Κάπου είδα μια αγγελία που έγραφε
«ΠΩΛΟΥΝΤΑΙ ΚΡΕΒΑΤΙΑ ΞΥΛΙΝΑ, ΜΟΝΑ»
και στην αρχή προβληματίστηκα
με την ανάλαφρη ανυπαρξία τόνου.
Μετά, όμως, κατάλαβα
πως σημασία δεν έχει.
Rest for the wicked

Full of empty tourism






A stroll through the gardens of good and evil






Variations on RG & B



Sinead O’Connor – Jackie (live, 2013)
Fragments of a creative process
Fragments of a creative process
ON CHEATING THE FIDDLER (Dorothy Parker)
«Then we will have tonight!» we said.
«Tomorrow-may we not be dead?»
The morrow touched our eyes, and found
Us walking firm above the ground,
Our pulses quick,our blood alight.
Tomorrow’s gone-we’ll have tonight!


The Raveonettes – Recharge and Revolt (2014)
Alma (Maren Eggert): I wish I’d never met you. Life without you is now just a life without you.
Tom (Dan Stevens): Isn’t that the definition of what you call love?
Ich bin dein Mensch (2021)
Electric Flag – Wine (live, 1967)
Nina Simone – You’d Be So Nice To Come Home To (live, 1960)
If there was anything that depressed him more than his own cynicism, it was that quite often it still wasn’t as cynical as real life.
Terry Pratchett, Guards! Guards!

Hedvig Mollestad – Tempest Revisited (2021, full album)
Nena – Nur geträumt (1982)
Χρονοσειρές: πολίτικ(α)λι οτοκορέκτ
Σήμερα ξύπνησα προβληματισμένος. Έβλεπα στον ύπνο μου ότι υπήρχε, λέει, ένα κοσμικό ότοκορέκτ και έπαιρνε πρωτοβουλίες σε κάθε ανθρώπινη συζήτηση.
Έτσι, εκεί που μου μιλούσες για ταξίδια, και μου έλεγες για τους μοναχούς στο Θιβέτ, ξαφνικα ΦΟΥΠ! γινόντουσαν μονομάχοι στο Θιβέτ, με τις στολές του Κολοσσαίου, να ξυλιάζουν στα υψίπεδα του Θιβέτ, χωρίς να ξέρουν και οι ίδιοι τι έγινε και να μην υπάρχει και κανείς να συνεννοηθούν!
Και μετά η συζήτηση πήγε στον καιρό —κλασική αμηχανία ή βαρεμάρα, δεν ξέρω— και να που έρχεται πάλι κρύο και χιόνια ακόμα κι εδώ, μιλήσαμε για το περιβάλλον και πώς έχουν γίνει εμβληματικές της κατάστασης πλέον οι πολικές αρκούδες και ΦΟΥΠ! έγιναν αυτόματα πολιτικές αρκούδες, με σουρ μεζούρ κοστούμι, αλλά χωρίς γραβάτα, να συμβαδίζουν με το ίματζ της εποχής, διαρκώς αγχωμένες, όλο κάτι έχουν να κάνουν, κάτι να πουν, χωρίς να ξέρουν καν γιατί, αλλά πού να το πουν κι αυτές;
Να, κι εσύ δεν ήσουν εδώ το πρωί να σου τα πω, προσπαθώντας να σου μεταφράσω τις βλακείες του μυαλού μου, να γελάω κι εσύ για άλλη μια φορά να μη βγάζεις άκρη.
Χρονοσειρές: Οι Αόρατες Σχέσεις
Υπάρχουν τόποι και χρόνοι όπου φιλοξενούν σχέσεις όπως δεν τις έχει δει μάτι ανθρώπου κι όπως η πιο αχαλίνωτη φαντασία δεν μπορεί να συλλάβει. Η περιγραφή τους και μόνο κάνει τους ανθρώπους να μαζεύονται γύρω από τη θέρμη της εστίας και ν’ ακούνε μαγεμένοι τον αφηγητή, ακροβατώντας επικίνδυνα ανάμεσα στην αποχαυνωτική μαγεία και το μαζικό λιντσάρισμα.
Είτε οι ιστορίες αυτές αφορούν μυθικούς, πάνσοφους θεούς, οι οποίοι τείνουν το καρότο του Παραδείσου σε δοκιμαζόμενα κουνέλια, ή θνητούς πεπερασμένους που κρύβονται κάτω από χιλιόμετρα πισσωμένης αναμονής.
Και οι αδαείς, ρωτάνε αδιάκριτα «πού βλέπεις τον εαυτό σου σε πέντε χρόνια» και δεν έχουν νοιώσει ποτέ να τους παρασέρνει το κύμα της χρονιάς που πέρασε εξαίφνις μέσα απ’την αγκαλιά τους. Σφιχταγκαλιάζουν τον αέρα που εκπνέουν και δεν ξέρουν τι χάνουμε.
Ίσως αν το κατατμήσει κανείς σε μικρότερα κομμάτια, να είναι πιο εύπεπτο. Θα πρέπει όμως να βρει το σωστό μέγεθος, αλλιώς κινδυνεύει να κοιτάει το μόριο (του) και όχι την ουσία. Να. Ας πούμε έξι μήνες. Όχι έξι, γιατί θα κάνουμε φτηνά αστεία με τις λέξεις που βάζεις πριν πεις έξι. Ας πούμε εφτά. Ναι. Εφτά συν πέντε. Έχει και τη σύνδεση με την ερώτηση που τα ξεκίνησε όλα.
Την ερώτηση περί χαμένων απολαύσεων.
Λοιπόν. Είπαμε! Πού βλέπετε τον εαυτό σας τους επόμενους εφτά συν πέντε μήνες; Βλέπετε τόσο ή ανέβηκε πάλι η μυωπία σας; μα, καθαρίστε επιτέλους τα γυαλιά σας! Μπροστά στη μύτη σας είναι.
Ο επόμενος, παρακαλώ!
Χρονοσειρές: λίστενινγκ
Άκουγα τους γειτόνους σήμερα, είχαν δράματα. Φωνές, ποδοβολητά πάνω κάτω. Ανάστατοι. Τα οικονομικά τους σφίξανε πολύ. Πιέζονται από παντού, σκέφτονται τι να πουλήσουν. Σε κάποια φάση κάτι άκουσα για το ψυγείο, ελπίζω να μην το εννοούν.
Τουλάχιστον όμως, αυτοί κάτι κάνουν. Στην απελπισία τους έστω, τα βάζουν όμως κάτω. Εμείς τι καταλάβαμε δηλαδή, με τον φόβο μην αναστατώσουμε τους άλλους, μην πει ο κόσμος τίποτα. Τι να πει; Όλοι στα ίδια είναι. Το πολυ πολύ να πει ένα «μπράβο» και να ξεκουνηθεί κι ο κόσμος μαζί. Μόνοι μας καθένας, σαν τα πρόβατα στη σφαγή πάμε.
Συμφωνείς, μου λες. Και που συμφωνείς δηλαδή, τι έγινε; Μαζευτήκαμε να συμφωνήσουμε αναμεταξύ μας και να χαρούμε για την ανοιχτομυαλιά μας. Όχι πολύ ανοιχτο- όμως. Μη μας την ανοίξουν άλλοι παραπάνω μετά. Τόσο όσο.
Ας είναι! Εγώ τους γείτονες σκέφτομαι. Έχουν και μάνα και αδερφή από πίσω, αυτές τι να κάνουν; Βαρύ να έχεις το μυαλό σου αλλού, την έγνοια σου σε κάποιον που δε φτάνει το χερι σου. Όχι ότι μπορούμε πάντα να κάνουμε κάτι, αλλά να. Αυτή η αγκαλιά, βρε παιδί μου, ένα άγγιγμα έστω. Η αγάπη κατοικεί στο δέρμα.
Ξέχασα να σου το πω αυτό. Όπως ξέχασα και να σου διαβάσω κάτι. Οτιδήποτε· κι ας ήταν ακαταλαβίστικο. Για τις δονήσεις μόνο. Και τις αγκαλιές.
Έμεινα απλά στο να κοιτάμε τη ροή που περνά. Η ροή όμως για να ανθίσει και να καρπίσει τη γη την εύφορη θέλει και φροντίδα. Να σκάψεις λίγο, να λασπωθείς· ν’ανοίξεις και κάνα αυλάκι. Η ροή έχει όφελος όταν απλώνεται και μοιράζεται, όχι απλά να σκεδάζεται και να τη χαζεύεις σα χάνος.
Έχω ακόμα ένα μπουκάλι. Εκείνο το τελευταίο. Δεν προσθέσαμε άλλες ετικέτες. Να κάτι ακόμα που δεν κάναμε! Επαναπαύτηκα, βλέπεις. Ας είναι. Θα το παλαιώσω, να μου βρίσκεται. Αντίκα, άλλης εποχής.
Lost Bodies ft. Σίλια Κόη – Λαχτάρα (2018)
Dear Herr N.,
Nobody can set right a mismanaged life with a few words. But there is no pit you cannot climb out of provided you make the right effort at the right place.
When one is in a mess like you are, one has no right any more to worry about the idiocy of one’s own psychology, but must do the next thing with diligence and devotion and earn the goodwill of others. In every littlest thing you do in this way you will find yourself. [Everyone has] to do it the hard way, and always with the next,the littlest, and the hardest things.Yours truly,
C.G. Jung
C.G. Jung, Selected letters of C.G. Jung, 1909-1961
Χρονοσειρές: ‘πορ(ε)ίες
Για πότε περάσαμε από το «Are we human, or are we dancer?» σε κάτι του πλαισίου «Are we friends, or are we number?», δύο βλεφαρίσματα δρόμος.
Πότε οι ανθρώπινες σχέσεις μετατρέπονται από ουσιαστικές σε αναμνήσεις κι από κει πλέον απλά σε λίστες κι αριθμούς; Μου θυμίζει κάτι από τις σειρές των οατεοφυλακίων στα μεγάλα νεκροταφεία των (ακόμα πιο) μεγάλων πόλεων.
Κι εσύ, αγαπημένη μου, τι θα τους απαντούσες σε αυτά; Και, κάνε το χέρι σου λίγο πιο κει, να δω και να αντιγράψω και γω την απάντηση, γιατί ομολογώ πως δεν την ξέρω.
Tom Waits – I hope I don’t fall in love with you (1973)

Ετεροχρονισμοί: Τα νέα σου!
Αγαπημένη μου…
Γεννηθήκαμε στο έτος τού Λέννον. Χάσαμε και τον Φρέντι στην πορεία… Η τρέλα και ο έρωτας μάς τους επήρανε.
Δεν ξέρω γιατί ξεκίνησα έτσι. Δεν έχει και σημασία όμως. Ήθελα να σε ρωτήσω για τις γάτες σου. Αυτές που βλέπαμε από το μπαλκόνι σου καθως πίναμε καφέ και τρώγαμε γλυκά και μετά βάζαμε κρασί και τα τσιγάρα άναβαν σειριακά και παράλληλα, σαν τα προβλήματα που μας δυσκολευαν στη Φυσική, παλιά. Αλήθεια, κάθεσαι ακόμα στο μπαλκόνι σου ή ξεπλυθηκαν οι καραντίνες πια από πάνω σου; Εγώ πάντως έκοψα το κάπνισμα.
Ελπίζω αυτή η τρέλα να τελειώσει πριν μου τελειώσουν οι μάσκες σου. Ώρες και στιγμές τρέμω μην τελειώσουν εκείνες· τη στιγμή που θα πετάξω το άδειο, πλέον, κουτί. Τι δώρο ζήτησες από τον Άγιο Βασίλη;
Ακόμα κρατάω την ανάσα μου για εκείνο το happy birthday, το οποίο ποτέ δεν ήρθε. Ας είναι. Κάποια πράματα ίσως δεν είναι και τόσο αυτονόητα και πρέπει να τα κερδίσεις πρώτα. Είναι, βλέπεις, που πάντα παίζω για την παρέα και δε με νοιάζει αν θα κερδίσω ή θα χάσω. Μου αρκεί να με παίζουν. Και το γέλιο σου. Αυτά.
Τελικά, δε μου είπες, ή μπορεί και να μη σε ρώτησα ευθέως μέσα σε όλα αυτά, τι κάνουν οι γάτες σου;
Υγ. Να δοκιμάσεις με φουντούκι, είναι πολύ νόστιμη.
Χρονοσειρές: νυκτερινό
Το βράδυ στο υπνοδωμάτιο
στα σκοτεινά
μπορεί να μη σε βλέπω
αλλά ξέρω ότι είσαι εκεί
κρατώντας τη μικρή, χνουδωτή σου προβοσκίδα
στο χέρι μου για ν’ αποκοιμηθώ.

A quarantined road-trip
On those days and on those nights
when we were lonely and away,
we drove away into our minds
wishing for each other to stay.
Έτσι, ο Ντρόγκο για ακόμα μια φορά ανηφορίζει την κοιλάδα του Οχυρού κι έχει μπροστά του δεκαπέντε λιγότερα χρόνια ζωής. Δυστυχώς, ο ίδιος δεν νοιώθει ότι έχει αλλάξει πολύ, ο χρόνος έφυγε τόσο γρήγορα που η ψυχή του δεν πρόλαβε να γεράσει. Και όσο κι αν η ζοφερή ταραχή των ωρών που περνούν μεγαλώνει καθημερινά, ο Ντρόγκο επιμένει στην ψευδαίσθηση ότι τα σημαντικά δεν έχουν αρχίσει ακόμη. Ο Τζιοβάνι περιμένει υπομονετικά την ώρα του που δεν έρχεται ποτέ, δεν σκέφτεται ότι το μέλλον έχει περιοριστεί τρομακτικά, ότι δεν είναι πια όπως άλλοτε, όταν το αύριο του φαινόταν μια απέραντη περίοδος, ένας ανεξάντλητο πλούτος που δεν υπήρχε περίπτωση να κατασπαταληθεί.
Ντίνο Μπουζάτι, Η Έρημος των Ταρτάρων (μτφ. Μ. Οικονομίδου)
Χρονοσειρές: λερναία κλεψύδρα
Η ταχύτητα ολοκλήρωσης μιας σειράς χημικών αντιδράσεων καθορίζεται από την ταχύτητα της πιο αργής.
Η φενάκη της ανθρώπινης παντοδυναμίας αποκαλύπτεται όταν προσπαθήσεις απλά να σπρώξεις τον χρόνο για να κυλήσει πιο γρήγορα.
Ετεροχρονισμοί: στιγμιαία
Μάλλιασε η γλώσσα τού H.C.B. να μιλά για την αποφασιστική στιγμή
μα, πόσο δύσκολο είναι, όμως, να την εντοπίσεις όταν συμβαίνει και όχι εκ των υστέρων.
Και, κάθε φορά που την επισημαίνεις σε χρόνο δεύτερο,
άλλες στιγμές χασκογελάν ξεγλιστρώντας μέσα απ’ τα μάτια σου.
Κι ο κύκλος επαναλαμβάνεται με χειρουργική ακρίβεια.
Ετεροχρονισμοί: μινιστορία
Μνήμη είναι αυτό που μένει πίσω όταν κάτι —ένας άνθρωπος, μια κατάσταση, ένα αντικείμενο— έχει πλέον φύγει. Η μνήμη, λοιπόν, οριοθετείται από το κενό γύρω της.
Είναι μια κούτα με ιδιαίτερο περιεχόμενο, άλλοτε ευχάριστο κι άλλοτε δυσάρεστο, που στέκει στη μέση ενός άδειου δωματίου. Αν γεμίσει το δωμάτιο κούτες, δημιουργείται μια αποθήκη. Ζωή.
Όσο όμως το κενό συνεχίζει να δείχνει τα όρια, τόσο η κούτα θα φαίνεται σεντούκι θησαυρού. Κι ας έκρυβε μέσα της απλά ένα σφηνάκι τεκίλα, η οποία έχει πλέον εξατμιστεί.
Ετεροχρονισμοί: εν αρχή
Οδηγώντας το πρωί για τη δουλειά, σε δρόμους που ακόμα κοιμούνται […]
{μια μικρή ιστορία, όπου ο καθένας μπορεί να δει τον εαυτό του και να την προσαρμόσει στην πραγματικότητά του}
Τι σου συνέβη;
Ετεροχρονισμοί: εν κατακλείδι
Στο μνήμα μου απάνω θα βάλω να σκαλίσουν
πως είχε όλη τη ζωή μπροστά του
όπως μου έλεγαν κάθε μέρα.
Και κανείς τους,
μηδέ κι εγώ,
δε θα ξέρει τι ζωή άφησα πίσω μου
προσμένοντας.
Χρονοσειρές: πλαστικός χρόνος
Ζούμε με χρόνο δανεικό κι αγύριστο κι εμείς τον σπαταλούμε αδιάφορα, ποντάροντας τα ρέστα μας σε μια πηγή που ήδη εχει αρχίσει και φθίνει.
Θά’ρθει η στιγμή που θα πεθάνουμε κι όμως, αυτό δεν είναι το χειρότερο. Το χειρότερο είναι όλες εκείνες οι στιγμές που ήρθαν και δε ζήσαμε.
Αναλύουμε τα πάντα στο μυαλό μας και ζούμε έτσι σε μία μέρα μέσα χίλιες ζωές. Παράλληλα σύμπαντα που, όμως, δεν εφάπτονται ποτέ σε καμία πραγματικότητα.
Τουλάχιστον, οχι σε κάποια που να εφαπτόμαστε εμείς, αγάπη μου.
Χρονοσειρές: 50-50
Και τώρα, που δεν έχω πια τι να πω, νοιώθω πως δεν έχω τι να κάνω.
Μπορεί και νά’ναι ανάποδα η σειρά τους, όμως έτσι μου ήρθε κι είπα να μην το υπεραναλύσω, γιατί στο 50-50 διαλέγω πάντα λάθος και αυτές οι επιλογές ποτέ δε με έβγαλαν σε καλό, όμως έλα που πρέπει να βελτιωθώ, αλλά δεν ξέρεις ποτέ αν όντως βελτιώνεσαι γιατί τα λάθη τα βλέπεις πάντα εκ των υστέρων κι η αλήθεια είναι πως οι συνθήκες δεν επαναλαμβάνονται ποτέ επακριβώς οι ίδιες για να εφαρμόσεις τη δυσκολαποκτηθείσα γνώση από τα λάθη σου, οδηγώντας σε απλά σε μια σκοτεινή, μιερή, καθοδική σπείρα που το λες απλά ζωή κι από ‘δω παν’ κι οι άλλοι, άσχετα αν εσύ βρίσκεσαι να πας πάντα ενάντια στο ρέυμα χωρίς, όμως, να ξέρεις ποτέ αν εσύ ξέρεις κάτι παραπάνω ή είσαι καταφανώς λάθος και το μόνο που σου μένει να κάνεις είναι να συνεχίσεις ή να αντιστρέψεις την πορεία, άσχετα που, κι έτσι να κάνεις, ό,τι χάθηκε, χάθηκε —είδες όμως πώς ξεφυτρώνουν τα άτιμα τα 50-50 από ‘κει που δεν το περιμένεις;!— και ο χρόνος περνάει, η ζωή σου περνάει και μένεις να αναρωτιέσαι αν όντως είναι αυτή που θέλεις, αλλά αν δεν είναι, κανείς δε σε βεβαιώνει αν θα καταφέρεις ποτέ να φτιάξεις αυτό που θές ή αν θα βρίσκεσαι απλά να αλλάζεις ανούσια κατευθύνσεις, κι αν πάλι είναι, τότε γιατί το αναρωτιέσαι;
Χρονοσειρές: όνειρα
Ο Θεός έφτιαξε την κόλαση για τα παιδάκια. Τους μεγάλους τούς άφησε να ζούνε.
Rare Earth – I Know I’m Losing You (1970)
A-MASGUE (Γιάννης Σκαρίμπας, 1968)
Εφυγες, με μια μάσκα στα μούτρα σου
Βγήκες από την πόρτα ανώνυμος και πράος
Και πήρες τους δρόμους
Τι ωραίο το περιστατικό μιας αγνόησης…
μιας ανυπαρξίας στους άλλους…
(Κι εγώ, δε μίλησα – σώπαινα).
Κι έφυγες έτσι
Αγόρασες μια εφημερίδα κι έκανες πως διάβαζες
Ούδε υποπτεύοσαν καν οτι σε έβλεπαν τι κάνεις:
Οι άλλοι, αυτοί που δε σε ‘ξεραν
(και που εσύ ήσαν μάσκα…)
έλεγαν ότι αγόρασες μια εφημερίδα
και διάβαζες…
Υστερα,
μπήκες σ’ ένα ρεστωράν κι έκανες πως έτρωγες
φαίνοσαν αντίσκαστος – «να είσαι».
Μα, ο εστιάτορας ήξερε πως υποκρίνοσαν. Γι’ αυτό.
Γι’ αυτό δε σου τόπε, γιατί δεν του τόπες και συ
– δεν τούπες ότι υποκρίνεται ο κύριος…
Στο Σταθμό, έβγαλες κανονικά το εισιτήριο
Κανείς δε σε φύσηξε για να κατάρρεες σαν βρόχινος
Κανείς δε σ’ αρώτησε αν υποκρίνεσαι ή όχι,
αν περίμενες το τραίνο,
αν είχες βγάλει το εισιτήριο,
Αν σ’ αρώταγαν θάταν σαν να έβλεπαν σε κάτοπτρα
Αν σ’ αρώταγαν θάταν σαν να ρώταγαν μια μάσκα
Ωστε γιατί να σ’ αρώταγαν;
Μην δεν ήσουν ο ίδιος όπως κανείς έχει βγάλει το εισιτήριο;
ή, μην δεν ανάπνεες για να -εννοείται- μη σκάσεις;
Ετσι.
Ετσι, ήσαν βέβαιοι και ανύποπτοι
Γιατί όλοι τους είχαν βγάλει το εισιτήριο
Γιατί όλοι τους περίμεναν το τραίνο.
(Κι εγώ, σώπαινα…)
Ο θάνατος είναι μια μαργαρίτα που κοιμάται
στα πόδια μιας μαντόνας σε οργασμό […]
Joyce Mansour, Σπαράγματα (συλλογή Κραυγές – Σπαράγματα – Ορνια, μτφ. Εκτ.Κακναβάτος)
Χρονοσειρές: αστέρια με ισοτιμία δολαρίου
Joyce Mansour, καφές μαύρος, τσιγάρα.
Θάλασσα αφρισμένη, άμμος απάτητη και γω περιμένω το κορίτσι με το πουά φουστάνι να κάτσει ξανά στο πρόσωπό μου.
Μια ζώνη πλατιά μάς λύνει, πλατύτερη απ’τη ζωή την ίδια. Και κανείς μας δεν ξέρει στ’αλήθεια αν λείπει απ’την παραλία η άμμος που απογειώνεται με κάθε πνοή τ’ανέμου.
Χρονοσειρές: πώση;
Νοιώθω πως θέλω ένα φλυτζάνι τσάι.
Το νερό, όμως, ακόμα κοχλάζει
κι εγώ πρέπει να περιμένω ακόμα.
Να περιμένω να εκχυλιστεί,
κι ύστερα ακόμα,
να ηρεμήσει η κάψα τού νερού,
και να το προλάβω ζεστό,
όχι καυτό, μα και πριν χλιαρύνει ανούσια.
Μα το νερό δεν είναι ακόμα έτοιμο.
Γιατί εφτά χρόνια, Κύριε, το ξέρω για σένα είναι μονάχα μια σταγόνα που πέφτει στη γη, ένα βλεφάρισμα στο αιώνιο μάτι σου, αφού ο χρόνος περνάει σαν καπνός μέσα από τον ουρανό της αιωνιότητάς σου. Ομως εφτά χρόνια, Κύριε, καταδέξου να το σκεφτείς, για μας τους ανθρώπους είναι ένα δέκατο της ζωής, γιατί δεν προκάνουμε ν’ ανοίξουμε τα μάτια από το σκοτάδι στο ιερό σου φως και μας τα κλείνει κιόλας η νύχτα του θανάτου μας. Σαν ανοιξιάτικος χείμαρρος κυλάει γοργά η ζωή μας και κανένα κύμα δεν ξαναπερνάει από το ίδιο μέρος. Γι’ αυτό, εφτά χρόνια, μια αιωνιότητα μας φάνηκαν στους ανυπόμονους, αδιάβατη, εφτά χρόνια απόστασης, την στιγμή που το ένα κορμί βρισκόταν μια ανάσα από το άλλο και το χείλι διψούσε για το φιλί του αγαπημένου. […]
Κύριε, πόσο βαρύ είναι όμως το φορτίο αυτής της υπομονής για τα πλάσματά σου, αφού καυτή είναι η καρδιά που έβαλες στο ζωντανό μας κορμί και και βαθιά μέσα μας φύτεψες έναν γνώστη φόβο για την τόσο σύντομη γήινη προθεσμία μας. Το γνωρίζουμε, Κύριε, από κοντά ακολουθεί το φθινόπωρο την άνοιξή μας και το καλοκαίρι και το καλοκαίρι της ζωής μας, κι αυτό λίγο κρατάει. Γι’ αυτό και κοχλάζει τέτοια ανυπομονησία μέσα στο γήινο αίμα μας, γι’ αυτό και απλώνεται τόσο λαίμαργα το χέρι μας να αδράξει χέρι αγαπημένο και να χαρεί με βιάση το προσωρινό και φθαρτό. Πώς είναι μπορετό να μάθουμε την καρτερική προσμονή, εμείς, που γερνάμε στο χρόνο, πώς να υπομένουμε που σβήνουμε σε μια νύχτα, πώς να μην αρπάζουμε φωτια που ο χρόνος με σφυριχτή φλόγα μας κατατρώγει, πώς να μην είμαστε βιαστικοί που το βήμα του θανατου μας ακολουθεί καταπόδι!
Στέφαν Τσβάιχ, Ραχήλ (συλλογή Τρεις θρύλοι και ένα παραμύθι, μτφ.Δ.Δημοκίδης)
Ετεροχρονισμοί: μνήμη
Θά ‘θελα νά ‘μουν άρωμα,
να κολλούσα πάνω στο κορμί σου
να έμενα εκεί
εκεί που χτυπά ο παλμός σου
πάνω σου ακόμα κι όταν μ’ έχεις πια συνηθίσει και ξεχάσει
να με κόβει αργά η στάλα του ιδρώτα που κυλά στο δέρμα σου απάνω
κι όταν το βράδυ αργά στο σπίτι μόνη σου γυρνάς
και τα πέπλα σου κουρασμένη πια απορρίπτεις
αδιόρατα ξανά να με θυμάσαι
και να χαμογελάς γλυκά για καληνύχτα.
«Θα πεθάνεις», είπε.
Υστερα, προχώρησε από σπίτι σε σπίτι, χαράζοντας συνεχώς σταυρούς με το κοντόχοντρο, φτιαγμένο, θαρρείς, για χασάπηδες, σπαθί του.
«Πρέπει να πεθάνεις. Πρέπει να πεθάνεις, Κι εσύ, πρέπει να πεθάνεις. Το ίδιο κι εσύ.»
Συνέχισε το έργο του διασχίζοντας όλη την πολή και παλεύοντας κόντρα στον άνεμο, δίχως να ξεχάσει κανέναν.
Οταν τελείωσε, βγήκε έξω από τα τείχη, μέσα στη νύχτα, κει που δεν κατοικούσε κανένα ζωντανό ον. Πετώντας μακρυά τον μανδύα του, έμεινε γυμνός. Επειτα, ξεδίπλωσε τα φτερά του και πέταξε μέσα στο απέραντο σκοτάδι.
Οταν το επόμενο πρωί, οι άνθρωποι ξύπνησαν, ξαφνιάστηκαν βρίσκοντας όλοι τους έναν σταυρό χαραγμένο στο σπίτι τους. Ωστόσο, κανείς δεν τρόμαξε. Αναρωτήθηκαν τι είχε συμβεί και για ποιο λόγο. Το συζήτησαν πρωτού να πάμε στις δουλειές τους, όπως συνήθιζαν. Γιατί ήταν χαραγμένο παντού αυτό το τόσο γνωστό τους σημάδι; Υπάρχουν ένα σωρό πράματα που θά ‘ταν πιο σημαντικό να θυμούνται.
Το ήξεραν καλά πως θα πέθαιναν, είπαν.
Παρ Λάγκερκβιστ, Σκληρές Ιστορίες – Το Αιώνιο Χαμόγελο (μτφ. Λήδα Παλλαντίου)
Ετεροχρονισμοί: ξάπλα
Μας κάναν να πιστεύουμε οτι εμείς φταίμε, πως εμείς πρέπει να τα βρούμε με τον εαυτό μας.
Ξάπλωσε στο ντιβανάκι, κουμπώσου σαν καλό παιδί και πες μου…
Πες μου για τ’αφεντικο που σε μειώνει συνεχεια μην τυχον και σκεφτείς οτι κατι προσφέρεις που ν’αξίζει.
Πες μου γι’αυτούς που ζητάνε όλο πιο πολλά και δίνουν όλο και πιο λίγα.
Πες μου γι’αυτούς που σε κερνάνε μόνο υπομονή.
Πες μου για τη γλυκιά μανούλα που σου πατάει στοργικά όλα τα κουμπάκια που μ’ επιμέλεια εγκαθιστούσε τόσα χρόνια.
Πες μου γι’αυτούς που σε θυμούνται με ορθωμένο αντίχειρα και κίτρινα χαμόγελα μονάχα.
Πες μου γι’αυτους που φεύγουν επειδή κάτι άλλο βρήκαν. Πες μου γι’αυτους που σε θέλουν, αλλα ως εκεί μόνο.
Πες μου για τα λεφτά που δε φτανουν, τις υποχρεώσεις που περισσεύουν, τις ευκαιρίες που δεν έρχονται, τον χρόνο που φεύγει.
Κουμπώσου και πες μου.
Γιατι, αλλιώς, εγώ θα σου πω ότι εσύ φταις που δεν τα αντιμετωπίζεις υπεύθυνα και ώριμα, και που τα κρατάς όλα μέσα σου, όχι όμως για τους επίμονους κηπουρούς που σ’τα φυτεύουν.
Δε’ ν’ ο κόσμος μου, Καίσαρα! προλαβαίνω να του φωνάξω, σαλτάροντας στη ράχη τ’ άσπρου αλόγου, πού ‘ναι αρχοντικά κι αυτό σελλωμένο.
Μα για τι άλλο σε λυπάμαι! τον ακούω, καθώς σπιρουνίζει και χάνεται μπρος. Που κι «ο κόσμος σου» δεν είναι, σκλάβε που ονειρεύεσαι, και μαγκωμένος είσ’ έτσι μέσα του!..
Ρένος Αποστολίδης, Οι Γάτες
Ετεροχρονισμοί: όμβρια
Στα λούκια των πολυκατοικιών κυλάνε οι ποταμοί τ’ ουρανού και στην άσφαλτο επάνω χάνονται ροδοπέταλα. Κι έτσι απλά κλείνει ένα καλοκαίρι που δεν κατάλαβα πότε άνοιξε, αν με ρωτάτε δηλαδή.
Amadou et Mariam – Je Pense a Toi (1999)
Ετεροχρονισμοί: σόλο κονσέρτο
Ένας ύπνος βουτηγμένος σε τρέμουλα και ιδρώτα. Ένας ύπνος με πολλές αφυπνίσεις και πολλούς ύπνους. Ένα ξημέρωμα που εύχεσαι να μην έρθει.
Όχι πάλι, όχι ξανά.
Όχι άλλο.
Σεντόνια μουσκεμένα και ένα παράθυρο ορθάνοιχτα κλειστό, χωρίς διέξοδο για ανάσες.
Κι άλλο;
Κι άλλο!
Πόσο ακόμα;;
Μη ρωτάς.
Κουράστηκα, μωρέ!
Λίγη υπομονή ακόμα.
Πάλι υπομονή;! Ζωή πότε;;
… Έχεις χρόνο.
Είχα· δεν έχω. Απ’το υπόλοιπό του τρέφομαι χρόνια τώρα.
Δεν έπρεπε να τον κρατούσες για μια ώρα δύσκολη.
Και τότε δύσκολες ήταν.
Άλλο αυτό!
Μα, και τώρα αυτό μου ζητάς.
Αλλο αυτό, είπα! Κοιμήσου τώρα.
Δε θέλω.
Ε, τότε σήκω.
Ούτε αυτό το θέλω.
Τότε τι θες;
Τίποτα. Ένα τεράστιο τίποτα, όλο δικό μου· μιας και το κάτι όλο μου διαφεύγει τόσα χρόνια.
Γιάννης Αγγλεάκας & 100°C – Γιορτή (live, 2016)
Ετεροχρονισμοί: οικολογίες
Στο δρόμο για τη νύχτα είναι ένα πουλάκι που κάθεται σε έναν θάμνο πυκνό μα χαμηλό, ολάνθιστο από μικρά —σχεδόν αδιόρατα— λουλούδια. Το ένα του μάτι το έχει χάσει, από πότε δε θυμάται. Κάποιες φορές δακρύζει, μα το μάτι πού’ χει απομείνει έχει από καιρό πέσει στα ριζά τού θάμνου κι έτσι κάθε του δάκρυ ποτίζει αυτή την τούφα τη χαμερπή.
Κι ο θάμνος μεγαλώνει. Και το πουλάκι δε θέλει άλλο να λυπάται και να δακρύζει, μα τον θάμνο τον αγαπά και δεν μπορεί να τον αφήσει απότιστο πια.
Στο δρόμο για τη νύχτα, αν μια ευωδιά σε πάρει ξαφνικά μεθυστική, μη λησμονήσεις το πουλάκι που δακρύζει πάνω σε έναν θάμνο για τους άλλους ασήμαντο.
the Rolling Stones – Criss Cross Man (1972)
the Souljazz Orchestra – Kapital (2008)
Ετεροχρονισμοί: πετάλλοι
Θυμήσου τα παιδιά με τα ποδήλατα.
Τα παιδιά που γυρνάνε στις 11 το βράδυ από το 12ωρο της δουλειάς, με τα φωτάκια τους ν’αναβοσβήνουν στον ρυθμό τίς καρδιάς τους καθώς τραβάν την ανηφόρα.
Τα παιδιά που πάνε αξημέρωτα στο πόστο, με τ’ όνειρο τού πικρού καφέ κολλημένο σαν τσίμπλα στο μυαλό.
Τα παιδιά που έχουν μάθει τα τραγούδια τους απ’έξω και τα τραγουδάνε στον εαυτό τους καθώς προσπαθούν να μείνουν ζωντανοί. Ζωντανοί ανάμεσα στ’ αυτοκίνητα, στους ξενύχτηδες, στ’ αφεντικά, στην εφορία, στις μαμάδες, στον έρωτα, στον ήλιο, στη ζωή.
Θυμήσου τα παιδιά που ποδηλατούν για να ζήσουν μέσα απ’τις ιδρωμένες τους ανάσες, που φοβούνται μην ξεμείνουν από μπαταρία, από λάστιχο, από αντοχές, από ζωή.
Θυμήσου τα παιδιά που συνεχίζουν, κι ας μην είναι πια παιδιά, μεγαλώνοντας ακόμα.
Ετεροχρονισμοί: θέρος ανήκεστο
Ένας αρλεκίνος στάζει τα δάκρυά του στα πλήκτρα του πιάνου και οι χορδές αντηχούν υπάκουα ένα μοιρολόι χαμένης νιότης. Καπνός ορθώνεται τριγύρω και κόκκινα φώτα σκιάζουν τις ψυχές μας στο παραπέτασμα, ένα παιχνίδι απόκληρων ονείρων.
Τα δάχτυλά του σφίγγουν τα καλώδια, σαν άλλος Λαοκόοντας, κι η θάλασσα βαφτίζει τις εσφαλμένες μας επιλογές. Αφρίζει κι αλυχτά κάτω απ’το φεγγάρι όσο τα θεία πλάσματα απ’ τον Βορρά μεθούν τους κόκκους της άμμου μπροστά στα αλμυρά υγρά της.
Παίξε, τρελέ, την ψυχή σου στα ζάρια. Πόνταρε προκαταβολικά όσα ποτέ δε θά ‘ρθουν. Η νύχτα είναι μακρά και η μέρα επικάθεται ανήμπορη να λάμψει πια πάνω απ’ τ’ αστέρια.
Ήταν ένα καλοκαίρι σαν ζεστός χειμώνας, ιδρώναμε εξαντλημένοι από το τίποτα. Κανείς δε μας είπε μια λέξη για όσα ποτέ δε μάθαμε, μα εμείς πορευόμαστε αλαζονικά προς τον χαμό μας.
Jefferson Starship – White Rabbit (live, 1975)
Ετεροχρονισμοί: εγώ κι εσύ
Φτηνιάρικα τσιγάρα, ξεκολλάνε στο φίλτρο και ο καπνός μου καίει τα χείλη.
Κι εγώ, που ήθελα τα χείλη μου πάνω σου να τσουρουφλήσω,
κάθομαι τώρα στο γραφείο κι ακούω τα τριζόνια·
εγώ, που ήθελα το κρεβάτι ν’ ακούω να τρίζει,
καπνίζω τις νύχτες
μ’ ένα καλάμάκι μασημένο για συντροφιά.
Κι εσύ, που είσαι παντού,
δεν είσαι εδώ.
Βλέπετε, λοιπόν, θα μπορούσατε π.χ., πάνω σ’αυτά που λέω, να με ρωτήσετε: «αν πραγματικά δεν υπολογίζετε σε αναγνώστες, γιατί κάνετε στον εαυτό σας, και μάλιστα γραφτά, τέτοιες παραινέσεις, δηλ. πράξη και σύστημα δε θα βάλετε, πως θα σημειώνετε κείνα που θα θυμηθείτε κ.λ.π.; Για ποιον λόγο δίνετε εξηγήσεις; Για ποιον λόγο ζητάτε συγγνώμη;»
Ε, να, βλέπετε… Ξέρω και γ… σας απαντώ. Εδώ, άλλωστε, υπάρχει ολόκληρη ψυχολογία. Μπορεί κι απλώς επειδή είμαι δειλός. Μα μπορεί κι επειδή σκοπίμως φαντάζομαι ότι έχω το κοινό μου, για να νοιώθω μεγαλοπρεπής την ώρα που γράφω τις σημειώσεις μου. Αιτίες μπορουν να υπάρξουν χιλιάδες. Μα να, ακόμη και τούτο: γιατί, για ποιο λόγο κυρίως θέλω να γράψω; Αν δεν ήταν για το κοινό, θα μπορούσα κι έτσι, με το νου όλα να τα ξαναθυμηθω, χωρίς να τα μεταφέρω και πάνω στο χαρτί.
Ετσι είναι. Μα πάνω στο χαρτί έχει περισσότερο κύρος. Υπάρχει σ’αυτό κάτι που σ’ εμπνέει, κρίνεις πιο πολύ τον εαυτό σου, η φράση αυξάνει. Εκτός απ’ αυτό, μπορεί σημειώνοντας να ξαλαφρώσω πραγματικά.
Φιόντορ Ντοστογιέβσκη, Το Υπόγειο (μτφ. Κοραλία Μακρή)
Ξάφνου με κυρίεψε μια έντονη αίσθηση, η ανάγκη ν’ αλλάξω σπίτι, να φύγω απ’το διαμέρισμά μου και να βρω ενα άλλο, να κρυφτώ. Ιδρωσα. Μ’ έσφιγγε ένα είδος αγωνίας: της αγωνίας του κυνηγημένου ανθρώπου, ή μάλλον εκείνης του γοητευμένου θηράματος που αφήνει ίχνη για να το βρει ο θηρευτής του. Εχετε δει ποντίκι τη στιγμή που η γάτα τραβάει τα νύχια της απ’ τη μικροσκοπική ράχη του; Μένει εκεί, ακίνητο, δεν πασχίζει καν να το σκάσει, και η νυχιά που ακολουθεί είναι πιο ανάλαφρη κι απο χάδι – ένα χάδι ερωτικό, ο έρωτας του θύματος για το θύτη του, ένας έρωτας κατά κάποιον τρόπο αμοιβαίος.
Μπορίς Βιάν, Ολοι οι Νεκροί Εχουν το Ιδιο Χρώμα (μτφ. Ρίτα Κολαϊτη)
Ετεροχρονισμοί: υγιεινή
Δεν ήξερα ότι το άνοιγμα μιας οδοντόβουρτσας στο σπίτι σου πώς
αντι για αρχή
θα ηταν τέλος.
Ετεροχρονισμοί: ένα κάποιο τέλος
Σκουπίζω κάτω απ’αραχνιασμένες νύχτες, πίσω απο ξεχαρβαλωμένα όνειρα, μαζεύω ψίχουλα.
Είναι παράξενο σαν νοιώσεις να πεινάς για κάτι που ποτέ δεν αισθάνθηκες οτι σου λείπει και το χρειάζεσαι. Για κάτι που ποτέ δεν είχες και ποτέ δε χρειάστηκε ν’αναζητήσεις.
Η ζωή δεν τελειώνει εδω. Θα βρεθούν τα ψίχουλα, θα μπαλωθούν τα χάσματα και ολοι θα πάρουν τον δρόμο τους. Ισως κι αυτό, βέβαια, να είναι το πρόβλημα.
Πόσες ραφές σηκώνει ένα πανί, μέχρι να φτάσει να μην είναι πανί πια;
Ετεροχρονισμοί: μια ζωή
Κι αφού είναι αλήθεια πως όλοι μια μέρα από κάτι θα πεθάνουμε, σάμπως κάνει διαφορά αν αυτό είναι από έρωτα; Τι σημασία έχει, αν δε θά’ναι μέρα, παρά μια από κείνες τις νύχτες που γυρνάς στο σπίτι σαν τίγρη με καψαλισμένα πέλματα σ’ενα ασφυκτικό, στενόμεσο κλουβί;
Σκοτώνουμε μερα τη μέρα, νύχτα τη νύχτα μικρά, αδιόρατα κομμάτια μας, τα θάβουμε κάτω απ’τα σηπώμενα πτώματα των αγουροξυπνημένων μας ονείρων, να ποτιστούν απ’τα ζουμιά τής σήψης τους, να πάρουν μια ψευδεπίγευση επιτυχίας. Κι από πάνω τους πεταρίζουν όρνεα επιθυμιών με σκιές κίτρινες, εκτυφλωτικά φωτεινές κι αποπροσανατολιστικές. Κραυγάζουν αλήθειες στριγγές, με χαμόγελο αστικής ευγένειας καρφωμένο στα λερά τους νύχια.
Και όταν θα έρθει εκείνη η μέρα που μπορεί και νά’ναι νύχτα, το σκοτάδι το ίδιο θά’ναι, που θα πεθάνεις, δε θα’χει μείνει τίποτα πια για μα σβήσει, τίποτα να θαφτεί και να σαπίσει. Πεθάναμε περιμένοντας να ζήσουμε, αγάπη μου, καθώς φρονουσαμε τις κίτρινες σκιές τους για μελωδικά καναρίνια κι ενώ οι περιστροφές του ωρολογοδεικτών μας δρόσιζαν μέσα στο θερινό απομεσήμερο.
Ετεροχρονισμοί: από δω ως εκεί
Τι σημασία έχει που που δεν είναι υπόγειο. Ανάμεσα σ’ενα πάτωμα κι ένα ταβάνι περνάμε όλη μας τη ζωή.
Τα βουνά σβηστήκανε, οι άνεμοι φυσάνε μόνο απ’αναμιστήρες πια, αγκάθια σφηνώνουν μόνο στην καρδιά κι όχι στα πόδια.
Κι εσύ, ακόμα περιμένεις μιαν αυγή κροκόχρωη, να σε κάνει να πιστέψεις σε ένα μέλλον κοινό. Ενα κάποιο μέλλον.
Κατέβηκε άλλο λίγο το ταβάνι. Οι τοίχοι γδέρνονται σα σκουριασμένα νύχια αρπακτικού σε βρεγμένο μαυροπίνακα. Θα έπαιρνα όρκο πως οι ψιλές φωνές τους μού φωνάζουν «ως εδώ!».
Και εκεί σταματά πάλι γι’απόψε. Αύριο θα συναντηθούμε λίγο ακόμα πιο κάτω, λίγο ακόμα πιο σκυφτοί. Λίγο ακόμα. Μέχρι να σταματήσει η μέση να παραπονιέται για την ατέρμονη κάμψη της.
Ετεροχρονισμοί: εδώ και τώρα
Τα μαξιλάρια άδειασαν και δεν έχω πλέον πού να ουρλιάζω τα βράδια. Βήχω και πτίλα αγγέλων βγαίνουν απ’τα χείλη μου. Ματωμένα, σαλιωμένα…να πετάξουν δεν μπορούν. Μόνο κολλάνε πάνω στα νεκρά μου όνειρα, μεταμορφώνοντάς τα σε ξεκοιλιασμένες κότες που περιμένουν τη σειρά τους για τον πολτοποιητή, να βγουν σκυλοτροφές για τον Κέρβερο των ιδρωμένων μου προσπαθειών.
Η νύχτα πλέον δε σκοτεινιάζει, τα μάτια δεν κλείνουν. Ξεράθηκαν όλα. Δάκρυα, τσίμπλες, θέαμα οικτρό. Ο καπνός θολώνει το κενό. Προσθέτει κάτι στο τίποτα. Στο τίποτα που επιστρέφει κάθε βράδυ χωρίς να φεύγει την αυγή. Ενας χρόνος, μια διαδρομή, από το «όλα» στο μηδέν.
Πέφτω, αλλά δεν μπορώ να σταματήσω να μεταιωρίζομαι σ’ενα κενό παγωμένο, αλλότριο.
Μηδέν από μηδέν, μηδέν.
Κι οι γκιώνηδες άλλαξαν βάρδια με τις κότες.
Ετεροχρονισμοί: αναβράζων
Μια ζωή που εξανεμίζεται με τις φυσσαλίδες του παυσίπονου που αναβράζει. Στέκομαι πάνω απ’το ποτήρι και κοιτώ, κοιτώ, κοιτώ… Άλλη μια βραδιά. Μηδέν ώθηση για αύριο, τέλειωσαν οι φυσσαλίδες.
Ματώνει η νύχτα όταν δεν αντηχεί ο γκιώνης. Ερημιά.
Η επιδίωξη των επιθυμιών μένει σε αέναη αναμονή, με ένα φωτάκι τόσο δα μικρό ν’ αναβοσβήνει μέσα στη νύχτα. Ιδρώνει κι απόψε το ταβάνι κι εμείς περιμένουμε κάτι αόριστα μελλοντικό και άφαντο.
Η ζωή σας είχε καθυστέρηση. Λυπούμαστε.
Αύριο πάλι θα είναι χθες χωρίς σήμερα.
Ετεροχρονισμοί: αυτοαναφορικές καταστροφές
Βαδίζω πάνω κάτω, σ’ένα ψημένο απ’τον ήλιο μπαλκόνι, πίσω από αόρατα κάγκελα που ορίζονται από απουσίες. Απουσία φίλων, απουσία χρημάτων, απουσία οράματος και μέλλοντος. Αόρατα κάγκελα, που ούτε την πολυτέλεια μιας ισχνής σκιάς δεν είναι σε θέση να παράσχουν. Ο καπνός χάνεται στο φώς και ο καφές ιδρώνει στο στηθαίο πανώ από κάτω τ’αυτοκίνητα περνάνε τη ζωή τους ασθμαίνοντας. Σα στρατιωτικό ξυπνητήρι η ζωή, με σηκώνει απ’τα ευτελή όνειρά μου με καρπαζιές και παράφωνα γκαρίσματα.
Πώς τολμάς να ονειρεύεσαι, αχρείε;!
Συγγνώμη, δεν ήξερα… Δε θα επαναληφθεί.
Απαξίωση. Κενό.
Νέοι δρόμοι ανοίγονται, κατηφορικοί, κακοτράχαλοι, γεμάτοι αγκάθια και πέτρες, οδηγούν σε γκρεμούς γεμάτους έχιδνες και σκιές υπόγειες που περιμένουν την πρώτη ευκαιρία για να απλώσουν τα νύχια τους για να γραπώσουν τ’αβέβαια βήματα του διαβάτη. Ζωή, ο τραγέλαφος. Ένα χιμαιρικό υβρίδιο, μισό ελάφι, μισό τράγος, με χνώτο που ξερνά φόβο και αποφορά νυχτερινού εμετού.
Τάισέ με, λοιπόν! Δώσε μου τα όνειρά σου. Μην ανησυχείς, χωνεύω και το τίποτα.
Συγγνώμη, δεν ήξερα… Επανάληψη, άτεκνη μητέρα.
Άγνοια. Δυσθεώρατη, αποκρουστική άγνοια.
Μα, ήρθε το καλοκαίρι, γιατί δε χαμογελάς;;
Ακάλυπτες αμαρτίες χτυπάνε καμπανάκια στα ιδρυματικά κατάστιχα. Προγκρέσιβ ατονικές μελωδίες σε κενό αέρος. Είναι εκεί κι ας μην τις ακούς.
Ο ήχος δεν ταξιδεύει στο κενό, τα όνειρα σβήνουν στο φως, και το ταβάνι όλο και χαμηλώνει. Διολισθαίνει σε νέα κεκτημένα απώλειας.
Ως εκεί.
Μα… Δεν ενόχλησα και πριν που ήσουν πιο ψηλά… Δεν απλώθηκα. Σκευρωμένος ξυπνούσα, ντυνόμουν κι έφευγα για δουλειά, μη σ’ενοχλήσω. Διακριτικά. Απαλά. Και τη μουσική μου τα βράδια, με τ’ακουστικά στ’αφτιά την άκουγα, μην ενοχλήσω. Ξυπόλητος περπατούσα στο καυτό το πάτωμα τα μεσημέρια, μην ενοχλήσω. Εσύ γιατί με ενοχλείς; Πού έκανα λάθος;
Ετεροχρονισμοί: θερινός σινεμάς
Φυσάει σήμερα. Διαολεμένα. Και είναι ωραία να κάθεσαι στον ήλιο και να κοιτάς τα σύννεφα να περνάνε πάνω στον γαλάζιο τους καμβά. Κι ο ήλιος, παιχνιδιάρικα, ν’ ακκίζεται μαζί τους σ’ ένα κρυφτούλι θερινό.
Αναμονή στο νοσοκομείο, στην πρασιά έξω απ’ τό Πνευμονολογικό, ανάκατα πεταμένα, αποτσίγαρα και μάσκες μιας χρήσης. Μια φωνή καλεί από μέσα επανειλημμένα ένα όνομα. Ένας παππούλης τζουράρει βιαστικά σαν σχολιαρόπαιδο υπό το βλέμμα τού Λυκειάρχη και στα μάτια του σχηματίζεται η πίκρα της ανολοκλήρωτης απόλαυσης.
Ανεβάζουμε στα μέσα και στα έξω τής κοινωνικής μας δικτύωσης σάπιες φεγγαρόλουστες νύχτες, τετριμμένα παραθαλάσσια παγκάκια και χιλιάδες κόκκους άμμου, που κάνουν τη Σαχάρα να γελά στεγνά. Η επέλαση της μικρής μας ασημαντότητας. Η αναζήτηση της ουσιάς στην ανούσια καθημερινότητάς μας. Καρδιές και ανυψωμένα δάχτυλα εκεί που το μόνο που θέλουμε είναι αγκαλιές κι ένα χάδι.
Παίρνουμε τις μικρές μας απολαύσεις σε δόσεις από το περίπτερο στη μέση της νύχτας. Μια μπύρα, ένα πακέτο τσιγάρα, προφυλακτικά. Αγοράζουμε εξοπλισμό και βοηθήματα, σαν σχολιαρόπαιδα που αναβαθμίζουν τον χαρακτήρα τους στα βίντεογκέημς. Οι πίστες δυσκολεύουν, αλλά εμείς, δίαολε, το μόνο που θέλουμε είναι μια μπύρα, λίγος καπνός και έρωτα. Πόσο να προχωρήσεις μόνο μ’αυτά; Πόσο να υποχωρήσεις χωρίς αυτά;
Ετεροχρονισμοί: μπλε
Μ’αρέσει να πηγαίνω για μπάνιο όταν σχολάω τ’απογεύματα νωρίς απ’το γραφειο, στην θαλασσα λίγο πιο κάτω. Εκεί, μαζί με παιδάκια και μαμάδες και μπαμπάδες και μουντιάλ στις καρέκλες των κυλικειόμπαρων ον δε μπιτς, ν’απλώνω την χιλιοφθαρμένη πετσέτα με τον Ταζ που είχα βρει κάποτε παραξεχασμένη, ένα αγουροξυπνημενο πρωινό σε μια παραλία τής Μήλου, τα παπούτσια, το σακίδιο και ένα βιβλίο για βαρίδια και μετά να μπαίνω για κολύμπι.
Εκεί, ανάμεσα στα μαμακοίτα-μπαμπακοίτα και τα λιγδωμένα βλέμματα ξεχαρβαλωμένης 50χρονης ανηδονίας στα κορίτσια με τα δετά μπικίνια, ανάμεσα στα αντηλιακα που κολλάνε στα χέρια, που κολλάνε στην άμμο, που κολλάει στα πόδια, που κολλάνε στα μάτια νεαρών πορνόγερων, ανάμεσα σε φύκια και μεταξωτές κορδέλες θερινών ονείρων, να κολυμπάω μέχρι το έβγα τού κολπίσκου.
Να μπαίνω για κολύμπι μέχρι να μην υπακούν πια άλλο οι ώμοι μου. Μέχρι να γίνουν τα μάτια μου κατακόκκινα. Μέχρι ν’αδειάσουν οι μπύρες τους στην άμμο. Να κολυμπάω και να βυθίζομαι στ’ανοιχτά, απόμερα από τ’απόνερα της νοικουροσύνης τους. Να μένω στον βυθό όσο βαστάνε τα πνευμόνια μου και, για να τα βοηθήσω να είναι σίγουρα ότι δε βαστάνε παραπέρα, να κραυγάζω μπουρμπουλήθρες μέσα στο θαμπό μπλε. Και μετα, να επιστρέφω στους ανθρώπους.
Το καλό με το κολύμπι στη θάλασσα είναι οτι κανείς δεν μπορεί να σε δει οτι κλαις.
Ετεροχρονισμοί: στην άκρια του δρόμου
Η μπύρα. Η μπύρα στο πίσω κάθισμα.
Κυλιέται πέρα-δώθε σε κάθε λακούβα, σε κάθε χτύπημα και βύθιση σ’ανωμαλίες του δρόμου.
Χυμένη. Χυμένη πλέον στο πίσω κάθισμα.
Ενα άδειο μπουκάλι, μια άδεια ανάμνηση μιας ιστορίας που δεν έγινε ποτέ αλήθεια.
Ετεροχρονισμοί: σε λύνει
Είμασταν κάποτε νέοι.
Είμασταν κάποτε ερωτευμένοι.
Κάποιες φορές το ένα συνέπιπτε με το άλλο.
Και άλλες, πάλι, το ένα γεννούσε το άλλο.
Είμασταν κάποτε μαζί. Τίποτε άλλο δε μετρούσε.
Εμείς, μονάχα, μετρούσαμε -σαν παιδαρέλια- τ’ άστρα.
Δεν είναι πάντα η πανσέληνος καλή.
Να, για παράδειγμα, όταν με την αίγλη της μας κρύβει τ’ άστρα.
Και, πλέον, ο καπνός μού νεφώνει τις νύχτες.
Κι όσο κι αν στύβω τα μάτια μου, άστρα δε βρίσκω να μετρήσω.
Γέρασα. Κι αυτό δεν είναι καλό.

Ετεροχρονισμοί: υγρή νύχτα
Σε άγνωστα, σκοτεινά νερά βουτώ. Άγνωστα, μα ξέρω πως κρύβουν βράχια, σκυλόψαρα και ρεύματα ατίθασα.
Αυτοδιατείθεμαι να χαθώ, λοιπόν, αν έτσι το θέλουν.
Μα, μόνη μου ευχή, ύστερή μου ελπίδα, να τά’βρω διαυγή, τα βράχια τους απόμακρα και τα σκυλόψαρα χορτάτα.
Φάγατε, δε φάγατε; Εμένα, μωρέ λιμπίζεστε!; Αφήστε με να με πάει το ρεύμα κάπου όμορφα.
Έτσι, για αλλαγή· για το γαμώτο. Για μια φορά, έστω, όχι για το γάμα τα.
Ετεροχρονισμοί: hit play
Κυριακή βράδυ, στο γραφείο.
Ο αέρας έπεσε, η κίνηση έξω από την ανοιχτή μπαλκονόπορτα σπάει σιγα-σιγά. Σίγασαν τα παιδιά από τον διπλανό παιδότοπο και οι τενίστες κουρδίζουν τις ρακέτες πίσω στα σπίτια τους. Ανεμιστήρας, πληκτρολόγιο και ένα πολυμηχάνημα που κάθε λίγο και λιγάκι θυμάται να δώσει σημεία ζωής, λες και διακατέχεται από υπνική άπνοια. Σκέφτομαι να τους ρωτήσω αν θα τους πείραζε να μετακομίσω εδώ. Βλέπω και τη δύση του ήλιου από το μπαλκόνι στα διαλείμματα για καπνό. Τώρα όμως πήραν μπρος τα τριζόνια, σαν λεπτοκαμωμένες αεικίνητες γεννήτριες καλοκαιριού.
Στύπησε το τηλέφωνο πριν λίγο, αλλά δεν απάντησα. Δεν είμαστε εδώ, Κυριακή σήμερα απόψε, δε δουλεύουμε, κύριοι!
Τελείωσαν τα μπισκότα όμως. Εντάξει, εντάξει! Τα τελείωσα. Τίναξα και τα υπολοιπόμενα ψίχουλα από το μεταλλικό τους κουτί κάτω από το μπαλκόνι, σπονδή στα πετεινά τ’ ουρανού και της γης. Σκέφτομαι όμως ότι ίσως και να μην έχουμε πολλά που να το εκτιμήσουν ‘δω γύρω και ίσως η υπόλοιπη πανίδα να με καταριέται τώρα γιατί θα πρέπει να σκουπίζουν πάλι με τον μαλάκα που γέμισε τον τόπο ψίχουλα να πούμε. Συγγνώμη.
Ξέρω καλά να ζητάω συγγνώμη· με έμαθαν από μικρό. Γι’ αυτό, άλλωστε και τη ζητάω ακόμα με δύο γ. Εντυπώνεται αυτό. Όχι, μωρέ, με τα δύο γ, το άλλο! να είσαι σε ετοιμότητα γιατί πάντα κάτι θα έχεις πει ή κάνει λάθος. Γεννήτρια λαθών εκ παραδρομής. Χειμώνα-καλοκαίρι αυτό, δεν είναι εποχικό.
Στο δρόμο από και προς τη δουλειά αυτές τις μέρες, όλο σε παρ’ολίγον αναποδιές μπλέκω με τ’ αυτοκίνητα. Οδηγάνε και χάλια αυτοί εδώ, αλλά μάλλον τελικά, όταν έχεις στο νου σου συνέχεια πώς να ζήσεις εκεί είναι που κινδυνεύεις να μη συνεχίσεις. Ευτυχώς πιάνουν καλά ακόμα τα φρένα στο ποδήλατο. Είναι κι ο διαολοαέρας τις μέρες αυτές. Μια ευθεία πορεία δεν μπορώ να χαράξω στο δρόμο. Και, εννοείται, είναι πάντα κόντρα. Ακόμα και στη διαδρομή της άμεσης επιστροφής, ο αέρας φαίνεται να είναι αριστούχος κυκλοθυμίας. Εντάξει, το καταλάβαμε! Σε λα βι, κι ο κώλος πέτρα απ’τις ορθοπεταλιές.
Αν περάσεις απ’ έξω και δεις το φως στη μπαλκονόπορτα ανοιχτό, βάλε λίγη μουσική να παίξει στο κινητό σου, μια αυτάρκη καντάδα για το βράδυ της Κυριακής. Θα με βοηθούσε.
Ετεροχρονισμοί: φωστήρες
Τι είναι το σκοτάδι πέρα από την άγνοια σταθερής αναφοράς; Όλα εκεί είναι ήδη, απλά δεν είσαι και σίγουρος. Και σαν σιγουρεύεσαι, όταν τα φώτα ανάβεις, τι καταλαβαίνεις, δηλαδή; Γι’ αυτό τα ξανασβήνεις μετά τα φώτα, αγόρι μου. Η σταθερή σου αναφορά είναι το σκοτάδι.
Και ο ήλιος; με ρώτησες. Τι ο ήλιος, δηλαδή; Κι αυτόν αν τον κοιτάξεις, την ίδια άγνοια σημείων αναφοράς θα έχεις, θα τυφλωθείς. Και που τον εκτιμούμε για να βλέπουμε, μην ξεχνας ότι πάντοτε το κάνουμε πλαγίως, γυαλο-γυαλό. Μάλλον δεν έχεις μάθει να κοιτάς και το σκοτάδι με τον ίδιο τρόπο, αγάπη μου.
Ίσως τότε να μη σε φοβίζω τόσο.


Ετεροχρονισμοί: αρτιστίνοσεισεσύ
Κομπάρσος σε μονόπρακτο μονόλογο μόνο εγώ.
Ετεροχρονισμοί: αντιβιώσεις
Είναι ένας βούρκος γεμάτος από υφάλμυρα δάκρυα και ιδρώτα, στο χρώμα της αφέγγαρης νύχτας. Τα μάτια μου δεν τσούζουν πια, αλλά έτσι κι αλλιώς κάτι καινούριο να ειδωθεί δεν υπάρχει. Τα παλιά πάλιωσαν ήδη. Παραγνωριστήκαμε.
Η ζωή εν τάφω εμπεριέχει και τη φυσική εξέλιξη τής σήψης, της αποσύνθεσης και της τελικής διάσπασης στα εξ ων συνετέθεις. Ο βούρκος, χωρίς οξυγόνο, χωρίς μεταβολές, χωρίςετατροπές είναι μια δυσώδης ταρίχευση. Πεθάναμε, αλλα δε μας αφήνουν να προχωρήσουμε ούτε σ’αυτό, φίλε μου. Μια συντήρηση σε ενα «κάτι, αλλά όχι ακριβώς».
Κι από πάνω, γκιώνηδες περνάνε χωρίς να έχουν κάτι να πουν. Αλαλοι κι ανίδεοι. Αδιάφοροι, και με το δίκιο τους. Αφού κι εμείς οι ίδιοι αφηνόμαστε σ’ενα υδαρό τέλος δίχως τέλος.
Ποιος μας φταίει;
Το κεφάλι μας δεν είναι πια ξερό. Η σπορά κάρπισε και οι δράκοντες μυκήθμησαν ήδη τις πρώτες τους τολύπες αγανάκτησης. Επιασα τόπο το λοιπόν.
Μα τι μ’αυτό;
Ατοπα βήματα σε ένα κενό χωρίς δίχτυ ασφαλείας, χωρίς καν τανυσμένο σύρμα κάτω απ’τα γυμνά μας τα ποδάρια.
Βόμβος. Κουνούπια, μύγες, μέλισσες. Αδιάφορο. Ο βόμβος είναι που μετραει μόνο. Διαρκής και επίμονα κενός περιεχομένου.
Ερασιτεχνικές προφάσεις από μεταγραφές εκατομμυρίων ετών. Δεινοί ρήτορες ορίζουν τον τόπο αυτό, φίλε μου. Κι εμείς ματώνουμε τις παλάμες μας για ένα όνειρο που μας εμφύτευσαν με νανοτσιπάκια προηγούμενης τεχνολογίας. Εμείς ήμασταν όμως απαρχαιωμένοι, από άλλον τόπο και χρόνο, και τώρα πια μονο να χειροκράταμε μπορουμε, με χέρια τυμπανιασμένα, σαν καλοκουρδισμένα παιχνίδια μπακιρένια, ελπίζοντας μόνο στη λυτρωτική ολική μας κατάρρευση.
Και η κλαγγή μας ανήμπορη κι αυτή να μας ξυπνήσει, αφού πρώτα συνετέλεσε στην απώλεια της καλόπιστα ευήκοης προσοχής μας.
Ετεροχρονισμοί: σε λάθος χρόνο
Σαν αγρότης σε διψασμένη γη, με μόνο εφόδιο το κορμί μου, βγάζω ένα προς ένα τα δόντια μου με μια τανάλια σκουριασμένη και τα σπέρνω στο ραγαδιασμένο χώμα. Κάθε τέσσερα βήματα και δόντι. Κι ο ήλιος δε λέει να μετακινηθεί από την κορυφή του θόλου απάνω.
Τα τζιτζίκια δεν έχουν αρχίσει ακόμα το πολυφωνικό τους φλερτ κι ο δυόσμος μένει άκοπος ως τώρα στις γλάστρες του. Κάθε δόντι που συναντά την αποκαμωμένη από τον ήλιο γη, σηκώνει ένα μικρό σύννεφο από αχνό κονιορτό. Μια γήινη αγκαλιά, λιτή μα εναρμονισμένη με τον τόπο της, σαν αγκαλιά μαυροφορεμένης μάνας στην επιστροφή του γιου της από τα βαπόρια. Σαφής, αλλά και τόσο-όσο.
Τελειώνει το απόθεμά μου πλέον, δεν έχω άλλα να δώσω και οι σκιές με κοιτάνε μαζεμένες όλες μια γύρα κάτω απ’τον μεγάλο βράχο, να στέκομαι αδρανής στη μέση τού χωραφιού, να κοιτάω τι; Περιμένω απλά τον ήλιο να πέσει, να πέσω κι εγώ, χωρίς άλλο κοινό πλέον.
Ετεροχρονισμοί: ότοκάδοι
Σκουπίδια έγραφε στους τοίχους τού σπιτιού του. Κι οι άνθρωποι διάβαζαν στα λίγα αυτά γράμματα όλο το βάθος τής μονοεπίπεδης ύπαρξής τους. Κι έπειτα αναζητούσαν καθοδήγηση και φώτιση σε λόγια άλλα· απρόσκλητοι, άπληστοι ληστές.
Κι αυτός το έγραφε μόνο για να θυμάται το πρωί να βγάζει τα σκουπίδια, μη βρωμίσουν.
Ετεροχρονισμοί: arabian nights
Οι λέξεις που επιλέγουν δυο εραστές για να περιγράψουν την ίδια (;) κατάσταση είναι ενδεικτικές της ουσίας που βιώνουν. Έτσι, ο ένας μιλάει για όνειρο και ο άλλος για παραμύθι. Ίσως ακούγονται και τα δύο αρκούντως τρυφερά και ρομαντικά και, εν ολίγοις, θεσπέσια βιώματα, η διαφορά τους όμως κρύβει μια καλοκαμουφλαρισμένη αρπάγη από κάτω.
Το όνειρο δημιουργείται εκ των έσω και είναι προσωπικό και αυθύπαρκτο· ατίθασο, δεν το ελέγχεις. Το παραμύθι κάποιος το πλάθει και το πλασάρει.
Από το όνειρο κάποτε ξυπνάς —είτε από το πιο όμορφο, δυστυχώς, είτε από το πιο άσχημο, ευτυχώς. Το παραμύθι δύναται να συνεχίζεται επ’αόριστον, για όσο υπάρχει το κοινό του (βλ Χίλιες και Μια Νύχτες).
Ετεροχρονισμοί: παρά θιν αλλιώς
Περπατούσα όλη τη μέρα πάνω στην άμμο την καυτή, ξυπόλυτος και ιδρωμένος. Ένοιωθα τους άπειρους, ανομοιόμορφα ομοιόμορφους κόκκους της να τρώνε τα πόδια μου σε κάθε μου βήμα. Και σε κάθε ανασήκωμα του ποδιού μου για το επόμενο, άφηνα κι από λίγα τρίμματα του εαυτού μου πίσω. Αμέσως έσπευδε το κύμα να τα βρέξει, να τα καταπιεί, να τα οικοιοποιηθεί χωρίς να ρωτήσει, χωρίς να χορταίνει. Κι εγώ συνέχιζα να περπατώ και να φθίνω προς έναν ήλιο που δεν έλεγε να δύσει.
Και όταν από εμένα δεν έμειναν πια παρά μονάχα οι λίγες τρίχες της κεφαλής μου να λούζονται στον αλμυρό αφρό της ακροθαλασσιάς ήρθαν οι κουρούνες να κουτσομπολεύσουν πάνω απ’ τ’ αφτιά μου, με φωνές στριγγές, γεμάτες πικρόχολο φθόνο για τη ζωή των άλλων.
Εσύ, περιπατητικέ λουόμενε, στον ήλιο μέσα σαν πας να χαθείς κι η αύρα σού μπλέξει καμιά φορά κάποια τρίχα στα ματοτσίνορά σου, χάιδεψέ με γιατί κάποτε το είχα ανάγκη.




Πρέπει να έχετε συνδεθεί για να σχολιάσετε.