015 παρουσία και εκπροσώπου της Διοίκησης του Δήμου, όπου συζητήθηκαν οργανωτικά ζητήματα, η συνδιοργανώτρια συλλογικότητα ” ΑΜΚΕ Thessaloniki Pride” μας ανακοίνωσε ότι με πρωτοβουλία δική της, εξασφαλίστηκε η χορηγία κάποιου ποσού από το Προξενείο των ΗΠΑ και για αυτόν τον λόγο πρέπει ο λογότυπος του να συμπεριληφθεί στην αφίσα της διοργάνωσης και που βέβαια αυτοί συμφωνούσαν.
Ως HOMOphoniaThessalonikiPride επίσης συνδιοργανωτές, αντιδράσαμε με αυτήν την εξέλιξη και ζητήσαμε από τον Δήμο να μην δεχτεί την χορηγία αυτή. Δυστυχώς δεν εισακουστήκαμε, ο Δήμος δέχτηκε την χορηγία αλλά και την ανάρτηση του λογότυπου του Προξενείου των ΗΠΑ στην αφίσα της διοργάνωσης. […] (Όλη η ανακοίνωση της οργάνωσης ΕΔΩ).
Οι ενστάσεις όσων πιστεύουμε ότι οι «παρελάσεις της διαφορετικότητας» δεν είναι τίποτε άλλο, πια, παρά μια θεαματική μορφή ενσωμάτωσης στον «κόσμο του εμπορεύματος» ισχύουν στο ακέραιο. Όμως, δεν μπορούμε να μην επιδοκιμάσουμε αυτή την στοιχειακή πράξη αντίστασης εκ μέρους της HOMOphonia απέναντι στην πιο προκλητική μορφή εκφυλισμού της διοργάνωσης που είναι η συμμετοχή και η χρηματοδότηση της αμερικάνικης κυβέρνησης δια του τοπικού προξενείου. Ας ελπίσουμε ότι φίλες και φίλοι ομοφυλόφιλοι που συμμετέχουν σε αυτές τις εκδηλώσεις θα αρχίσουν σταδιακά να αντιλαμβάνονται ότι δεν χρειάζεται η χορηγία από το Προξενείο για να «συναντήσεις» τη Μέκκα του ύστερου καπιταλισμού, τις ΗΠΑ, και την κυρίαρχη εμπορευματική λογική που αυτές προωθούν σε όλο τον κόσμο. Συμβαίνει και δια της πλαγίας οδού, σε όλους μας, όταν άθελά μας ενσωματώνουμε την κυρίαρχη αφήγηση της «πραγμάτωσης της επιθυμίας» και του «ατομικού δικαιώματος», έτσι όπως ακριβώς αυτά εργαλειοποιήθηκαν από τον ύστερο καπιταλισμό για να ενσωματώσουν τα απελευθερωτικά προτάγματα του παγκόσμιου ’68. Αλλά αυτό, βέβαια, αποτελεί ζήτημα των ίδιων και των κινημάτων στα οποία θεωρούν ότι συμμετέχουν…
]]>Το τελευταίο διάστημα μπαίνω στον πειρασμό να πιστεύω ότι οι κυρίαρχοι προκρίνουν το δεύτερο. Γνωρίζουν ότι ο Ελληνικός λαός, πέντε χρόνια τώρα, δεν αντέχει άλλο την συστηματική οικονομική και κοινωνική εξαθλίωση και ότι η έλλειψη αντοχών μαζί με την έλλειψη οράματος αναγέννησης του τόπου μπορεί να οδηγήσει σε εκρηκτικές καταστάσεις, και από γεωπολιτική άποψη. Σίγουρα, αυτή τη δυνάμει οριακή συνθήκη δεν μπορεί να την διαχειριστεί το «μνημονιακό» πολιτικό σύστημα και οι εκπρόσωποί του. Μόνο μια «αντιμνημονιακή» πολιτική οντότητα θα μπορούσε να «ενσωματώσει» ξανά και με επιτυχία τον απελπισμένο και απηυδισμένο λαό. Μια τέτοια πιθανή υποψηφιότητα ήλθε πια στο προσκήνιο, δια της μορφής της κυβερνητικής σύμπραξης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, μετά τις εκλογές της 25ης Ιανουαρίου. Κρίνω, λοιπόν, ότι οι κυρίαρχοι θα εξαντλήσουν κάθε μέσο, με προφανή χρήση και μαστιγίου και καρότου, για να αποσπάσουν την πολύτιμη υπογραφή αυτής της κυβέρνησης (και όχι κάποιας άλλης «φιλικότερης») σε ένα νέο Μνημόνιο (όπως και να το ονομάσουν). Έτσι μόνο θα σβήσει ή θα παρεκτραπεί η όποια ριζοσπαστικότητα υπάρχει ή σιγοκαίει στο κοινωνικό σώμα. Το έργο εξάλλου ξαναπαίχτηκε όταν ήρθε η κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ το 1981 για να ενσωματώσει τάχιστα τη διάχυτη εργατική, νεολαιίστικη και αντι-ιμπεριαλιστική ριζοσπαστικότητα που είχε φουντώσει τη δεκαετία του ’70 στην Ελλάδα και αμφισβητούσε τη θέση της χώρας ως προκεχωρημένου φυλακίου της Δύσης.
Γι αυτούς τους λόγους, πιο πιθανό βλέπω οι σύγχρονοι αποικιοκράτες να παίξουν το χαρτί της ενσωμάτωσης και όχι της ανατροπής. Βέβαια, κι αυτή είναι άλλη μια πιθανότητα που μένει να αποδειχτεί…
]]>