| CARVIEW |
beimnaechstenmalwirdallesbesser
ΒΙΑ – ΑΝΑΠΑΡΑΣΤΑΣΗ – ΣΥΜΜΝΗΜΟΝΕΥΣΗ // το μνημείο, ο βανδαλισμός & το πολιτικό

Το νομοσχέδιο για το οικογενειακό δίκαιο που ψηφίζεται σήμερα βρίσκεται δυστυχώς σχετικά χαμηλά στα ραντάρ αρκετών, ειδικά τη στιγμή που αποδομείται το 8ωρο. Είναι όμως ακριβώς αυτή η ιεράρχηση των ζητημάτων που οδηγεί σε μια σταδιακή ανοσία στη βία που θεσμοποιεί συστηματικά 22 μήνες τώρα η πιο επιθετική δεξιά κυβέρνηση των τελευταίων δεκαετιών.
Ακόμη και η αριστερά, εξάλλου, μπορεί σε κοινοβουλευτικό επίπεδο να πρόκειται να καταψηφίσει το νομοσχέδιο, αλλά για αρκετά εξέχοντα στελέχη, θινκ τανκς και τελάληδες του Σύριζα, η πολιτική τους ηθική, η πολιτική τους ευφυΐα, αλλά και η πολιτική τους γραμμή ήρθαν δεύτερες, μπροστά στο γεγονός ότι έχουν κι αυτοί μια «καριόλα πρώην», που μπορεί να μην τους τα τρώει ακριβώς (αφού μπορεί και να τους μεγαλώνει τα παιδιά τους), αλλά στην τελική συμπεριφέρεται ως εάν η πρωτεύουσα γονεϊκή της θέση να της είναι αυτονόητη. Όχι;
Η κυβέρνηση αυτή έχει καταφέρει να ξετρυπώσει, να αναδείξει και να επενδύσει στη μισαλλοδοξία, την ανοησία και την ισχυρογνωμοσύνη όπου μπορούσε να τις εντοπίσει, ενσωματώνοντας και ενδυναμώνοντας ανά περίσταση την πλευρά με τα χυδαιότερα ιδεολογικά χαρακτηριστικά (βλ. Ενεργοί Μπαμπάδες). Ας φέρουν τη σιωπή τους ως ντροπή όσοι -είτε γιατί εκεί βρίσκουν τους εαυτούς τους, είτε γιατί εκεί γνωρίζουν όμορφα κορίτσια- κυκλοφορούν στις συνελεύσεις, τις πορείες, τα σωματεία και τις συζητήσεις μας περιμένοντας ήσυχα αυτό το νομοσχέδιο που αποτελεί την πιο ανατριχιαστική εφαρμογή του δόγματος πατρίς-θρησκεία-οικογένεια.
Ακριβώς λοιπόν εκεί που η αριστερά και ο κινηματικός χώρος τα κάνανε αρκετά σκατά, η αγριότερη δεξιά κυβέρνηση των τελευταίων δεκαετιών είναι συνεπέστατη και της αξίζουν συγχαρητήρια. Γιατί μπορεί με 158 να μπορείς να κατεβάζεις έτσι κι αλλιώς ό,τι σου καπνίσει, η αριστερά όμως είναι αυτή που δεν κατάφερε, όχι να εντάξει, αλλά ούτε καλά-καλά να κατανοήσει τι διακυβεύεται στο φεμινιστικό κύμα που θα ακολουθήσει αυτό το νομοσχέδιο.
Με τις αμβλώσεις να προβληματοποιούνται κάθε τόσο δήθεν από λάθος υπό διατυπώσεις περί των δικαιωμάτων των παιδιών (!) από τη σύλληψή (!) τους, και με το δικαίωμα του παιδιού σε δύο γονείς να εξισώνεται βλακωδέστατα με δικαίωμα των γονιών σε ισόχρονη αναΤΡΟΦΗ από την ηλικία του θηλασμού (!!), αντιλαμβάνεται καθένα ότι μιλάμε για μια ακραία επιθετική μισογυνιστική νομοθέτηση, μια πολεμική που μου φέρνει στο μυαλό τον όρο-μασάπ της αρσενικής ετερότητας «γυναικόπαιδα»: Το παιδί αναπτύσσει μια συνείδηση αντικειμένου (αφού πρέπει να μοιράζεται στους γονείς του όπως μοιράζονται τα ξαδέρφια το σπίτι της γιαγιάς στο χωριό), ενώ αν το παιδί μεγαλώσει για να γίνει γυναίκα και μητέρα κινδυνεύει να επιστρέψει στην ίδια οικογενειακή ομηρία από μιαν άλλη θέση, καθώς οφείλει να βρίσκεται όπου επιθυμεί να βρίσκεται ο πατέρας των παιδιών της. Εκεί ανάμεσα στο «γυναίκα» και το «μητέρα» υπάρχει μια μικρή ρωγμή. Στο χέρι μας είναι να την κάνουμε μεγαλύτερη. ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΤΟΥ ΠΑΤΡΟΣ ΜΟΥ, ΔΕΝ ΕΙΜΑΙ ΤΟΥ ΑΝΤΡΟΣ ΜΟΥ, ΕΙΜΑΙ Η ΕΑΥΤΗ ΜΟΥ…
Για εκείνες από εμάς που έχουμε δεχτεί (αλλού σαν φάρσα και αλλού σαν τραγωδία) τη βία που επιχειρεί σήμερα να νομιμοποιήσει η κυβέρνηση (με τη μορφή απειλών, ανεπιθύμητης και απρογραμμάτιστης παρουσίας στους προσωπικούς μας χώρους, άρνησης συμμετοχής στα έξοδα του παιδιού και απαίτησης εναλλασσόμενης κατοικίας, την μπουρδολογία της γονεϊκής αποξένωσης, τους τραμπουκισμούς, την επιθετικότητα και την ψυχολογική βία προς το ίδιο το παιδί), αλλά που τα παιδιά μας μεγάλωσαν,
για εκείνες από εμάς που θα βρεθούμε να γεννάμε παιδιά μέσα σε σχέσεις που δεν κατάφεραν να αποδομήσουν το τραύμα της ελληνικής πυρηνικής οικογένειας, αναπαράγοντάς το,
και για όλες εκείνες που μετά το σημερινό θα αποφασίσουμε να μην κάνουμε παιδιά,
ας υποδεχθούμε μια κοινότητα γυναικών που ή μεγαλώνει τα παιδιά της μαζί, ή παύει να κάνει παιδιά!
Ας αποδομήσουμε τα discourse για «τα βιολογικά μας ρολόγια» και τις λοιπές βιοπολιτικές ανοησίες με τις οποίες μεγαλώσαμε.
Δε γεννάμε παιδιά ούτε για να πηγαίνουνε φαντάροι, ούτε για να παίρνουν τα επίθετα των πατεράδων τους. Για την κλιματική αλλαγή (με την οποία συνδέεται το birth strike), για την αμισθί οικιακή εργασία των μανάδων μας, και τώρα και για το σημερινό.
10 + 1 σκέψεις με αφορμή τη χτεσινή συζήτηση του ΣΕΧΩΧΟ, ή το προσωπικό ως πολιτικό
[trigger warning: τοξική και κακοποιητική συμπεριφορά, έμφυλη βία, σωματική βία, έκτρωση]
1
Ο διάλογος που άνοιξε το Σωματείο Εργαζομένων στον Χώρο του Χορού για την “ορατή κι αόρατη βία στην εκπαίδευση και την εργασία του χορού”, αποτελεί από εχτές σημείο εκκίνησης συζητήσεων που χωρίς αμφιβολία θα παραμείνουν ανοιχτές. Δείτε το εδώ: https://www.youtube.com/watch?v=l1A6HKW6H-Q
2
Οφείλουμε δηλαδή να τις κρατήσουμε ανοιχτές. Η εκπαιδευτική και η εργασιακή κουλτούρα των παραστατικών τεχνών αλλάζει, και αυτό προϋποθέτει μια διαρκή ανανέωση της αφοσίωσής μας στους συλλογικούς μας στόχους. Είναι επιτακτικό να πάρουμε την ευθύνη ότι ένα συμπεριληπτικό, οριζόντιο, μη-κακοποιητικό περιβάλλον δεν μπορεί να κληροδοτηθεί, και ότι ο μόνος τρόπος να διατηρείται είναι η διαρκής ενίσχυση των συλλογικών μας διαδικασιών. Εκείνο ωστόσο που όπως φαίνεται έχει -εκ παραδρομής- κληροδοτηθεί, είναι τα ατομικά και τα συλλογικά τραύματα που αυτή την εποχή προσπαθούμε να αποδομήσουμε.
3
Στο κλείσιμο λοιπόν αυτής της πρώτης κουβέντας για την ορατή και την αόρατη βία, έστειλα κι εγώ εχτές ένα σκονάκι στην ομιλήτρια και φίλη Κάντυ Καρρά, που μου έκανε την τιμή να μεταφέρει τη μικρή μου τοποθέτηση: “Πρέπει ίσως να είμαστε έτοιμες να αφήσουμε πίσω μας ολόκληρα κομμάτια της αισθητικής μας κληρονομιάς, του ρεπερτορίου και των τεχνικών, αν είναι προϊόντα μιας κοινωνίας που έχει πια αλλάξει, ή (με αφορμή την εισαγωγική αναφορά της Χαράς Κότσαλη στον Βίτγκενσταϊν) τη φανταζόμαστε πια διαφορετική”. Σήμερα όμως κατάλαβα ότι είχα κάνει μια βλακεία. Ας προσπαθήσω να δικαιολογηθώ.
4
Έπιασα εχτές το βράδυ την εαυτή μου να σκέφτεται ότι μπορεί το λεγόμενο metoo να άργησε να φτάσει εδώ τρία (ή δεκαπέντε) χρόνια, αλλά αν κάτι με συγκλονίζει περισσότερο είναι η καθυστέρηση αυτής της σπουδαίας κουβέντας που ξεκίνησε εχτές. Με κάποιες ηχηρές εξαιρέσεις, τα απαρχαιωμένα προγράμματα σπουδών, ο αλλού λανθάνων και αλλού εξόφθαλμος κανιβαλισμός, η χοντροφοβία, η ομοφοβία, ο σεξισμός, η απουσία τεχνικών somatics, η απουσία οργανωμένης χορογραφικής/σκηνοθετικής/δραματουργικής μεθοδολογίας, το discourse της προετοιμασίας για έναν δύσκολο κόσμο, και το discourse της διάτρησης του “εγώ” του ερμηνευτή, συζητιούνται εδώ σε αυτήν την έκταση για πρώτη φορά, όχι τρία (ή δεκαπέντε), αλλά εξήντα (!) χρόνια από το Judson Church. Και κάπου εκεί μοιράστηκα κι εγώ (χωρίς να το καταλάβω) τη βλακεία μου, όχι όμως γιατί το πρόταγμα της αποδόμησης των θεμελιακών κακοποιητικών πρακτικών είναι βλακώδες. Υπερασπίζομαι αυτό το πρόταγμα με όλη μου την ύπαρξη, και ωστόσο ακριβώς εδώ ξεκινάει η προσωπική μου βλακεία, όχι εχτές αλλά το 2005. Ακουμπώντας κι εγώ στο φεμινιστικό κεκτημένο ότι το προσωπικό είναι πολιτικό, θα ήθελα να μοιραστώ μια προσωπική εμπειρία, αφού όμως πρώτα επιχειρήσω ένα πλαίσιο.
5
Είμαι βλάκας. Είμαι χαζή. Τα θύματα -μια επιλογή λέξης την οποία θεωρώ ακόμη ρευστή- κακοποιητικής συμπεριφοράς μιλάμε άσχημα για εμάς, πολύ συχνά για να μη μας προλάβει άλλος. Παίζουμε στο κεφάλι μας όλους τους πιθανούς διαλόγους, προσπαθούμε να απαντήσουμε όλες τις πιθανές ερωτήσεις, αλλά σε μερικές από αυτές δεν έχουμε καμία ικανοποιητική απάντηση. Edit: αλλά σε μερικές από αυτές δεν έχουμε απάντηση για την οποία να είμαστε περήφανες. Εξού και η ερώτηση “γιατί έμεινες” είναι μια (συνειδητή ή μη) τακτική εξευτελισμού και αποσιώπησης. Γιατί (ανάλογα το ποια/ος την κάνει) είναι συγχρόνως η πιο ηλίθια και η πιο λογική ερώτηση που μπορώ να σκεφτώ.
6
Εγώ είμαι βλάκας, αλλά οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι και το υφιστάμενο πατριαρχικό πλαίσιο (όπως εξαιρετικά τέθηκε και εχτές) δε βοηθάει. Αν το όποιο εκπαιδευτικό περιβάλλον αντανακλά εκ παραδρομής μια παιδική φαντασίωση ασφάλειας, προστασίας, εμπιστοσύνης (αλλά και απριόρι σεβασμού και ίσως φόβου), χαρακτηριστικά ενός οικογενειακού περιβάλλοντος και κυρίως ενός “πατέρα”, ακόμη και στην πιο λειτουργική της μορφή η ελληνική πυρηνική οικογένεια είναι πολύ κακό προηγούμενο. Αυτό μπορεί να απαντάει σε κάποια “γιατί δεν έφυγες”, αλλά μπορεί και όχι. Ας μην ξεχνάμε ωστόσο ότι τα χειρότερα πράγματα δε συμβαίνουν σε όλους τους ανθρώπους. Χρειάζεται ίσως ένα ιδανικό μείγμα οικογενειακού περιβάλλοντος, πρότερης ψυχικής κατάστασης, σταδιακής απομόνωσης, και ίσως μια πλήρης απουσία φεμινιστικής συνείδησης για να σου συμβεί κάτι πολύ κακό που να διαρκέσει πάρα πολύ.
7
Σ’ ολόκληρη τη σκηνή του σύγχρονου ελληνικού χορού, ποιος κάνει τη μεγαλύτερη φασαρία αυτοχριζόμενος υπερασπιστής και μόνος άξιος εκπρόσωπος των πρακτικών αυτοσχεδιασμού, των μεθόδων somatics, των οριζόντιων διαδικασιών, και των συμπεριληπτικών πρακτικών; Ποιος εξαπολύει διαρκώς απειλές και ειρωνείες προς κάθε κατεύθυνση; Ποιος προσβάλλει αδιάκοπα ολόκληρη τη χορευτική κοινότητα πίσω από έναν λόγο κατ’ επίφαση πολιτικό, βαθιά τοξικό και γεμάτο ασυνάρτητες νοσηρές παραδοχές επενδύοντας σε κάποια φαντασίωση αμφιλεγόμενου, καταραμένου καλλιτέχνη; Ποιος αποδίδει τη σταδιακή του απομόνωση σε θεωρίες συνωμοσίας; Ποιος επιβιώνει καταχρηστικά στα περιθώρια κάποιων κοινωνικών κύκλων ακριβώς γιατί κανείς δε θέλει να μπει σε διάλογο μαζί του; Ποιος είναι γνωστός για τις απόπειρες εκμετάλλευσης κάθε συλλογικής διαδικασίας, για τις επιθέσεις του στο σωματείο, για τη χειριστική του προκλητικότητα, για τον σεξισμό, τη γλοιώδη αυτοαναφορικότητά του, για τις παραβιαστικές του διδασκαλικές πρακτικές, για τις χυδαίες του αναφορές στη σεξουαλικότητα των νεαρών μαθητριών/τών του; Μία απάντηση έχουν οι παραπάνω ερωτήσεις. Έχουν όλες ένα όνομα. Αλλά το 2005 δεν ήξερα την απάντηση σε καμιά.
8
Κι έρχομαι στη βλακεία μου. Μια βλακεία που δεν την έκανα εχτές βράδυ, αλλά το 2005. Γνώρισα τον ΧΧ -που τα αρχικά του δεν είναι Χ και Χ- μέσω μιας κοινής φίλης. Με τον ΧΧ να εκπροσωπεί όλα εκείνα που στερούνταν η εγχώρια χορευτική εκπαίδευση, διεκδίκησα τον χώρο μου δίπλα του, πρώτα στα μαθήματα και ύστερα στη δουλειά του. Ανταποκρίθηκα σε όλες τις τεχνικές με τις οποίες ένας άνδρας της διπλάσιας ηλικίας μπορεί να κάνει ένα εικοσάχρονο να νιώθει εκλεκτό, κι άρχισα να τρέφω τη ματαιοδοξία μου με την προσοχή που μου έδειχνε. Έπεισα την εαυτή μου ότι όλες οι γυναίκες που προσπάθησαν να με προειδοποιήσουν “κάτι δεν ξέρουν” ή “κάτι δεν κατάλαβαν”, ότι εγώ θα το κάνω να λειτουργήσει, ότι δεν ζω αυτό που κάθε τρίτος μπορούσε να διακρίνει βλέποντας αυτή την τραγωδία, κι ότι επρόκειτο για μια σχέση “κανονική”. Αυτή εξάλλου ήταν και η βασική του ρητορική: η κακοποιητική του συμπεριφορά ήταν ένδειξη ότι προσπαθεί να έχει μαζί μου μια “κανονική σχέση”, και όχι κάτι “περιστασιακό”. Ο ΧΧ πρέπει να με πλάκωσε στο ξύλο πρώτη φορά τον Νοέμβρη του 2005: Ύστερα από δύο μήνες συστηματικής πίεσης για σεξουαλικές επαφές χωρίς προφύλαξη (με το ψέμα ότι έχει κλινικά αποδεδειγμένη στειρότητα, εναλλάξ με το φαντασιακό ενός πιθανού “θαύματος”), τον Νοέμβρη του 2005 με είχε αφήσει έγκυο. Θυμάμαι να καταλαβαίνω ότι βρίσκομαι παγιδευμένη σε μια απόπειρα του ΧΧ να αποκτήσει κάτι για πάντα, αλλά δε θυμάμαι να ξέρω από πού να φύγω. Μετά από ένα διάστημα αμφιταλάντευσης αποφάσισα να κάνω έκτρωση. Πιθανολογώ ότι το συζητάγαμε αρκετά, αλλά υπάρχει αυτή η σκηνή που πριν λίγα χρόνια θυμήθηκα ξαφνικά μέσα σε ένα μάθημα χορού, δίπλα σε ένα τεράστιο ηχείο: Βρισκόμαστε στο σαλόνι του. Εγώ είμαι καθισμένη σε κάποια πολυθρόνα, κι εκείνος στέκεται δίπλα στο στερεοφωνικό. Εγώ του λέω ότι θα κάνω έκτρωση, κι εκείνος μου γνέφει να πλησιάσω. Εγώ σηκώνομαι και πηγαίνω προς τα εκεί, κι εκείνος με το ένα χέρι δυναμώνει απότομα τη μουσική, και με το άλλο αρχίζει να με χτυπάει μπροστά στο ηχείο για να μη με ακούσουν οι γείτονες.
9
Έφυγα; Όχι. Κάθε φορά που τα πράγματα ηρεμούσαν προσπαθούσα να φύγω. Κάθε φορά που προσπαθούσα να φύγω με πλάκωνε στο ξύλο. Κάθε φορά που με πλάκωνε στο ξύλο παρακαλούσα να ξαναγυρίσω. Το ξύλο ήταν ο τρόπος με τον οποίο ξαναγυρνούσα. Δεν είμαι σίγουρη πότε αφέθηκα εντελώς μέσα σ’ αυτή την κατάσταση, κάνοντας αυτές τις παραπάνω φράσεις περίληψη ολόκληρης της ύπαρξής μου για δύο περίπου χρόνια. Θυμάμαι σκόρπιες τακτικές απομόνωσης, gaslighting, την επιτακτικότητα της μονιμότητας και της αποκλειστικότητας, την πίεση για πρόσβαση στο οικογενειακό μου περιβάλλον, την ακραία ζήλια και τις συνεχείς εκρήξεις, συμπεριφορές που η γυναικεία εμπειρία έχει σήμερα χαρτογραφήσει αλλά που το 2005 ούτε είχα με τι να τις αντιστοιχίσω, ούτε ήξερα ότι πληρούν όλες τις προϋποθέσεις μιας κακοποιητικής σχέσης. Θυμάμαι όμως ότι ο μόνος λόγος που κάποια στιγμή κατάφερα να απομακρυνθώ εντελώς, ήταν τα συλλογικά εγχειρήματα στο γύρισμα του 2009, που συνέβαλαν σε μια πεντακάθαρη αίσθηση ότι δεν είμαι μόνη.
10
Δε θυμάμαι τίποτε άλλο. Για την ακρίβεια φοβάμαι -σα θύμα που παίζει όλες τις πιθανές ερωτήσεις στο κεφάλι του- ότι όλα όσα δε θυμάμαι είναι ικανά να τεκμηριώσουν κάποιου τύπου συναίνεση, μια αφήγηση που θα μπορούσε να στοιχειοθετεί ότι εγώ ήθελα να μένω, ήθελα να δέρνομαι, ήθελα να ξεφτιλίζομαι. Ότι κάπου υπάρχει κάποιος τρόπος, όλα αυτά που έχω ξεχάσει, και όλα αυτά με τα οποία άρχισε πρόσφατα να με απειλεί ότι διατηρεί (φωτογραφίες, μέηλ, ηχογραφήσεις), να αποδεικνύουν ότι φταίω. Γι’ αυτό ίσως βοηθάει να τις γράφουμε τις βλακείες που σκεφτόμαστε. Για να βλέπουμε ότι είναι βλακείες.
10 + 1 (γιατί τώρα)
Μερικοί άνθρωποι έχουν πρόσβαση σε αστείρευτες δεξαμενές νεαρών αγοριών και κοριτσιών. Μερικοί άνθρωποι καταφέρνουν να ανασυγκροτούν την εικόνα τους από τη μια γενιά που τους απομονώνει, στην επόμενη. Λέω πως πρέπει να είμαστε έτοιμες να αφήσουμε πίσω μας ολόκληρα κομμάτια της αισθητικής μας κληρονομιάς, του ρεπερτορίου και των τεχνικών, αν είναι προϊόντα μιας κοινωνίας που έχει πια αλλάξει. Αλλά τι κάνουμε όταν ο αυτοχριζόμενος υπερασπιστής των πιο τρυφερών μας αξιώσεων είναι ένας κακοποιητικός σεξιστής που σαπίζει στο ξύλο τις γυναίκες που βρίσκονται δίπλα του; Ο λόγος που αυτές οι ιστορίες πρέπει να λέγονται είναι γιατί (σε αντίθεση με την ενίσχυση των συλλογικών μας διαδικασιών που εξαρτάται από μια διαρκή μέριμνα), τα ατομικά και τα συλλογικά τραύματα που δεν αποδομούνται κινδυνεύουν να κληροδοτηθούν.
ΓΠ, 06.02.2021
*ένα χέρι βοηθείας από το 1966 (Yvonne Rainer, Hand Movie)
νεκροπολιτικοί συνειρμοί
Σήμερα το πρωί τα νεφρά του ΔΚ σταμάτησαν να λειτουργούν/
ή
Ο μπαμπάς μου, ο ΔΚ, και ο Ανδρέας Παπανδρέου: νεκροπολιτικοί συνειρμοί/
ή
Αγαπητό 1981, έρχομαι από το 2021˙ είναι πολύ άσχημα τα πράγματα!
*
Στις 5 Μαΐου του 2021, συμπληρώνονται 40 χρόνια από τον θάνατο του απεργού πείνας Μπόμπι Σάντς στη θατσερική Βρετανία του 1981, ενώ τον Οκτώβρη του 2021 συμπληρώνονται 40 χρόνια από την πρώτη κυβέρνηση του ΠΑΣΟΚ.
Πριν από μερικά βράδια είδα στον ύπνο μου τον Ανδρέα Παπανδρέου. Για την ακρίβεια, πριν από μερικά βράδια είδα στον ύπνο μου τον Αντρέα Παπανδρέου στη βεράντα του πατρικού μου (sic), σε κάτι σαν δεξίωση των τεσσάρων.
Έτρεξα έξω, τον διέκοψα από το παρεάκι του, και του είπα αγχωμένη: “Αντρέα Παπανδρέου, έχω έρθει από το 2021! Είναι πολύ άσχημα τα πράγματα!”.
Εννοείται ότι τις πρώτες δυο μέρες το έλεγα παντού σαν αστείο. Σαν αυτοσαρκαστικό, τραγελαφικό, εξευτελιστικό αστείο, που θεωρούσα κι εγώ ότι ξεμπροστιάζει πως στο υποσυνείδητό μου νιώθω όλο και περισσότερο σαν μικρό μπιζέλι, πως στο υποσυνείδητό μου έχω την ντροπιαστική και πολιτικά απαράδεκτη ανάγκη ενός μεσσία, ενός ασπρομάλλη κυρίου με σακάκι, ενός πατέρα, να πάρει απο πάνω μου την ευθύνη, να μου πει τι σκατά να κάνουμε για να βγούμε από αυτή τη νεκροπαγίδα.
Και σα να τα ήξερε όλα αυτά, μια φίλη μου έστειλε εχτές όντως μια φωτογραφία του δικού μου του μπαμπά.
*
ΠΡΩΤΟ ΦΛΑΣ ΜΠΑΚ. Το καλοκαίρι του 2009 ήμουν 24 χρονών. Ο πατέρας μου ήταν 80 χρονών, ήταν στο νοσοκομείο και είχε καρκίνο. Λίγο πριν τον Δεκαπενταύγουστο, ο γιατρός φώναξε τη μητέρα μου στο γραφείο του και της είπε ότι όσο θα λείπει σε άδεια, σε περίπτωση που ο πατέρας μου χρειαστεί εντατική “έχω αφήσει χαρτί να μην τον βάλουν”. Η μητέρα μου είπε να ρωτήσουμε και τη Τζίνα, ο γιατρός είπε “η Τζίνα συμφωνεί”.
“Τι νόημα έχει, εξάλλου, να κρατήσουμε έναν 80χρονο καρκινοπαθή στην εντατική;” σκεφτόμουν τις επόμενες μέρες, όσο η μητέρα μου αμφιταλαντευόταν μπροστά στο θεωρητικό ερώτημα. “Ο πατέρας μου” έλεγα εγώ “δεν είναι ο Ανδρέας Παπανδρέου. Δε χρειάζεται να τον ταλαιπωρήσουμε άλλο. Δε θα μείνει η χώρα χωρίς πρωθυπουργό”. Τα θυμήθηκα όλα αυτά χτες, με τη φωτογραφία του πατέρα μου που μου έστειλε η φίλη.
ΔΕΥΤΕΡΟ ΦΛΑΣ ΜΠΑΚ (μέσα στο φλας μπακ). Στο γύρισμα του 1996 ήμουν 10 χρονών. Ο Ανδρέας Παπανδρέου ήταν πρωθυπουργός και (όταν παραιτήθηκε) πρέπει να ήταν ήδη έναν μήνα στην εντατική. Θυμάμαι να αντιλαμβάνομαι τη συλλογική αμηχανία. Θυμάμαι επίσης να αντιλαμβάνομαι για πρώτη φορά ότι η ζωή και ο θάνατος κάποιων ανθρώπων δεν τους ανήκει με τον τρόπο που μου ανήκει εμένα η ζωή και ο θάνατός μου (που απ’ τη στιγμή που είμαι κι εγώ μητέρα, πια, μάλλον δε μου ανήκει ούτε εμένα).
ΤΡΙΤΟ ΦΛΑΣ ΜΠΑΚ: Θυμάμαι την άρνησή μου τον Δεκέμβρη του 2008, όταν κάποιος φίλος προσπάθησε να μου εξηγήσει ότι στο πανηγυρικό κλίμα της εκλογής του ΠΑΣΟΚ το 1981 συμμετείχε ολόκληρος ο κινηματικός χώρος (όταν στο δικό μου φαντασιακό το ΠΑΣΟΚ είναι αποκλειστικά κάτι σαν το Μπέιγουοτς σε κοινοβουλευτικό κόμμα).
*
Είδα στον ύπνο μου τον Ανδρέα Παπανδρέου, κι εννοείται ότι τις πρώτες δυο μέρες το έλεγα παντού σαν αυτοσαρκαστικό αστείο, αλλά σήμερα άρχισα να φοβάμαι ότι δε φταίει η δικιά μου υποσυνείδητη πολιτική μικροπρέπεια, απελπισία, ή παραίτηση, αλλά μια σειρά από νεκροπολιτικοί συνειρμοί.
Σήμερα το πρωί τα νεφρά του ΔΚ σταμάτησαν να λειτουργούν. Είναι αναστρέψιμες οι βλάβες στο σώμα του ΔΚ; Είναι ο ΔΚ υπεύθυνος -όπως το δικαστήριο της Λαμίας αποφάνθηκε- για την κατάσταση της υγείας του; Είναι -όπως έγραψε ο δήμαρχος Αθηναίων- η ζωή του δική του;
Όλες οι απαντήσεις είναι ΟΧΙ. Ο νεκρός που δεν πρέπει να πεθάνει, δεν πρέπει να πεθάνει για ΕΜΑΣ.
ΑΛΛΗΛΕΓΓΥΗ ΣΤΟΝ ΔΗΜΗΤΡΗ ΚΟΥΦΟΝΤΙΝΑ.
Είναι λίγα χρόνια τώρα που το να κάνεις διεθνή ταξίδια με αεροπλάνο γίνεται σταδιακά όλο και πιο δυσάρεστο. Στην Ελλάδα, στο αεροδρόμιο, μας αφήνουν πάντα να περάσουμε τον έλεγχο με μπουκάλι νερό, αλλά εξίσου πάντα με ρωτούν (και μάλιστα μπροστά στο παιδί) αν βγαίνουμε απ’ τη χώρα εν γνώση του πατέρα του. Στην Ελλάδα (η δικαιολογία τους είναι ότι) φοβούνται τις γυναίκες. Στην Αγγλία δε ρωτάνε ποτέ για το παιδί, αλλά μας κρατάνε πάντα το μπουκάλι του. Στην Αγγλία (η δικαιολογία τους είναι ότι) φοβούνται την τρομοκρατία.
Είναι λίγα χρόνια τώρα που το να κάνεις διεθνή ταξίδια με αεροπλάνο γίνεται σταδιακά όλο και πιο δυσάρεστο. Οι εργαζόμενοι συμπεριφέρονται ως ένστολοι, ενώ τα βασικά (δικαιώματα και παρεχόμενες υπηρεσίες, ή, καλύτερα, δικαιώματα ως παρεχόμενες υπηρεσίες) μειώνονται συνεχώς, μειώνοντας συνεχώς εκ νέου τα όρια του μίνιμουμ, φανερώνοντας μεταξύ άλλων ότι ένα από τα συμπτώματα της τρομολαγνείας είναι μια σειρά από νέα αρνητικά προϊόντα, που μπορείς να εξαγοράσεις σε μια προσπάθεια να διατηρήσεις κάποιου τύπου αξιοπρέπεια: νερό από την άλλη πλευρά, θέσεις άλλες από αυτές που προτιμάς (παράθυρο ή διάδρομος κατά περίσταση -άραγε βάση κάποιας στατιστικής ή βλέπουν απ’ ευθείας τα κούκιζ μου;), εξαγορά ή υποχρεωτική αποστολή της χειραποσκευής με τις κανονικές βαλίτσες και παράλληλη άρνηση μεταφοράς υγρών, σταδιακά σμικρυνόμενες διαστάσεις στις τσάντες όπου τελικά επιτρέπονται μέσα στο αεροσκάφος, μικρές και μικρότερες θέσεις, φαγητό και νερό που πουλιούνται επιπλέον του ναύλου αλλά και που σώνονται προτού προλάβουμε να φάμε και πιούμε όλοι, τραγελαφικές παράλληλες ουρές “προτεραιότητας” και μη που χωρίζονται μεταξύ τους απλώς με κορδέλες κ.ά. Όλα συμβολικά ενός μόνου προϊόντος: της τάξης.
Όπως και μέσα από τα περισσότερα αγαθά, εκείνο που αγοράζεις είναι η τάξη σου. Και πρέπει να φαίνεται. Στην πάνω τάξη οι ένστολοι εργαζόμενοι σου συμπεριφέρονται (περίπου) ως πελάτη. Στην κάτω τάξη σου συμπεριφέρονται ευθέως ωσάν να είσαι ύποπτος. Ύποπτος: μια ρευστή, εν δυνάμει, μεταιχμιακή κατάσταση, ακριβώς όπως αυτή του αεροδρομίου. 240 περίπου ύποπτοι και ύποπτες σε τρίωρες και τετράωρες πτήσεις, ταξιδεύουμε μέσα σ’ ένα ιπτάμενο κουτί, γεμάτο νεύρα, κι έτοιμο να εκραγεί.
Η ανησυχία και ο εξευτελισμός οξύνονται ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι στο διεθνές έδαφος του αεροδρομίου είναι εντελώς ασαφές εάν μπορείς καν να επικαλεστείς την ιδιότητα του πολίτη (πχ όταν σου αρπάζουν το διαβατήριο γιατί αρνείσαι να σου στείλουν απροειδοποίητα τη χειραποσκευή με τις βαλίτσες και αν απλώσεις να το πάρεις πίσω αρχίζουν ξαφνικά να φωνάζουν ότι τους χτύπησες), όπως επίσης ότι όταν τα αγγλικά του εργαζόμενου που σε “εξυπηρετεί” δεν είναι η μητρική του (κι εδώ που τα λέμε, ούτε η δικιά σου), ο διάλογός σας μπορεί ανά πάσα στιγμή να πάψει να βγάζει νόημα, ενώ παράλληλα, πχ στην πύλη, είναι εντελώς ασαφές αν ο ίδιος εκπροσωπεί την αεροπορική ή το αεροδρόμιο, πέφτοντας συνεχώς σε αντιφάσεις για τις οποίες όμως δεν είσαι σε θέση να τον εγκαλέσεις. Εδώ να προσθέσω ότι, όπως και σε κάθε άλλη εμπόλεμη συνθήκη, είναι πάντα πιο εύκολο όταν ταξιδεύεις με παιδιά -μπορεί να του αρνηθούν το νερό του και να μην έχουν να του πουλήσουν δικό τους, να αρχίσουν να ρωτάνε για τον πατέρα του, ή να το βάλουν να καθίσει 8 σειρές μακρυά σου, αλλά δεν πειράζει γιατί μπαίνετε τσάμπα στη ουρά προτεραιότητας (ό,τι κι αν σημαίνει αυτό).
Οι εργαζόμενοι στην πύλη είναι απριόρι επιθετικοί. Τους κοιτάω στα μάτια και προσπαθώ να εντοπίσω αν είναι προϊόν των συνθηκών εργασίας τους, ή αν είναι εκπαιδευμένα σκυλιά των αφεντικών τους -αν αυτό μπορεί να διαχωριστεί επαρκώς στην ουσία του- αλλά σε οποιαδήποτε περίπτωση είναι προφανές ότι η συμπεριφορά τους εξαρτάται από το κίτρινο αυτοκόλλητο που σου φοράνε στη “μη-προτεραιότητα” -κρατιέμαι με δυσκολία να μη γίνω ακόμη πιο γραφική- υποχρεωτικά, ενώ περιμένεις στην ουρά.
Κάθε Ευρωπαίος τουρίστας που ταξιδεύει με R.A και E.J (και μάλιστα χωρίς καν “προτεραιότητα”) είναι ύποπτος. Κάθε “Ευρωπαίος τουρίστας” (κατά το σύντομο ανέκδοτο του φιλόξενου ‘Ελληνα, “Αλβανός τουρίστας”) είναι ένας εν δυνάμει οικονομικός μετανάστης. Και τουλάχιστον σε τούτες τις φτηνές αεροπορικές, τα διεθνή ταξίδια μ’ αεροπλάνο τείνουν πια να μοιάζουν με υπερατλαντικά ταξίδια με πλοίο στις αρχές του 20ού για την Αμερική, ή ίσως και χειρότερα: δεν είναι τα πλεονεκτήματα που διαφοροποιούν πια την πρώτη θέση από την πλέμπα, αλλά εκείνα τα οποία η εκόνομι στερείται, που μου θυμίζει εκείνο που μου είχε κάποτε πει ο Α.Κ, ότι στο θέατρο το βασιλιά τον παίζουν οι υπίκοοί του -δεν τον παίζει ο βασιλιας. Οφείλω εγώ να υποφέρω και να βρίσκομαι υπό μια διαρκή προσβολή, και οφείλω να φαίνεται. Τη διαρκή μου προσβολή είναι που αγοράζει η ουρά προτεραιότητας, το θέαμα της διαρκούς μου προσβολής, και της κοστίζει από 4 (επιλογή θέσης) μέχρι 40 (δικαίωμα αποσκευής) ευρώ. Κυμαίνεται δηλαδή, αν μη τι άλλο, στην ίδια κλίμακα με ένα φτηνό σινεμά και μια μέση θέση στην όπερα.
Έχεις πληρώσει όμως κι εσύ. Τα 35-80 ευρώ που κοστίζουν τα αεροπορικά στην εκόνομι, συνοδεύονται από μια σαφή εγγύηση που επιστρέφεται μόνον άμα τη επιβιβάσει, εγγύηση ούτε καν σε είδος, αλλά σε χρόνο – τη μονάδα μέτρησης της εργασίας, του εγκλεισμού και της εξορίας: Τέσσερις, τρεις, δύο μήνες από τη ζωή σου, όσους δηλαδή λιγότερους νωρίτερα αντέχει η τσέπη σου να κλείσεις εισιτήριο. Όχι το εισιτήριο με το οποίο ταξιδεύεις (μιας που στην περίπτωση που κάτι πάει πολύ στραβά, δεν είναι ότι αντί για το ΚΤΕΛ των 16.00, θα πάρεις το ΚΤΕΛ των 21.00), αλλά το εισιτήριο που σήμερα για αύριο κοστίζει πια 200, 400, ή 500 ευρώ, και που επειδή είναι σαφές ότι δεν έχεις να τα πληρώσεις σε χρήμα, τα έχεις ήδη διαθέσει – τα έχεις ήδη εν δυνάμει αποστερηθεί – απευθείας σε χρόνο. 240 διατεθειμένες και διατεθειμένοι, ταξιδεύουμε μέσα σ’ ένα ιπτάμενο κουτί χωρίς πόρτα, ανακουφισμένοι ότι περάσαμε τη δοκιμασία (το σύνορο, το όριο, την ενδιάμεση κατάσταση) μ’ επιτυχία, ώστε τώρα να είμαστε όντως στον αέρα.
Υπάρχει μια ανερχόμενη βιομηχανία που βασίζεται στην καλλιέργεια αυτού του ασαφούς άγχος του να μπαίνεις στο αεροπλάνο με αγνώστους που κουβαλάνε -θου κύριε- νερό για τα παιδιά τους και φέτα σε άλμη. Την ώρα που όλοι μαζί βρισκόμαστε σε κενό αέρα και πολιτικών δικαιωμάτων, μια ολόκληρη αγορά εντεινόμενης συμβολικής αξίας, μέσα από το δικαίωμα να έχεις τσάντα ή περισσότερο χώρο για τον κώλο σου, σου πουλάει τη δυνατότητα να είσαι (όχι πια λιγότερο μαύρος, λιγότερο μπάσταρδος, λιγότερο έκφυλος, ή λιγότερο χοντρός, αλλά κατά βάση) λιγότερο ύποπτος. Λιγότερο ύποπτος μικροαστός νεομετανάστης με καλά αγγλικά, σπαστά γερμανικά, οικογενειακή ατομική ιδιοκτησία στην Ελληνική ύπαιθρο και μεταπτυχιακό. Λιγότερο ύποπτος, αλλά για το εντελώς λάθος έγκλημα.
–
* Ευχαριστώ για τις κουβέντες τη Δ.Μ και τον Τ.Α.
[Μερικές σκέψεις με αφορμή το βίντεο (2012), όπου συνεργάτες του Φαμπρ πετούν γάτες στο αέρα πίσω από τη σκηνή, προκειμένου να επενδύσουν με τις κραυγές τους την παράσταση]
Έχω παρακολουθήσει τη δουλειά του Γιαν Φαμπρ με μεγάλο ενδιαφέρον στα 18, τα 19 και τα 20 μου, σε τέσσερις βελγικές πόλεις και επί δύο θεατρικές περιόδους, αλλά και στο Φεστιβάλ της Αβινιόν το 2005, την χρονιά που ο Φαμπρ ήταν καλεσμένος καλλιτεχνικός διευθυντής.
Έχω παρακολουθήσει τη δουλειά του Γιαν Φαμπρ με μεγάλο ενδιαφέρον στα 18, τα 19 και τα 20 μου, εξερευνώντας, ως αντανάκλαση στο τέλος της εφηβείας μου, τη σκοτεινότητα μιας παιδικής ηλικίας που μέχρι πριν τα 18, τα 13, τα 8 είναι κατάλληλο να βιώνει κανείς, αλλά εντελώς ακατάλληλο να αφηγείται, πόσο μάλλον να παρακολουθεί. Πόσα παιδιά δεν έχουν αυνανιστεί ενοχικά στον καναπέ στο σαλόνι; Πόσα παιδιά δεν έχουν κάψει τα χέρια τους με κεριά, χαράξει τα μπούτια τους με ξυράφια και τρυπήσει τ’ αφτιά τους με παραμάνες; Πόσα παιδιά δεν έχουν ακρωτηριάσει τζιτζίκια; Πόσα παιδιά δεν έχουν κλείσει τ’ αδέρφια τους στη ντουλάπα; Πόσα παιδιά δεν έχουν εκδηλώσει τη σεξουαλική τους έλξη μέσα από πράξεις βίας κατά του προσώπου της επιθυμίας τους; Πόσα παιδιά δεν έχουν ακολουθήσει το νταή της παρέας εξτασιασμένα, για να υποβληθούν τελετουργικά στα καψόνια του; Πόσα παιδιά δεν έχουν θαυμάσει το κωλόπαιδο που πετάει γάτες στον αέρα και κατουράει τον Υπουργό Πολιτισμού του Βελγίου;
Ο Γιαν Φαμπρ είναι ένας μάστορας των πλαστικών και των παραστατικών τεχνών που αντλεί το μεγαλύτερο μέρος του δραματουργικού και φυσικού του υλικού από την ανθρώπινη σωματικότητα, όπως αυτή οριοθετείται ως πεδίο ηδονής, βρωμιάς και βίας. Η δουλειά του Φαμπρ προσκρούει σαν κραυγή στα δόντια, αντιλαλώντας στο στόμα μέσα απ’ τα πιο βαθειά υπόγεια των γεννητικών οργάνων, των εντέρων και των στομαχικών υγρών.
Υπό την επίφαση διαδραστικότητας, και αρθρωμένο ως μια συνεχής πρό(σ)κληση του σοκ, της αποστροφής και της αισχύνης, το έργο του Γιαν Φαμπρ εγκαινιάζει έναν δραματουργικό χρόνο εντός του οποίου η εμπειρία του θεατή (του κοινού, του επισκέπτη, του μάρτυρα) παθητικοποιείται περαιτέρω, από μια θέση απ’ την οποία “παρακολουθεί” σε μια θέση απ’ όπου “υφίσταται”. Αυτή η θέση ανοχής σε μια βία ακατάλληλη για ανηλίκους, προϋποθέτει τη συναίνεση του θεατή, εντοπίζοντας τη συνθήκη του “παρακολουθώ ωσάν να υφίσταμαι” στα όρια της συνουσίας.
1 σκέψη για το Φεστιβάλ Αθηνών και 5 για τον Γιαν Φαμπρ:
[1] Το κοινό του Φεστιβάλ Αθηνών αποτελεί αναπόφευκτα, ως συλλογικό υποκείμενο, έναν φαντασιακό συνομιλητή που διαμορφώνεται από το ίδιο το Φεστιβάλ. Αν το ερώτημα είναι τι χρειάζεται ή τι ενδιαφέρει σήμερα το ασυνεχές αυτό σώμα, πιθανώς να αρκούσε ένας χρόνος υπό την καλλιτεχνική διεύθυνση του Γιαν Φαμπρ για να γνωρίσει σε βάθος τη δουλειά του. Ένας Έλληνας μόνιμος διαχειριστικός διευθυντής και ένας καλεσμένος (ξένος ή Έλληνας) καλλιτεχνικός με μονοετή θητεία, θα έδειναν στο Φεστιβάλ, που τώρα μοιάζει με μονογραφία, δυναμικότερο χαρακτήρα.
[2] Η κακοποίηση της γάτας ή ο χορευτής που κατουριέται είναι μια πράξη ακραίας έκθεσης, μια κραυγή για προσοχή. Εκείνο που όλοι θέλουμε εξάλλου, είναι να μας αγαπούν όταν κατουριόμαστε πάνω μας κι όταν βασανίζουμε (γάτες).
[3] Επειδή το 2014 κάποιοι αντέδρασαν αδίκως στην παράσταση του έργου “Φάουστ” σε σκηνοθεσία Μιχαήλ Μαρμαρινού, όταν θεώρησαν ότι ο σκύλος ράτσας Levrier Greyhound που διέσχιζε τη σκηνή ήταν υποσιτισμένος, εδώ μπορούμε να πούμε με σιγουριά ότι δεν πρόκειται για κάποια ιδιαίτερη ράτσα γάτας που πετάει. Σε οποιαδήποτε περίπτωση, καλό είναι να διευκρινιστεί πως το γεγονός ότι ο Φαμπρ κακοποιεί γάτες επί σκηνής δεν μειώνει επ’ ουδενί την καλλιτεχνική αξία του έργου του, όπως επίσης ότι ως πραγματική πράξη η κακοποίηση ζώων οφείλει να διώκεται με όρους ποινικού δικαίου, και επ’ ουδενί με όρους λογοκρισίας. Άλλωστε, το ότι ο Φαμπρ μπορεί να είναι συγχρόνως μεγάλος καλλιτέχνης και μεγάλος σαδιστής, δεν θα πρέπει καν να βιώνεται ως παράδοξο.
[4] Αντιστοίχως, ο λόγος που αναγκάζεται κανείς να υπερασπιστεί δημόσια την αδιαφορία του σε τούτη τη διάκριση μεταξύ τέχνης και σαδισμού, επιβεβαιώνει το διπλό αυτό εκβιασμό στο έργο του Φαμπρ. Σαν παιδάκι που καλείται να διαλέξει ανάμεσα στον εξευτελισμό (να αποδεχθώ το καψόνι για να γίνω μέλος της παρέας) και την απομόνωση (να αρνηθώ το καψόνι και να μείνω μόνη μου), ενοχλούμαι βαθιά από τον φαύλο κύκλο κατά τον οποίο το ίδιο το δρώμενο λειτουργεί εκ των προτέρων ως σχόλιο στην αντίδρασή μου στο δρώμενο το ίδιο. Η κατ’ ευφημισμό αυτή διαδραστική συνθήκη τού “παρακολουθώ ωσάν να υφίσταμαι” οριοθετεί κάθε μου αντίδραση μεταξύ μαζοχισμού και πουριτανισμού. Νιώθω, ως θεατής, ότι υποβάλομαι επί σκηνής σ’ ένα μπρα-ντε-φερ που υποτίθεται ότι θα μου αποκαλύψει πόσο υποκριτής είμαι.
[5] Μια πρώτη ανάγνωση του όρου υποκριτής: Εάν εξανίσταμαι στην κακοποίηση γατών, αλλά δεν έχω αφοσιωθεί αναλόγως στην αντιμετώπιση κάθε άλλου είδους πραγματικής βίας που αντιλαμβάνομαι ή υφίσταμαι, θα έλεγε κανείς ότι το έργο του Γιαν Φαμπρ, όντως, μου αποκαλύπτει ότι είμαι υποκριτής. Μπορεί να ακούγεται λίγο σαν εκείνο που έλεγε ο καημένος ο μπαμπάς μου, ότι δηλαδή το Κομμουνιστικό Κόμμα χρειάζεται τους φτωχούς για να υπάρξει, άρα επιδιώκει τη φτώχεια, ωστόσο σε αυτήν την περίπτωση οι μικρές δόσεις βίας συμβάλλουν όντως σε μιαν αντιδραστική ιεράρχηση του για τι αξίζει να φωνάζει και για τι δεν αξίζει να φωνάζει κανείς, που καλλιεργεί μιαν ανοσία στη βία και αναπαράγει τον μικροαστό (τον παθητικό θεατή) ακριβώς όπως τον χρειάζεται.
[6] Μια δεύτερη ανάγνωση του όρου υποκριτής: Το μεταμοντέρνο θέατρο έχει απαλλαχθεί από μια παχειά επίστρωση “υποκριτικής”, χωρίς την οποία κατάφερε να γίνει, μεταξύ άλλων, βαθιά πολιτικό, όχι πια μόνο στη θεματολογία του, αλλά στις καταστατικές συνθήκες ύπαρξής του, στους όρους με τους οποίους (δι)αρθρώνεται και στις σχέσεις μέσα από τις οποίες (απο)οριοθετείται, με βασικότερη τη σχέση κοινού-δρώμενου. Η ανοσία στην πραγματική βία, που από ένστικτο αυτοσυντήρησης καλλιεργεί το κοινό του Φαμπρ, υψώνεται ξανά σαν τέταρτος τοίχος, ανακαλώντας τον υποκριτή (όχι πια στη σκηνή, αλλά στη πλατεία), και ως τέτοια, παρά τη σύγχυση μεταξύ πρωτοπορίας και πρό(σ)κλησης, είναι πολύ πιθανό να είναι βαθιά οπισθοδρομική.
*Ευχαριστώ για τη συζήτηση τις και τους Α.Ε, Ε.Π, Η.Κ, Η.Π, Δ.Μ, Κ.Γ.
Α. Έχει γίνει ανταλλαγή. Αν είναι ο Αλέξανδρος, μόλις έκλεισε το ζήτημα των μαρμάρων.
Β. Ζητείται συσκευή που τρώει Μεγαλέξανδρο και χέζει συναίνεση.
Γ. Όλα τα παραπάνω.
Στο βίντεο που ποστάρεται παρακάτω βλέπουμε ή/και ακούμε 8 περίπου άτομα, τα οποία φέρονται να αρέσκονται στην ομαδική, και σε πραγματικό χρόνο, παρακολούθηση τρίτων να αυνανίζονται, ον λάιν και ον κάμερα. Στην συγκεκριμένη περίπτωση, από τη σχετική αρθρογραφία προκύπτει ότι κάποιο άτομο από την ομάδα έχει αναλάβει να προσελκύσει, να διεγείρει και να συνοδέψει το πρόσωπο που παρακολουθούν μέχρι την κορύφωση της πράξης. Με όρους διαδικτυακού σεξ δηλ., το μέλος της ομάδας έχει έρθει σε σεξουαλική “επαφή” με το άλλο πρόσωπο. Αντιλαμβάνομαι ότι για κάποιους η σεξουαλική πράξη ή μη (καθώς και όποιες ειδικά νοηματοδοτημένες εκδοχές της όπως η “απιστία”, η “πρώτη φορά” κλπ) διακρίνεται απο διείσδυση ή μη-διείσδυση, το διαδυκτιακό σεξ ωστόσο αποτελεί μιαν εξαιρετική αντίφαση που ανατρέπει αυτήν την “αρσενική” αφήγηση της ερωτικής πράξης. Για να αναδιατυπώσω λοιπόν, στο βίντεο που ποστάρω παρακάτω, παρακολουθούμε 8 περίπου άτομα, λίγα λεπτά αφού έχουν επιδοθεί ομαδικά στην παρακολούθηση της διαδικτυακής ερωτικής πράξης μεταξύ ενός εξ αυτών και ενος τρίτου προσώπου, οπτικοακουστικό υλικό από την οποία μάλιστα διατηρούν στο αρχείο τους. Απο τη σχετική αρθρογραφία προκύπτει επίσης ότι οι νέοι του βίντεο ασκούν το ιδιότυπο αυτό “χόμπι” εδώ και κάποιον καιρό, ότι δηλ. συνευρίσκονται διαδικτυακά ομαδικά με τρίτους (οι οποίοι βεβαίως αγνοούν τον αριθμό τους, πιστεύοντας ότι έρχονται σε “επαφή” με έναν, μία ή κάποιους από αυτούς), και παράλληλα τους βιντεοσκοπούν (επίσης προφανώς εν άγνοια των), διατηρώντας το βίντεο στο αρχείο τους, προς αναπαραγωγή, διανομή ή άλλη χρήση. Εκείνο που μένει να διερευνηθεί – σε αναλογία του πόσο σεξ είναι (που είναι) το διαδικτυακό σεξ – είναι ο βαθμός στον οποίο το χόμπι αυτό αποτελεί πρακτική κατα συρροή διαδικτυακών βιασμών ον τέιπ.
Για προφανείς λοιπόν λόγους, στο βίντεο που θα δείτε παρακάτω, τα πρόσωπα των συμμετεχόντων είναι ψηφιακά επεξεργασμένα, ενώ οι συμμετέχοντες αναφέρονται στην σχετική αρθρογραφία ως “φοιτητές”. Κατ αυτόν τον τρόπο, ταυτιζόμενοι με την μη-ιδιότητα του φοιτητή, διατηρούν μια ανωνυμία που συγχρόνως βρίσκεται στο μεταίχμιο του δημόσιου και του ιδιωτικού βίου. Δεν είναι μόνο ανώνυμοι, είναι ως επί το πλείστον “μια παρέα… νεαρών”. Χαρακτηριστικά ευαίσθητη είναι η στιγμή όπου ένας εκ των νεαρών εξανίσταται, εκτελώντας ελεύθερη πτώση στον μικροαστισμό, όταν, αηδιασμένος από το κατάντημα το δικό του και της παρέας του, αποφασίζει να βρει μιαν αφελή θηλυκιά (“γυναικούλα”), και να πάνε στο βουνό…
Ανώνυμοι θα παραμείνουν και οι τηλεθεατές των εκπομπών της Ζούγκλας.
Ανεκδιήγητες θα παραμείνουν και οι περιγραφές των “χυδαίων πράξεων” που δυσκολεύεται να καταγράψει ο Μ.Τ. στην σχετική αρθρογραφία.
Δύο σημασίες βρήκα στο λεξικό για τη λέξη χυδαίος (1. που τον χαρακτηρίζει η έλλειψη ηθικής και ευπρέπειας, 2. χυδαίες λέξεις / εκφράσεις / χειρονομίες, κυρίως αυτές που αναφέρονται στο σεξουαλικό τομέα) και μία για τη λέξη ηθική (το σύνολο των θεσμοθετημένων κανόνων μιας κοινωνίας που καθορίζουν τη συμπεριφορά των ατόμων με βάση το κοινωνικά αποδεκτό, το καλό και το κακό), και δεν χρειαζόταν καν να μπω στον κόπο για να πω ότι πρόκειται για ακραίο τραμπουκισμό – εξαιρετικά εξελιγμένο μπουλινγκ μεταξύ ενηλίκων – όχι σε βάρος του Σακελλαρίδη, αλλά σε βάρος όλων μας.
Για να τελειώνουμε με τις μαλακίες, έχουμε εμφύλιο. Έχουμε εμφύλιο με όσους διεγείρονται με την καταστολή της δικής μας επιθυμίας. Έχουμε εμφύλιο με τους σεξιστές, του ομοφοβικούς, τους φασίστες, τους ναζί, τους ρατσιστές, τους φιλελεύθερους, τους τραμπούκους, αυτούς που πάσχουν από ψευδή συνείδηση, τους μικροαστούς, τους θρησκόληπτους, τους καταπιεστές, τ’ αφεντικά, τους μπάτσους, τους νταβατζήδες, τους προσκυνημένους και, εσχάτως, έχουμε εμφύλιο μ’ αυτούς που σκανδαλίζονται. Αυτούς τους τελευταίους δεν τους είχα πάρει στα σοβαρά – απολογούμαι.
Το λιγότερο που έχουμε να κάνουμε είναι να πάψουμε να αναπαράγουμε τη νομιμοποίησή τους ως παράπλευρη απώλεια του εκλογικού μας δικαιώματος. Γιατί έχουμε εμφύλιο, κι όποιος στρογγυλεύει τα λόγια του στην προσπάθεια να αποσπάσει την ψήφο τους, τους παραχωρεί τις γωνίες της καθημερινότητάς μας.
*προφανώς, δεν ποστάρω κανένα βίντεο· όποιος ενδιαφέρεται μπορεί να το βρεί στα γνωστά σάιτ σεξουαλικής και λοιπών κακοποιήσεων
1
Σημαινόμενο άνευ σημαίνοντος – ο εκπρόσωπος ως αποθράσυνση
Ο γιος μου δεν είναι τεσσάρων χρονών. Ένα από τα αγαπημένα του παιχνίδια ρόλων είναι το “μαγαζί”. Το “μαγαζί” παρέχει διάφορα αόρατα αγαθά και αόρατες υπηρεσίες έναντι αόρατων χρημάτων, σε αόρατους πελάτες. Ο μικρός, που εμψυχώνει όλους τους ρόλους, μιλάει Ελληνικά και Αγγλικά, ωστόσο μεγαλύτερο ενδιαφέρον έχει όταν δεν μιλάει τίποτε από τα δύο, παρά μια φανταστική γλώσσα, το ηχητικό ίχνος της οποίας δεν σημαίνει τίποτα. Εκείνος που τον παρακολουθεί κατανοεί πλήρως την υπόθεση, ωστόσο ετούτο συμβαίνει στη βάση ενός κανόνα: του κανόνα της συναίνεσης. Ξέρουμε -έχουμε συμφωνήσει- τι παίζουμε, και ως εκ τούτου μπορούμε να λέμε ό,τι θέλουμε.
Παρακολουθείστε τον Κασιδιάρη στην εκδήλωση της ΧΑ στην Κηφισιά. Κι εδώ όπως και αλλού -κι όπως ο γιος μου στο παιχνίδι του- ο Κασιδιάρης δεν λέει ως επί το πλείστον τίποτα. Ετούτο το τίποτα, είναι ένα σημαινόμενο άνευ σημαίνοντος, εντός του οποίου επιβιώνει το προσυμφωνημένο: ο εκπρόσωπος φέρεται ως αποθρασυμένη εκδοχή του εκπροσωπούμενου, καθομοίωση του φασίστα, του ρατσιστή και του σεξιστή που κολακεύει εκφράζοντάς τον στο δημόσιο λόγο.
2
Σημαίνον άνευ σημαινομένου – ο εκπρόσωπος ως εξευγενισμός
Με αφορμή το παραπάνω παιχνίδι, κι επειδή του αρέσουν οι συλλογές, κάποια στιγμή χάρισα στον γιο μου τη συλλογή νομισμάτων του πατέρα μου – κέρματα, από καμιά δεκαριά χώρες. Ως συλλογή δεν είναι αδιάφορη. Ως χρήματα, πιθανώς να έφταναν τα 20 ευρώ, αλλά αν υποθέσουμε ότι τα κάναμε συνάλλαγμα, η συνολική προμήθεια της τράπεζας για τις συναλλαγές θα ξεπερνούσε την χρηματική αξία των νομισμάτων, όπερ σημαίνει, πέραν της συναισθηματικής, φετιχιστικής και ιστορικής τους αξίας, ως λεφτά αυτοακυρώνονται.
Ρίξτε τώρα μια ματιά στους υποψήφιους με το Ποτάμι. Κι εδώ όπως και αλλού -κι όπως τα χρήματα του γιού μου- έχουμε μια συλλογή αναγνωρίσιμων προσωπικοτήτων και “πρωταγωνιστών”. Πρόκειται για την προσωπική συνεισφορά του Σταύρου Θεοδωράκη στην αποπολιτικοποίηση του δημόσιου λόγου, στις εκπομπές του οποίου είδαμε να εξανθρωπίζονται -να χάνουν τη σημασία τους για τα κινήματα- η Κωνσταντίνα Κούνεβα και ο Παύλος Φύσσας, και να εξανθρωπίζονται -να λουστράρονται με καθημερινή γοητεία- ο Μάκης Βορίδης και ο Άδωνις Γεωργιάδης. Η καινοτομία Θεοδωράκη έγκειται στη σύλληψη πίσω από το Ποτάμι. Πρόκειται για μια απόπειρα πολιτικής ευγονικής που συνομιλεί άριστα με την ΧΑ: ως άλλος Νώε, ο Θεοδωράκης “επιλέγει” με το μαγικό του χέρι τους καλύτερους για την κιβωτό. Όπως όμως τα “χρήματα” του γιου μου χάνουν την ιδιότητά τους με το που επιχειρηθεί να χρησιμοποιηθούν ως τέτοια, τα ρόουλ μόντελς του “Ποτάμι” μοιάζουν με φρυγανιές που δε σπάνε όταν τις αλείφεις με μαρμελάδα, ή με το αγαπημένο σου τραγούδι που τώρα παίζει σε διαφήμιση για πιγκάλ: ή δεν υπάρχουν, ή δεν σημαίνουν τίποτα. Ετούτο το τίποτα, είναι ένα σημαίνον χωρις σημαινόμενο, κατά το οποίο ο εκπρόσωπος φέρεται ως εξευγενισμένη εκδοχή του εκπροσωπούμενου, κατεικόνα του καθημερινού ήρωα που κολακεύει εκφράζοντάς τον στο δημόσιο λόγο.
Υπ’ αυτήν την έννοια το κόμμα Θεοδωράκη, πίσω απο τον ελιτισμό του, φανερώνεται εξίσου λαϊκιστικό και χυδαίό με την ΧΑ, αφενός εξισώνοντας το δημόσιο λόγο με το φαντασιακό των 15 λεπτών διασημότητας, αλλά κυρίως συμπληρώνοντας την εκλογική αγορά με ένα ισοδύναμο προϊον, για ένα τάργκετ γκρουπ που η ΧΑ δεν δύνατο να ικανοποιήσει, για αισθητικούς και μόνον λόγους.
Εκείνο που φέρεται να ανήκει σε ολόκληρη την ανθρωπότητα, μπορεί οποιοσδήποτε να το κλέψει, αλλα κανείς δεν μπορεί να το απαιτήσει πίσω.
*Ich bin ein Berliner (jelly doughnut)
BEIM NAECHSTEN MAL WIRD ALLES BESSER
σημαίνει ΤΗΝ ΕΠΟΜΕΝΗ ΦΟΡΑ ΟΛΑ ΘΑ ΠΑΝΕ ΚΑΛΥΤΕΡΑ και γράφτηκε με σπρέι πίσω από το άγαλμα των Μαρξ & Έγκελς στο Βερολίνο λίγο μετά την πτώση του Τείχους
βρηκαν το beimnaechstenmalwirdallesbesser ψαχνωντας
τσολιάδες σε καρτ-ποστάλ παλαιού τύπου
κορίτσια του πόλο
βαθύ ντεκολτέ
θελω να δω γυμνές γυναίκες
τι είναι η γκέτα;
εξέλιξη του πορτατίφ
ερείπια στη σελήνη
επιτρέπεται μετατόπιση δρόμου που τέμνει οικόπεδο για ανέγερση εκκλησίας;
ηλεκτρονική περίφραξη σε μουσείο
βασιλικο πενθος
ΘΈΛΩ ΝΑ ΔΩ ΓΥΜΝΈΣ ΓΥΝΈΚΕΣ
προσπάθειαι άξιαι τιμής
pin up greece
τσόλια
κανις μινιατουρα
ΣΦΑΙΡΑ ΣΕ ΝΤΟΜΑΤΑ
η ταπεινή μου θέση δεν μου επιτρέπει να το σχολιάσω
ακρόπολη την επόμενη φορά όλα θα πάνε καλύτερα
ο σωρος με πετρες
θελω να δω γιμνες
πτωμα με μαχαιρι
ΘΕΛΩ ΝΑ ΔΩ ΓΥΜΝΕΣ ΜΕΓΑΛΕΣ
γιμνες
γιμνέσ
θελω να δω γιμνες
σφαιρα σε ντοματα
τι θα δω στην ακρόπολη
γιμνές
γιμνές
ΚΑΝΟΝΕΣ ΗΘΙΚΗΣ ΣΕ ΚΟΜΜΩΤΗΡΙΑ
γιμνές
κοσουθ
θελω να δω γιμνες
βιτσια με τσολιαδες
να δω γιμνες
ΓΙΜΝΕΣ
θελω να δω γυμνες στη θαλασσα
θελω τωρα να δο γιμνες
γιμνεσ στον δρομο
πρεπει να φτιαξουμε το μερος που θα ξανασυναντηθουμε
ΣΤΟ βυζαντιο υπηρχε η ακροπολη
γιμν ες
θελω να δω πρακτορεια
時空 縺れ [jikū motsure] [μπέρδεμα χωροχρόνο]
θελω-ναδω-λιγο-γυμνο
ΑΠΑΓΓΕΛΙΑ ΚΑΤΗΓΟΡΙΩΝ
beimnaechstenmalwirdallesbesser link souvenir Uncategorized Χρυσή Αυγή άγνωστος στρατιώτης άκρα δεξιά (η) έκθεση έντυπο υλικό αισθητική ακρόπολη αναδημοσίευση αναπαράσταση αποδελτίωση αποικία αποκατάσταση αριστερά (η) αστεακό τοπίο βανδαλισμός βλασφημία βουλή δημοκρατία δημόσια τέχνη, τέχνη στο δημόσιο χώρο δημόσιος χώρος εθνικισμός εικονοκλάστες εκλογές εκπροσώπηση επιτήρηση θέλω να δω γιμνές θέλω να δω γυμνές στη θάλασσα θεματικό πάρκο ιστορία καπιταλισμός κοινοτοπία μαζική κουλτούρα μητρόπολη μνημείο νέα ναζισμός νεωτερικότητα νόμος πανοπτικό πρόσωπο & συμβολοποίηση ρατσισμός στιγμιότυπο συλλογική μνήμη συναίνεση ταυτότητα τουρισμός υπερνεωτερικότητα φάρσα χωρίς σχόλια

ΑΡΧΕΙΟ
- May 2021 (1)
- March 2021 (2)
- April 2018 (1)
- February 2016 (1)
- September 2014 (1)
- June 2014 (1)
- April 2014 (1)
- February 2014 (5)
- December 2013 (2)
- November 2013 (3)
- October 2013 (1)
- September 2013 (3)
- June 2013 (1)
- April 2013 (2)
- March 2013 (7)
- January 2013 (1)
- November 2012 (3)
- October 2012 (2)
- May 2012 (1)
- April 2012 (1)
- February 2012 (2)
- December 2011 (2)
- November 2011 (2)
- October 2011 (2)
- March 2011 (1)
- November 2010 (2)
- May 2010 (2)
- January 2010 (4)
- December 2009 (4)
- November 2009 (5)
- September 2009 (2)
θεματικες συγγενειες
συγγενεις & φιλοι
- betonarmekult
- coghnorti
- dangerfew
- futura
- geistarbeiter
- Groucho Marxism
- happyfew
- If Not Now When
- πρακτορείο rioter
- πυρο τεχνήματα
- πολυεργαλείο
- σημειωματάριο κήπων
- σμήννεφα
- τεφλόν
- το πορτατίφ
- το βυτίο
- υπορεαλισμός
- φώτα
- χορός της καρμανιόλας
- Μπάχαλα και Προλεταριακή Cultούρα
- Ψυχόρμητο
- αστεακές εξεγέρσεις
- αυκ•ν
- αιώνια δευτερόλεπτα
- αιμόφιλος τ. ινφλουέντζας
- ανθρωποφάγος
- γκουρμεδοποιημένο προλεταριάτο
- εργαστήριο παραγωγής αντισωμάτων στην πτωματολαγνική έκθεση bodies
- η πρηνής θέση του σκοπευτή
- κατάληψη πατησίων και σκαραμαγκά
- κατάληψη εσηεα
- μεταμοντέρνα αντίσταση
- μινουέτο
- ξεχασμένος κι ατίθασος
- ουτοπία
- le rapidograph
- LullabY
- mapetstencils
- no14me
- phrixos
- political zoo stencils
- radio dada
- ratnet
- silent landscapes
- spina nel cuore
-
Subscribe
Subscribed
Already have a WordPress.com account? Log in now.




