Λοιπόν, τέλος οι «κουλτούρες», οι μηνιαίες θεματικές και τα ρέστα. Από σήμερα μόνο Euro ’12. Ξαναγινόμαστε αυτοί που αγαπήσαμε.
-
Πρόσφατα άρθρα
Αρχείο
Μπλογκς
Κατηγορίες
| CARVIEW |
Λοιπόν, τέλος οι «κουλτούρες», οι μηνιαίες θεματικές και τα ρέστα. Από σήμερα μόνο Euro ’12. Ξαναγινόμαστε αυτοί που αγαπήσαμε.
Χάζευα στον Guardian πριν και πέτυχα ένα πολύ ωραίο review για το Euro απ’ τους συντάκτες του που σχολίασαν με δυο λόγια ό,τι είδαμε. Ελεγα να κάνουμε το ίδιο. Ή περίπου το ίδιο. Αυτές είναι οι δικές μου απόψεις, περιμένω μια θάλασσα από comment με τις δικές σας.
Καλύτερος παίκτης: Ο Αντρές Ινιέστα ήταν ο καλύτερος της Ισπανίας πιθανόν σε όλα της τα παιχνίδια. Ακόμα και σε μερικά που οι πρωταθλητές δεν βλέπονταν, το κέφι του Ινιέστα ήταν ένα σφηνάκι εσπρέσο για τη νύστα μας.
Καλύτερο παιχνίδι: Ισπανία Ιταλία 1-1. Η Ισπανία μπαίνει στο Euro ξεχνώντας να βάλει επιθετικό αλλά τελικά αυτό ήταν κόλπο και πήρε το κύπελλο με αυτόν τον τρόπο. Η Ιταλία μπαίνει στο Euro με ένα προπολεμικό (που λέει ο λόγος) σχήμα με τον Ντε Ρόσι σε θέση λίμπερο. Κι αυτό ήταν κόλπο αφού ο Πραντέλι εγκατέλειψε τα πειράματα νωρίς. Πέρα απ’ τα τακτικά κόλπα που εμένα μ’ αρέσουνε, το παιχνίδι είχε φάσεις, γκολ, ήταν αμφίρροπο μέχρι το τέλος και ήταν αρχή τότε και όλα μου φαίνονταν ωραία.
Καλύτερη στιγμή: Οι Ιταλοί γενικώς. Το πέναλτι του Πίρλο, το τραγούδι του Μπουφόν, το κλάμα του Μπονούτσι.
Χειρότερη στιγμή: Το δεύτερο ημίχρονο του τελικού. Κανένα ενδιαφέρον για τον νικητή, κάτι που είναι το ζητούμενο σε έναν τελικό και η απαράδεκτη συμπεριφορά των Ισπανών που πυροβολούσαν το πτώμα της Ιταλίας ενώ είχε αρχίσει να μυρίζει ήδη απ’ το 60.
Καλύτερη ενδεκάδα: (4-3-3)Μπουφόν/ Μπαλτσαρέτι, Ζόρντι Αλμπα, Σέρχιο Ράμος, Χούμελς/ Πίρλο, Μουτίνιο, Μαρκίσιο/ Οζίλ, Ινιέστα, Λιορέντε, Μάτζουκιτς
Να το κρατήσετε καλά στο μυαλό σας, να το πείτε στα παιδιά σας και τα παιδιά σας στα παιδιά τους. Να μην ξεχάσουμε ποτέ τι έγινε στον τελικό του Ευρωπαϊκού Πρωταθλήματος του 2012 στο Ολιμπίνσκι του Κιέβου.
Η γοητεία της απλότητας απ’ τους Ισπανούς, η ομοιογένεια, η προσήλωση στο πιο εμφατικό passing game της ιστορίας, κάλυψη των χώρων, απίστευτο pressing, ο Τσάβι, ο Ινιέστα, ο Σίλβα. Μπλα, μπλα. Την ξέρουμε την Ισπανία, την ξέρουμε την Μπαρτσελόνα, το ξέρουμε το τίκι τάκα: δεν αντιμετωπίζεται σχεδόν ποτέ, είναι μετά από χρόνια μια τομή στον τρόπο που παίζεται το ποδόσφαιρο και είναι λογικό και απόλυτα δίκαιο οι Ισπανοί να μαγνητίζουν τους τίτλους και να γράφουν ιστορία.
Αλλά στον νικηφόρο τελικό με την Ιταλία δεν έγινε μόνο αυτό. Δεν ήταν μια σφραγίδα σε όλα τα παραπάνω. Τα 2 τελευταία γκολ των Ισπανών στο 85+ είναι αυτά που μας μένουν και είναι μια θλιβερή επίδειξη χυδαιότητας του ισχυρού, η έλλειψη ηθικής και σεβασμού κόντρα σε έναν μεγάλο αντίπαλο που έπαιζε μισή ώρα με παίκτη λιγότερο. Απ’ το 60 και μετά η Ιταλία δεν κέρδισε ούτε πλάγιο. Ηταν ακίνδυνη και παραιτημένη, ψυχολογικά συντετριμμένη, υπέφερε και μόνο που υπήρχε μέσα στο γήπεδο. Αλλά οι Ισπανοί δεν έριξαν ταχύτητα και συνέχισαν να σκοράρουν με τους παίκτες που ήρθαν φρέσκοι απ’ τον πάγκο, πανηγυρίζοντας και χαζογελώντας σαν κακομαθημένα πλουσιόπαιδα. Και όταν τελείωσε το πάρτι τους, ξαμόλησαν τα παιδάκια τους στο χορτάρι λες και ήταν παιδική χαρά ή λες και είχαμε όρεξη να μάθουμε πόσο χαριτωμένα είναι. Και μετά πήγαν να πάρουν το μπισκότο τους και να τους κάνει πατ πατ ο πρίγκιπάς τους. Ούτε με συγκίνησε η έκρηξη συναισθηματισμού με τις αφιερωματικές μπλούζες. Μαγκιά ήταν όταν το έκανε ο Ινιέστα πριν δυο χρόνια.
Σπουδαία ομάδα, σπουδαίοι παίκτες, αλαζόνες και αχώνευτοι. Όπως στο μπάσκετ.
Pirlo: ”Είπα στη γυναίκα μου ότι αν χάσω θα πρέπει να φάω ταρτάρ”

Balotelli: “Είπα στη γυναίκα μου ότι αν χάσω θα της τον βάλω όλον για τιμωρία”

Buffon: “Τα αγριογούρουνα που φάγαμε έφαγαν κάτι που τους πείραξε”

Bonucci: “Δεν κλαίω, είναι λίγο ιδρωμένα τα μάτια μου”
Fratelli d’Italia, l’Italia s’è desta…
(αδέρφια της Ιταλίας, η Ιταλία έχει ξυπνήσει…)
Είναι 34 χρονών. Στο ελαφρώς αξύριστο πρόσωπό του διακρίνουμε ότι έχει αρχίσει να γκριζάρει, κάτι βέβαια δεν του απαγορεύει να φοράει κοριτσίστικα τσιμπιδάκια στα μαλλιά. Ωραίος, συναισθηματικός, αυθεντικός. Το 2006 κατέκτησε το Παγκόσμιο Κύπελλο και μετά πήγε κι έπαιξε με την Γιούβε στη Serie B. Δεν ξέρω αν είναι τεχνικά ο καλύτερος τερματοφύλακας της γενιάς του αλλά είναι σίγουρα ο πιο σπουδαίος. Ενας φοβερός τύπος. Ο Τζιανλουίτζι «Τζίτζι» Μπουφόν τραγούδησε τον ύμνο της χώρας του σαν να ήταν η τελευταία φορά, με κλειστά μάτια, σαν έτοιμος για έναν ιερό καθήκον. Αυτή είναι για μένα η μεγαλύτερη στιγμή του τουρνουά.
Siam pronti alla morte, l’Italia chiamò, sì!
(είμαστε έτοιμοι να πεθάνουμε, η Ιταλία μας έχει καλέσει, ναι!)
έγραψε ο Καρπετόπουλος:
Η «μελίνα των Ισπανών», δηλαδή αυτό το κράτημα της μπάλας στη μεσαία γραμμή, είναι κάτι σαν ασθένεια του παιχνιδιού της Μπαρτσελόνα. Μπορεί η κατοχή να είναι ίδια (πάνω από 65% στο ματς με τους Γάλλους, που υποτίθεται ότι πίεζαν κιόλας), αλλά η λογική είναι ολότελα διαφορετική: στην Μπάρτσα του Γκουαρντιόλα οι πάσες γίνονταν για να βρεθεί η «τρύπα» στην άμυνα, το ακάλυπτο αδύναμο σημείο. Στην εθνική Ισπανίας η κατοχή είναι συνήθως άμυνα: δεν υπάρχει σκέψη επίθεσης, αλλά ο σκοπός είναι να μην παίξει ο αντίπαλος. Με τη Γαλλία π.χ. το γκολ των Ισπανών είναι ένα γκολ της Μπαρτσελόνα: η κατοχή κάνει τους Γάλλους να βγουν, όσα μέτρα χρειάζεται για να βρει χώρο να τρέξει στο πλάι ο Αλμπα, όπως κάνει ο Ντάνι Αλβες π.χ. Από τη στιγμή που ο Αλμπα βγαίνει στην πλάτη της άμυνας, αρκεί κάποιος να ακολουθεί τη φάση για να πάρει την ασίστ: το κάνει συνήθως ο Ινιέστα, αλλά το ξέρει κι ο Τσάμπι Αλόνσο. Μόνο που τέτοιες φάσεις οι Ισπανοί έφτιαξαν στο ματς δύο, ενώ η Μπάρτσα κάνει είκοσι τουλάχιστον
ολόκληρο το κείμενο εδώ
Το καλοκαίρι του 1948 στην Τσεχοσλοβακία είχαμε αλλαγή φρουράς. Τα μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος ανέλαβαν την εξουσία και την διατήρησαν μέχρι και το 1989, με πρώτο πρόεδρο τον Klement Gottwald. Ηταν μια νέα εποχή για την χώρα, η οποία πέρασε τις επόμενες δεκαετίες υπό μια συνεχή ιδεολογική φόρτιση σε κοινωνικό, κυρίως, επίπεδο. Επειδή όμως ο σκοπός αυτού το κειμένου είναι άλλος, όλα αυτά έχουν περισσότερο συμβολικό χαρακτήρα και σκοπεύουν στη διαμόρφωση ενός κλίματος, οπότε δεν θα επεκταθώ. Θα σταθώ μόνο στο ότι τότε, προς το τέλος του 1948, γεννήθηκε στην Πράγα ένα παιδί που θα άφηνε το όνομά του στην ιστορία για μια περίφημη ποδοσφαιρική πατέντα που συζητιέται ακόμα. Ο Antonín Panenka μεγάλωσε παίζοντας στις ακαδημίες της Bohemians από μικρό παιδί ακόμα, μια ομάδα την οποία υπηρέτησε σχεδόν σε όλη του τη ζωή -και στην οποία σήμερα είναι πρόεδρος. Από νωρίς βρήκε τη θέση του στο κέντρο του γηπέδου και άρχισε να διακρίνεται για την ικανότητά του στις εκτελέσεις φάουλ και πέναλτι. Γύρω στα μέσα της δεκαετίας του ’70, ο Panenka ξενυχτούσε παρέα με τον τερματοφύλακα της ομάδας και φίλο του Zdeněk Hruška ρίχνοντάς του πέναλτι για να τον κρατάει σε φόρμα. Για να μην βαριούνται έβαζαν στοιχήματα. Οποιος είχε καλύτερες επιδώσεις κέρναγε τον άλλον σοκολάτες και μπίρες. Όπως θυμάται ο Panenka, έπρεπε να βρει έναν τρόπο να σκοράρει απέναντι στον Hruška, αφού είχε αρχίσει να χάνει αρκετά λεφτά στα κεράσματα.
Τον φανταζόμαστε όλοι νομίζω, με το ανατολικό του σουλούπι και το χαρακτηριστικό μουστάκι, στο σύμπαν της κομμουνιστικής Πράγας να ψάχνει στο μυαλό του το τέλειο πέναλτι. Μέχρι που το βρήκε. Το πόδι κατευθύνεται προς τη μπάλα με την ίδια ταχύτητα που θα είχε αν εκτελούσε ένα φυσιολογικό πλασέ, μόνο που την τελευταία στιγμή κατεβαίνει λίγο περισσότερο, έτσι ώστε να βρει την μπάλα στο χαμηλότερό της σημείο και να την «σκάψει» φαλτσαριστά σε οριζόντια διάσταση, δίνοντάς της ύψος και κόβοντάς της ταχύτητα. Το μεγάλο πλεονέκτημα αυτού του χτυπήματος είναι ότι ο τερματοφύλακας λογικά θα «ψαρώσει», αφού η προσποίηση είναι ιδιαίτερα έντονη. Ο Panenka τελειοποίησε το χτύπημα αυτό, μέχρι που, όπως θυμάται, είχε αρχίσει να παχαίνει απ’ τις πολλές σοκολάτες και τις μπίρες που τον κέρναγε ο Hruška. Το καλοκαίρι του 1976 ήταν έτοιμος.
Η Τσεχοσλοβακία κατηφόρισε στη Γιουγκοσλαβία για το Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα με τον Panenka στη σύνθεσή της. Στον τελικό αντιμετώπισε τη Δυτική Γερμανία και μετά από το 2-2 στην κανονική διάρκεια και μια παράταση δίχως τέρματα, το παιχνίδι οδηγήθηκε στα πέναλτι. Οι τρεις πρώτοι Τσεχοσλοβάκοι ήταν εύστοχοι, το ίδιο και οι τρεις πρώτοι Γερμανοί. Ακολούθησε το τέταρτο πέναλτι του Ladislav Jurkemik που ήταν επίσης εύστοχο ενώ το αντίστοιχο των Γερμανών, το οποίο εκτέλεσε ο Uli Hoeneß, έφυγε άουτ. Ο Panenka πήρε την μπάλα και την έστησε στο γνωστό σημείο, πήρε αρκετά μέτρα φόρα, έστειλε τον Seep Maier απ’ την αριστερή πλευρά και την μπάλα στο κέντρο της εστίας, πετυχαίνοντας το πρώτο και το αυθεντικό «πέναλτι Panenka», πριν χαθεί στις αγκαλιές των συμπαικτών του, οι οποίοι πανηγύρισαν με την καρδιά τους αυτόν τον θρίαμβο, λίγους μήνες πριν εμφανιστεί στη διεθνή σκηνή το Chapter 77 και δώσει μια νέα διάσταση στα εσωτερικά της χώρας.
Το «πέναλτι Panenka» άρχισε με τα χρόνια να βρίσκει αρκετούς οπαδούς και το όνομα του χαφ της Τσεχοσλοβακίας συντηρήθηκε στην επικαιρότητα χάρη σ’ εκείνο το χτύπημα, σε εκείνο τον τελικό, που θεωρήθηκε εκτός από παγκόσμια πατέντα και ένα ποιητικό τσίμπημα στον ολοκληρωτισμό μιας παγιωμένης τεχνικής. Ελάχιστοι είναι οι ποδοσφαιριστές των οποίων μια κίνηση ή μια επινόηση έμεινε στην ιστορία με το όνομά τους. Εκτός απ’ το «πέναλτι Panenka», έχουμε ακόμα την «Cruyff turn» για την οποία έχουμε ξαναμιλήσει, ενώ λιγότερo γνωστή είναι η «Garrincha turn» (αυτό που ο Zidane έλεγε «Roulette») και η «Papinade» που πιστώνεται στον Jean-Pierre Papin και είναι κάτι σαν μισό ψαλίδι.
Σήμερα, όποιος επιλέξει να εκτελέσει ένα πέναλτι αλά Panenka, δεν το κάνει τόσο για να ξεγελάσει τον τερματοφύλακα, αλλά για να τον ντροπιάσει, να το παίξει λίγο μάγκας, να αερίσει τα γαλόνια του. Το κάνουν καμιά φορά διάφοροι παλαβοί αλλά και αρκετοί άλλοι που ξέρουν αρκετή μπάλα (αυτό είναι απαραίτητο) και έχουν την ανάγκη για συγκεκριμένους λόγους, κάτω από συγκεκριμένες περιστάσεις, να το αποδείξουν. Αν πετύχει είσαι βασιλιάς. Αν το χάσεις χάθηκες. Είναι ένα τεράστιο ρίσκο. Ένα ρίσκο που πήρε προχθές, παράλογα ίσως, ο Andrea Pirlo, βάζοντας το κερασάκι σε μια απ’ τις καλύτερες ατομικές εμφανίσεις που έχω δει στη ζωή μου, τουλάχιστον σε επίπεδο μεγάλης διοργάνωσης. Ο τεράστιος Ιταλός επέλεξε το «πέναλτι Panenka» όντας με την πλάτη στον τοίχο, με τον Montolivo να έχει χάσει ήδη το πέναλτι και τους Αγγλους να είναι έτοιμοι να κερδίσουν στα πέναλτι για πρώτη φορά μετά το 1996 και δεύτερη συνολικά στην ιστορία τους. Το επέλεξε ακριβώς για αυτό, νομίζω, επειδή ο υπερμεγέθης εγκέφαλός του διαισθάνθηκε ότι το momentum πάει να χαθεί. Τη στιγμή που η μπάλα περνούσε τη γραμμή, οι Αγγλοι είχαν ήδη αποκλειστεί, ακόμα και αν είχαν ακόμα το πλεονέκτημα. Αυτή είναι και η μαγεία της συγκεκριμένης στιγμής. Ο Pirlo εκτελεί ένα «πέναλτι Panenka», για πρώτη φορά στην ιστορία, επειδή το χρειάζεται και όχι επειδή θέλει να πουλήσει μαγκιά ή τρέλα. Ακόμα και αν οι Ιταλοί χάσουν με τα χέρια κάτω απ’ τη Γερμανία, το πάνθεον του Ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου έχει πολύ ψηλά μια καινούρια φιγούρα που φοράει μπλε φανέλα και έχει γυναικείο χτένισμα για να κρύβονται τα πεταχτά αυτιά του.
Σκέφτομαι κάποιες φορές, σε κάποιο σημαντικό πέναλτι παραδείγματος χάρη, πόσα πρόσωπα στον κόσμο κοιτάζουν εκείνη την ίδια στιγμή αυτό ακριβώς που κοιτάζει και το δικό μου (πρόσωπο). Το ίδιο που λέμε και για το φεγγάρι.
Ο Αρτέμ Μιλέφσκι πιάνει κεφαλιά από το ύψος της μικρής περιοχής αλλά η μπάλα φεύγει άουτ. Ο Αρτέμ Μιλέφσκι είναι εκτεθειμένος τουλάχιστον ένα μέτρο. Ο επόπτης δεν υποδεικνύει το οφσάιντ.
Ένα-δυο λεπτά αργότερα, ο Αρτέμ Μιλέφσκι δέχεται μια μακρινή μπαλιά την οποία και υποδέχεται εξαιρετικά, πριν τη «σπάσει» υπέροχα δίπλα του στον επερχόμενο Ντέβιτς. Ο Αρτέμ Μιλέφσκι είναι εκτεθειμένος τουλάχιστον ένα μέτρο. Ο επόπτης δεν υποδεικνύει το οφσάιντ.
Στη συνέχεια της φάσης, δευτερόλεπτα αργότερα, ο Ντέβιτς πλασάρει τον Χαρτ και η μπάλα κατευθύνεται προς τα δίχτυα, μέχρι που ο Τζον Τέρι την διώχνει μακριά. Όπως φαίνεται απ’ το ριπλέι η μπάλα έχει περάσει ολόκληρη την γραμμή πριν την διώξει ο αμυντικός της Αγγλίας. Ο επόπτης δεν καταλογίζει το γκολ.
Στη συνέντευξη τύπου, έξαλλος ο Ολεγκ Μπλαχίν αναρωτιέται γιατί να έχουμε πέντε διαιτητές αφού δεν μπορούν να δουν αυτό το γκολ. Δεν έχει κι άδικο.
Στην πραγματικότητα, αυτό το τρίλεπτο των λαθών που ως ένα σημείο, τελικά, καθόρισαν το αποτέλεσμα (ή δεν το καθόρισαν), αποτελεί μια σπουδή για την διαιτησία ως μια φιλοσοφική διαδικασία στο ποδόσφαιρο. Το λάθος, ακόμα και του διαιτητή, είναι μέρος της γοητείας του αθλήματος. Η αδικία το ίδιο. Η Αγγλία επίσης, με αυτήν της την καρμική σχέση με τα αμφιλεγόμενα γκολ που πέρασαν (;) την γραμμή. Με ό,τι δηλαδή είναι γνωστό ως «ghost goal» στα ποδοσφαιρικά λεξικά.